Χλιδάνεργοι, περιμένοντας «Τη δουλειά»... κάθονται
Του Σπυρου Καραλη/ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Είναι κι αυτοί μεταξύ 25 - 35 ετών και αποτελούν τμήμα της γενιάς των 700 ευρώ. Κυρίως άεργοι, υποαπασχολούμενοι στην καλύτερη περίπτωση. Είναι πτυχιούχοι οι περισσότεροι, αρκετοί σπουδαγμένοι στο εξωτερικό. Αντιμετωπίζουν την καθημερινότητα στην οπτική του life style, ζουν με τους γονείς τους –σε κάποιες περιπτώσεις μόνοι τους αλλά το ενοίκιο το πληρώνουν οι γονείς–, έχουν μάλλον περί πολλού τον εαυτό τους και συνήθως στέκονται περιφρονητικά απέναντι σε κάθε δουλειά που πιστεύουν ότι δεν ανταποκρίνεται στα υψηλά προσωπικά τους standars. Είναι οι «χλιδάνεργοι», η σύγχρονη μετεξέλιξη των «μαμάκηδων» παλαιότερων δεκαετιών.
Το φαινόμενο είναι βαθύτατα κοινωνικό, όχι αποκλειστικά ελληνικό, έχει λάβει διαστάσεις και φαίνεται να απασχολεί όλο και περισσότερο ψυχολόγους και κοινωνιολόγους στις δυτικές κοινωνίες. Στις ΗΠΑ, ονομάζονται twixters (ενδιάμεσοι, σε ελεύθερη μετάφραση), στη Βρετανία με το ακρωνύμιο kippers που σημαίνει «παιδιά που συνεχίζουν να τρώνε τη σύνταξη των γονέων τους» (kids in parents pockets eroding retirement savings), στη Γαλλία tangy (προέρχεται από μία κωμωδία καταστάσεων στην οποία ο 28χρονος ήρωας της ταινίας αρνείται να φύγει από το σπίτι των γονιών του), στη Γερμανία nesthocker (αυτοί που κάθονται στη φωλιά τους), στην Ιαπωνία freeter (από την αγγλική λέξη free, ελεύθερος, και τη γερμανική arbeiter, και αναφέρεται στον νέο που είτε αλλάζει συχνά δουλειές είτε μένει άεργος· το θέμα έχει απασχολήσει και το ιαπωνικό Κοινοβούλιο).
Κοινή συνιστώσα για όλους τους «χλιδάνεργους» του κόσμου, ο ψυχικός εγκλεισμός σε επιταγές μοδάτων προτύπων και το ότι έχουν αυξηθεί σημαντικά από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν η ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, Τέρι Απτερ, τους πρωτοπαρουσίασε στο βιβλίο της «Ο Μύθος της Ωριμότητας». (Η μελέτη άρχισε όταν η καθηγήτρια συνειδητοποίησε ότι οι φοιτητές της εκδήλωναν σαφείς τάσεις αεργίας και σοβαρές δυσκολίες κοινωνικής προσαρμογής αμέσως μετά την αποφοίτησή τους.)
Φταίνε και οι γονείς
«Στην Ελλάδα, η διάσταση του προβλήματος είναι ακόμη μεγαλύτερη, δεδομένου ότι, σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες, η αυτονομία των παιδιών κατά την ενηλικίωση είναι μέρος της οικογενειακής παράδοσης. Αντιθέτως, εδώ εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται υπερπροστατευτικά ακόμη κι όταν ενηλικιώνονται», σημειώνει η ψυχολόγος Μαρία Λασιθιωτάκη, και συνεχίζει. «Μιλάμε για εκτεταμένη κοινωνική πραγματικότητα που συνδέεται και με τους γονείς και ειδικότερα το τμήμα εκείνο των άνω των 50 ετών, μορφωμένων γονέων που ανήκουν στην μεσαία τάξη και έχουν μια σχετική οικονομική άνεση. Δεν είναι δηλαδή, οι αγρότες του ’60 που υποστήριζαν με αίμα τις σπουδές των παιδιών. Μεγάλωσαν τα παιδιά τους με τις ανέσεις και τα πρότυπα του καταναλωτισμού. Οι νέοι αυτοί δυστυχώς ζουν περιμένοντας να βρουν “Τη Δουλειά”. Το αποτέλεσμα αυτής της ανατροφής, είναι μια ολόκληρη φουρνιά από καλομαθημένα παιδιά με μόνιμη ανία και θλίψη, στην πραγματικότητα παγιδευμένα στο φόβο και σε ψευδείς ανάγκες. Παιδιά παθητικά που δεν είναι σε θέση να αγωνιστούν για τίποτα».
Δεν θα ήθελα να περάσω τη ζωή μου σε ένα γραφείο
«Οι δικοί μου δεν με πιέζουν να δουλέψω. Απ’ έξω, απ’ έξω η μητέρα μου μόνον, κάποιες φορές λέει ότι θα πρέπει να δω σοβαρά τι θα κάνω με τη ζωή μου. Ο πατέρας μου δεν ασχολείται. Το μόνο πράγμα που τον ενδιαφέρει είναι να μην αγχώνομαι και να μη βιάζομαι, και αυτό μου αρέσει», λέει η Δέσποινα. Είναι 26 χρόνων, έχει πτυχίο αρχιτεκτονικής, ζει με την οικογένεια, έχει αυτοκίνητο και πιστωτικές κάρτες, που πληρώνει πρόθυμα ο πατέρας της. «Σκέφτομαι να ασχοληθώ με τη ζωγραφική και παράλληλα με τη σκηνογραφία. Η αρχιτεκτονική δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Δεν θα ήθελα να περάσω τη ζωή μου σε ένα γραφείο κουβαλώντας σχέδια των άλλων. Θέλω να κάνω κάτι πιο καλλιτεχνικό...», συμπληρώνει.
Μου είναι δύσκολο να πιάσω μια οποιαδήποτε δουλειά
Ο 27χρονος Γιάννης έφυγε αμέσως μετά το Λύκειο για τη Βαρκελώνη όπου σπούδασε μάρκετινγκ και διαφήμιση. Την τελευταία τετραετία, έχει επιστρέψει στην Αθήνα και ζει με την κοπέλα του σε ένα αρκετά ευρύχωρο ρετιρέ που αγόρασε πρόσφατα (με χρήματα των γονιών του). Εχει ιδέες πολλές και ενδιαφέρουσες αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει καταφέρει να απασχοληθεί. «Κόπηκαν οι δουλειές μετά το 2004, οι εταιρείες απολύουν», λέει κι όταν τον ρωτάμε «πώς τη βγάζει» απαντά: «Εχω ευτυχώς την οικονομική στήριξη από την οικογένεια...». Οταν του επισημαίνουμε ότι συνιστά κλασική περίπτωση «χλιδάνεργου», χαμογελάει «Δεν έχεις άδικο, κακά τα ψέματα. Μου είναι, όμως, δύσκολο να πιάσω μια οποιαδήποτε δουλειά. Θα ένιωθα αποτυχημένος. Τζάμπα οι σπουδές στην Ισπανία;».
Τι να κάνω; Να μοιράζω χαρτάκια στους δρόμους;
«Δεν αισθάνομαι καλά χωρίς μια κανονική δουλειά, αλλά δεν μπορώ να πω ότι αισθάνομαι και άσχημα. Εχω πολύ χρόνο για μένα και τους φίλους μου και περνάμε καλά. Αυτό δεν είναι το ζητούμενο; Να περνάμε καλά;», λέει η 29χρονη Ναταλία που δουλεύει περιστασιακά σαν παραγωγός σε έναν trendy πλην όμως μάλλον, μικρής εμβέλειας ραδιοφωνικό σταθμό. Εχει σπουδάσει φωτογραφία σε ιδιωτική σχολή, ακούει πολλή μουσική και σπανίως πληρώνεται για τις εκπομπές της. Ζει με τη φίλη της από τη σχολή, Κλέλια, στο Νέο Κόσμο και εναποθέτει όλους τους λογαριασμούς που της αναλογούν στον μπαμπά και τη μαμά από τη Θεσσαλονίκη. Δεν την πιέζουν, όπως λέει, αλλά ανησυχούν. Ενίοτε ανησυχεί και η ίδια. «Ερχονται στιγμές που ξανασκέφτομαι την κατάσταση. Λέω στο εαυτό μου ότι χρειάζεται να βρω μόνιμη δουλειά και το ραδιόφωνο να το έχω σαν χόμπι. Δεν είναι όμως εύκολο. Στο χώρο της φωτογραφίας, οι δουλειές είναι λίγες, τι να κάνω; Να μοιράζω χαρτάκια στους δρόμους;».
***************************************************************
Οι Χλιδάνεργοι ζουν ανάμεσά μας.
Μια γενιά μορφωμένων Ελλήνων που ζουν με τους γονείς τους, βγαίνουν κάθε βράδυ, δουλεύουν σποραδικά και για ψίχουλα, ταξιδεύουν, και τσακίζουν Prada, Fendi και LV όπου τα πετύχουν.
Η φίλη μου η Μαρία ήρθε και με βρήκε για πρώτη φορά τον περσινό Σεπτέμβριο. Λίγους μήνες νωρίτερα είχε επιστρέψει από την Αγγλία με το μεταπτυχιακό της, μετά είχε πάει τέσσερις μήνες διακοπές (στο Μπαλί, τη Μύκονο και τη Φλωρεντία), και τώρα είχε έρθει μαυρισμένη και έτοιμη να ξεκινήσει την καριέρα της, και μια νέα ζωή.
"Θέλω να μου βρεις δουλειά στην εταιρία σου", μου είπε με τον επιτακτικό τρόπο που λέει τα πάντα. Ήταν 26 χρονών.
Αν και είμαι εντελώς ακατάλληλος για τέτοιου είδους διαμεσολαβήσεις, μισάνθρωπος ων, σεβάστηκα το αίτημα της καλής φίλης, ρώτησα και έμαθα ότι πράγματι, υπήρχε μια ανοιχτή θέση στο διαφημιστικό τμήμα μιας εταιρίας για την οποία είχα κάνει κάποιες μεταφράσεις, προώθησα το βιογραφικό της και, ικανοποιημένος που έκανα το καλό για έναν συνάνθρωπο, το ξέχασα εντελώς.
Μετά από τρεις μέρες η Μαρία με πήρε τηλέφωνο, έξαλλη.
"Υποδοχή διαφήμισης; Η θέση που μου βρήκες είναι για υποδοχή διαφήμισης;"
"Ποιος; Τι; Ποιος είναι;" είπα (με είχε ξυπνήσει).
"Εγώ έχω κάνει μεταπτυχιακό στην Ιστορία της Τέχνης στο Λονδίνο και θα πάω να σηκώνω τηλέφωνα για 600 ευρώ;"
Τι είχε γίνει: Η Μαρία δεν είχε πάει στο ραντεβού. Όταν την πήραν τηλέφωνο για να την καλέσουν έμαθε όσα χρειαζόταν να μάθει, και απέρριψε τη δουλειά μονομιάς.
Η Μαρία, βλέπετε, ανήκει σε μια εντελώς νέα κατηγορία Ελλήνων. Πρόκειται για μια υποκατηγορία της διαβόητης «γενιάς των 700 ευρώ», των νεαρών Ελλήνων, δηλαδή, που έχουν αποκτήσει πολύ καλή μόρφωση, και οι οποίοι βγαίνουν σε μια αγορά εργασίας η οποία δεν τους πολυχρειάζεται, και έτσι δεν μπορεί να τους εξασφαλίσει μισθό αντίστοιχο των σπουδών τους, ή έστω επαρκή για να συντηρηθούν.
Η συγκεκριμένη υποκατηγορία της Μαρίας περιλαμβάνει τους νέους που, αν και δεν βρίσκουν μια καλοπληρωμένη δουλειά, αρνούνται να κάνουν οποιονδήποτε συμβιβασμό στον τρόπο ζωής τους. Μαθημένοι στο χαρτζιλίκι από τους γονείς κατά τη διάρκεια της εφηβείας και των σπουδών, βγαίνοντας στην «αγορά» εξακολουθούν να επιθυμούν να συχνάζουν στα ίδια μαγαζιά, να ψωνίζουν το ίδιο ακριβά προϊόντα, και να κάνουν ακριβώς την ίδια άνετη ζωή που έκαναν πριν.
Είναι οι χλιδάνεργοι, και δεν πρόκειται να θυσιάσουν ούτε την παραμικρή λεπτομέρεια απ' το lifestyle τους. Όσα κι αν τους πληρώνουν.
Σύμφωνα με μια έρευνα των Νέων, 8 στους 10 νεοπροσληφθέντες στην Ελλάδα αμείβονται με λιγότερα από 1000 ευρώ. Σύμφωνα με άλλη έρευνα της Marc για το Έθνος, τo 56% των Ελλήνων ηλικίας 18-30 αμείβεται με λιγότερα από 700 ευρώ το μήνα. Ένας στους δύο νέους είναι άνεργος.
Από τους τριαντάρηδες, μόνο το 29,5% ζουν εντελώς ανεξάρτητοι από τους γονείς.
Ένα 31,4% συντηρείται αποκλειστικά από αυτούς.
Μπορείτε να συλλάβετε αυτά τα νούμερα;
Αν κάποιος ξένος τα διαβάσει θα συμπεράνει πως είμαστε μια κοινωνία υπό κατάρρευση, όπου οι νέοι δεν μπορούν να παράγουν πλούτο, οπότε τρώνε τον πλούτο που έχει συσσωρεύσει η προηγούμενη γενιά, μέχρι αυτός να τελειώσει, οπότε προφανώς η χώρα μας θα χρεοκοπήσει.
Η ίδια η οικογένεια έχει τις μεγαλύτερες ευθύνες. Σε όλους τους Μεσογειακούς λαούς εμφανίζεται αυτή η απεριόριστη λατρεία για τα παιδιά, η οποία εύκολα παίρνει όχι-και-πολύ-υγιείς διαστάσεις. Οι γονείς ουσιαστικά «πληρώνουν» το παιδί για να μην τους φύγει.
Σε άλλες, βορειότερες χώρες συνηθίζεται να το σουτάρουν (με αγάπη) μόλις τελειώσει το σχολείο, για να τραβήξει το δικό του δρόμο, να κάνει τα δικά του λάθη, να σταθεί στα δικά του πόδια, να μάθει και ωριμάσει. Εδώ έχουμε περιπτώσεις σαν το Θεσσαλονικιό φίλο μου το Στέλιο, που οι γονείς του υποσχέθηκαν αυτοκίνητο αν περάσει στις Πανελλήνιες, με τον όρο να περάσει σε σχολή της Θεσσαλονίκης.
Φυσικά, εκατοντάδες χιλιάδες είναι οι νέοι που ανήκουν στη «Γενιά των 700 ευρώ», όλων οι γονείς θέλουν να τους φροντίσουν, κάμποσοι από αυτούς τους γονείς είναι και ευκατάστατοι, αλλά δεν γίνονται όλα τα παιδιά χλιδάνεργοι.
Βλέπετε, είναι στη φύση του νέου να θέλει να αυτονομηθεί, να κάνει κάτι στηριγμένος στα δικά του ποδάρια, μόνος, ανεξάρτητος. Είναι μια ανθρώπινη ανάγκη αυτή. Στην πρώτη μου δουλειά προσελήφθην με μισθό 180.000 δραχμές το μήνα (520 ευρώ), εν έτει 2000, σε ηλικία 23 ετών, και ήμουν πανευτυχής. Εκστατικός. Ακόμα θυμάμαι το πρώτο ζευγάρι παπούτσια που πήρα με τα δικά μου λεφτά.
Μπορεί αυτό να ακούγεται λίγο «Βασιλάκης Καΐλας», αλλά η ανάγκη του ανθρώπου να κάνει πράγματα μόνος του -και κατά συνέπεια να αυτοεπιβεβαιωθεί ως αυτόνομη οντότητα- είναι πανίσχυρη.
Γιατί τότε τόσοι τριαντάρηδες καταπιέζουν αυτή την ανάγκη για να μείνουν στη σφιχτή και γεμάτη ασφάλεια αγκαλιά της τσέπης του μπαμπά;
Είναι απλό: Είναι αρρώστια.
Οι χλιδάνεργοι, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι lifestyle junkies, που επιτρέπουν τον εθισμό τους στην ηδονιστική πλευρά της ζωής, κι ας εγκλωβίζονται έτσι σε μια αέναη εφηβεία.
«Δεν μπορώ να μην ψωνίζω. Δεν γίνεται», λέει μια άλλη φίλη, ας την πούμε Πόπη. «Είναι εθισμός, πηγαίνω στο Mall και θέλω να κατεβάσω τα ράφια, να τα δοκιμάσω όλα, να δώσω την κάρτα μου και να τα πάρω σπίτι μου. Η ντουλάπα μου είναι γεμάτη με ρούχα που δεν φοράω ποτέ, αλλά δεν μπορώ να σταματήσω να αγοράζω διαρκώς καινούρια. Το τηλέφωνό μου στο σπίτι είναι μονίμως κατεβασμένο για να μην με πρήζουν από την τράπεζα -χρωστάω πολλά στην κάρτα. Έχω φεσώσει συγγενείς μέχρι και τρίτου βαθμού, το χαρτζιλίκι με το που το παίρνω φεύγει, ο μισθός το ίδιο».
Υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορεί κανείς να καταλογίσει στην κοινωνία του υπερκαταναλωτισμού, και η ύπαρξη των χλιδάνεργων είναι ένα από αυτά. Αλλά δεν φταίνε οι τσάντες και τα παπούτσια αν η γυναίκα που τις ψωνίζει το κάνει με λεφτά που δεν έχει ή δεν έχει βγάλει με τον ιδρώτα της. Ο σφιχτός-όσο-δεν-παίρνει εναγκαλισμός της ελληνικής οικογένειας, που αρνείται να αφήσει τα παιδιά της να ωριμάσουν, δημιουργεί σε συνδυασμό με όλες τις χαρές του lifestyle αυτούς τους αιώνιους εφήβους που προτιμούν να ζήσουν σήμερα ό,τι έχει να τους προσφέρει η ζωή (ο μπαμπάς), παρά να ταλαιπωρηθούν για να το απολαύσουν αύριο.
Ως στάση ζωής αυτή δεν είναι απολύτως καταδικαστέα. Αναρωτιέται όμως κανείς, όταν ο μπαμπάς (ζωή) πάψει να παρέχει, τι θα καταναλώσει ο χλιδάνεργος; Και, ακόμα χειρότερα: Τι θα καταναλώσουν τα παιδιά του;
Προς το παρόν οι χλιδάνεργοι εξακολουθούν να βγαίνουν, να ψωνίζουν, να ταξιδεύουν, να πηγαίνουν σε interviews για δουλειές που δεν χρειάζονται, καθώς ο χρόνος περνά χωρίς συνέπειες. Θα έρθουν συνέπειες στο μέλλον; Έλα ντε.
Είδα τη Μαρία πρόσφατα, καλοντυμένη, αψεγάδιαστη, σε ακριβό εστιατόριο να τρώει με τον -πολύ μεγαλύτερο- φίλο της. Ήταν μια χαρά: Χαρούμενη, ξεκούραστη και, ενάμιση χρόνο μετά το τέλος των σπουδών της, ακόμα χλιδάνεργη.
Νομίζω ότι θα τα πάει μια χαρά...
