Κάθαρση
Χαράματα. Η σιλουέτα του μεγάλου σκάφους του Λιμενικού, σχηματίστηκε στον ορίζοντα. Είχε βάλει πλώρη κατά πάνω τους. Με βιαστικές κινήσεις έκλεισε το στενάχωρο αμπάρι με τους τριάντα λαθρομετανάστες. Μη ξέροντας τη γλώσσα τους, έβαλε χαρακτηριστικά το δάχτυλο στα χείλη γνέφοντάς τους να μη βγάλουν άχνα και φώναξε στους δυο βοηθούς του να ρίξουν γρήγορα το καλαδούρι στη θάλασσα. Ξεκάρφωμα πως τάχα μου είναι δίχτυα. Το σκάφος τους πλεύρισε και έριξε σχοινιά για ν΄ ασφαλίσει δίπλα του το καΐκι. Ο αξιωματικός του, ζήτησε το κυβερνήτη κι΄ ο καπετάν Ανδρέας πλησίασε αμέσως.
Έχετε ρίξει δίχτυα βλέπω, είπε ο αξιωματικός. Ναι και τώρα θα τα σηκώσουμε να δούμε αν ο αη Νικόλας σήμερα θα μας φέρει τύχη απάντησε ο καπετάν Ανδρέας.
- Που το βρήκες καπετάνιο το «τσερνίκι»*. Χρόνια έχω να δω τέτοιο σκαρί. Δεν υπάρχουν πια στις θάλασσές μας κι΄ έχουν πάψει να τα κατασκευάζουν πια. Μεγάλο και βαρύ σκάφος για ψάρεμα. Δεν το κουμαντάρεις εύκολα. Εσύ πως τα καταφέρνεις;
- Μ΄ αυτό παλιά ο πατέρας μου κουβαλούσε εμπορεύματα και κόσμο στα νησιά. Απ΄ αυτόν τόβρα και το κράτησα. Τούβαλα μηχανή και μ΄ αρκετές μετατροπές τόκανα ψαράδικο. Που λεφτά για άλλο.
- Στο αμπάρι τι έχεις; Mας καταγγείλανε πως στη περιοχή πέφτει πολύ δυναμίτης!
- Θεός φυλάξοι! Εγώ δεν κάνω τέτοια πράγματα. Την αγαπάω τη θάλασσα κι΄ αυτή πολλές φορές μου το ανταποδίδει. Τίγκα στο πάγο είναι ανθυποπλοίαρχε μου. Στην αγορά άμα το ψάρι δεν είναι φρέσκο δεν το παίρνει κανείς.
- Άμα είναι έτσι δεν σε πειράζει να ρίξουμε μια ματιά. Δεν θα σας καθυστερήσουμε με τα δίχτυα. Ξέρω καλά πως αν αργήσετε να τα σηκώσετε τα καλά ψάρια θάναι μισοφαγωμένα.
Κρύος ιδρώτας έλουσε τον καπετάν Ανδρέα. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει σαν τούμπανο τσίρκου την ώρα που συνοδεύει κάποιο επικίνδυνο νούμερο. Σίγουρα θ΄ ακουγόταν παραέξω και θα τον πρόδιδε. Απ΄ το μυαλό του πέρασε βιαστικά η εικόνα να σαπίζει μέσα σ΄ ένα στενάχωρο κελί φυλακής. Για καλή του τύχη, εκείνη τη στιγμή πετάχτηκε τρέχοντας στο κατάστρωμα ο ασυρματιστής του σκάφους.
- Ανθυποπλοίαρχε! Μόλις ήρθε σήμα από το αρχηγείο. Τα ραντάρ πιάσανε παραβίαση τέσσερα μίλια νότια από μας. Τρεις μεγάλες ψαρότρατες!
- Γρήγορα να τους προλάβουμε. Σιγά μην τους αφήσουμε να σουλατσάρουν όποτε θέλουν. Λύστε τα σχοινιά. Πρόσω ολοταχώς! Αυτή τη φορά τη γλύτωσες καπετάνιο. Έχε το νου σου γιατί την επόμενη δεν θάσαι τόσο τυχερός.
Με τη ψυχή σιγουρεμένη στη θέση της, απάντησε ο καπετάν Ανδρέας. Δεν έχω τίποτα να κρύψω κύριε ανθυποπλοίαρχε. Γιατί να φοβηθώ;!
Βλέποντας το σκάφος του Λιμενικού ν΄ απομακρύνεται πήρε μια βαθειά πελαγίσια ανάσα γεμίζοντας τα πνευμόνια του θαλασσινό αέρα. Την είχε γλιτώσει κι΄ αυτή τη φορά! Εξήντα χιλιάρικα θα πήγαιναν χαμένα χώρια τη φυλακή που θα τούριχναν. Έπρεπε να βιαστεί να τους αμολήσει σε καμιά απόμερη ακτή γιατί ήξερε πως δεύτερη ευκαιρία δεν θάχε. Έτσι καθώς βαθειανάσαινε με βουλιμία, τους σκέφτηκε. Κλεισμένοι στ΄ αμπάρι θάχαν σκάσει. Ήταν και τα έρμα τα παιδιά που για πρώτη φορά του λάχαινε να μεταφέρει.
- Ρε συ Νικολό, άνοιξε τους τ΄ αμπάρι να πάρουν λίγο αέρα, μη μας σκάσουνε εκεί μέσα και τότε τι θα τους κάνουμε!
Στο βάθος φάνηκε μια γκριζόμαυρη γραμμή. Αυτό μας έλειπε τώρα σκέφτηκε. Θα μας ταρακουνήσει για τα καλά το μπουρίνι. Σε λίγη ώρα ο ουρανός σκοτείνιασε. Αστραπές τον αυλάκωναν παντού. Σηκώθηκε δυνατός αέρας και κύματα τεράστια, που πάλευαν χτυπώντας με λύσσα το καΐκι να το βουλιάξουν. Μ΄ αυτό, γερό σκαρί, μαθημένο από φουρτούνες, αντιστεκόταν βάζοντας τη βαριά του πλώρη να τα σχίζει, περνώντας από μέσα τους. Απ΄ τ΄ αμπάρι ακούγονταν κλάματα μικρών παιδιών και τα τραγούδια των μανάδων τους που προσπαθούσαν να τα ησυχάσουν.
Μετά από ώρα, τα κύματα καταλάγιασαν, λες αποθαρρυμένα κι’ απογοητευμένα που χάσανε τη μάχη. Το καΐκι ακουμπούσε πια σε μιαν απέραντη, όσο έπιανε το μάτι σου, μπουνάτσα. Ήρεμη σαν την κακαβιά μεσ΄ το τσουκάλι αφού σβήσει η φωτιά και πάψει να βράζει. Σουρούπωνε κι΄ ο ουρανός είχε βαφτεί στα πορτοκαλιά παίρνοντας ο μισός φωτιά κατά τη μεριά της δύσης. Όταν θα βράδιαζε για τα καλά, θα τους άφηνε σε μιαν ερημική παραλία κι΄ από κει ας τραβούσαν στην ευχή Του Θεού!
Έτσι κι΄ έγινε. Τους κατέβασαν όλους αφήνοντάς τους ένα βαρέλι με νερό και δυο καφάσια με γαλέτες και κονσέρβες. Ύστερα ανέβηκαν στο καΐκι και ξεμάκρυναν.
Όταν ο ήλιος είχε σηκωθεί για τα καλά, πιάσανε λιμάνι στο νησί. Ο καπετάν Ανδρέας έδωσε στους δυο βοηθούς του το μερτικό τους και αφήνοντάς τους πίσω να φροντίζουν το καΐκι, κατευθύνθηκε προς το σπίτι του. Ο δρόμος της επιστροφής περνούσε μέσα από παστρικά στενά ασπρισμένα σοκάκια. Πολύχρωμα γεράνια, τοποθετημένα αμφιθεατρικά με τάξη πάνω στις σκάλες των σπιτιών, έσπαγαν ευχάριστα το εκτυφλωτικό λευκό, προσφέροντας ξεκούραση και ευχαρίστηση στα μάτια. Πέρασε έξω από την εκκλησία. Από την πόρτα της ερχόταν μυρωδιά από φρεσκοκαμένο λιβάνι και στο προαύλιό της παίζανε τρέχοντας πίσω από μια μπάλα, παιδιά. Την προσοχή του τράβηξε η ολοκαίνουργια καμπάνα, καθώς για μια στιγμή άστραψε στον ήλιο. Έτσι άστραψαν μέσα απ΄ την αγκαλιά της μάνας του και τα μάτια ενός από τα παιδιά που είχε αφήσει χτες βράδυ, καθώς φωτίστηκε το πρόσωπό του από το φακό. Το βλέμμα του, είχε χαραχθεί ανεξήτιλα στη μνήμη του. Βασανιστικό συνονθύλευμα, απόγνωσης, φόβου, απορίας και φρίκης! Η θύμηση αυτή, σμίλεψε τη πέτρινη καρδιά του και πλημμύρισε με τύψεις την απύθμενη ψυχή του. Θεέ μου, τι έκανα σκέφτηκε. Και νάταν η πρώτη μου φορά!
Χωρίς δεύτερη σκέψη, διέσχισε αποφασιστικά το προαύλιο παραμερίζοντας τα παιδιά που έπαιζαν και μπήκε στην εκκλησία.
- Πατέρα θέλω να εξομολογηθώ.
- Έλα παιδί μου. Άνοιξε τη ψυχή σου. Ο Θεός είναι παντού και θα σ΄ ακούσει.
- Πατέρα, χτες έκανα κάτι πολύ κακό και δυστυχώς δεν είναι η πρώτη φορά. Τόχω ξανακάνει άλλες δυο!
- Πες μου παιδί μου να ξαλαφρώσεις. Βγάλτο από μέσα σου. Μη φοβάσαι, ο Θεός είναι φιλεύσπλαχνος
Ο καπετάν Ανδρέας άνοιξε τ΄ αμπάρια της ψυχής του και διηγήθηκε στον παπά με όλες τις λεπτομέρειες όσα είχε κάνει. Μιλούσε ακατάπαυστα σχεδόν μισή ώρα και ο παπάς τον άκουγε αποσβολωμένος. Κάθε λίγο οι ρυτίδες του σκάβονταν περισσότερο, καθώς το πρόσωπό του παραμορφωνόταν από τις γκριμάτσες της έκπληξης που του προκαλούσαν αυτά που άκουγε. Όταν ο καπετάν Ανδρέας αποτέλειωσε με τα σώψυχά του, ο παπάς τράβηξε το καλιμαύχι από το κεφάλι του και είπε.
- Παιδί μου όλ΄ αυτά που μου ΄πες είναι πολύ μεγάλη αμαρτία. Πως μπόρεσες να τα κάνεις;!
- Με τύφλωσε το χρήμα γέροντα. Δυο χιλιάρικα το κεφάλι! Παθιάστηκα και δεν ήξερα τη έκαμα.
- Μην ανησυχείς. Ο Θεός σε άκουσε τώρα που άνοιξες με ειλικρίνεια τη ψυχή σου. Αρκεί να μετανιώσεις πραγματικά και να Του ζητήσεις να σε συγχωρέσει.
- Μα είναι δυνατόν ο Θεός να μου συγχωρέσει τέτοια αμαρτία;!
- Είναι Φιλέσπαχνος και Ελεήμον.
- Όχι μόνο μετανιώνω, αλλά τα χρήματα που τόσο καιρό έχω μαζέψει δεν τα θέλω πια. Με καίνε. Θα τα δώσω όλα να βοηθήσω να χτίσουμε ένα ορφανοτροφείο για τα ορφανεμένα παιδιά.
- Αυτό είναι κάτι που λείπει από το τόπο μας παιδί μου! Θα σώσει πολλά ορφανά!
- Όμως γέροντα επιμένω. Πως θα με συγχωρέσει ο Θεός. Το κακό που έκαμα πως θα γιατρευτεί με μια συγχώρεση; Ποιος νοιάστηκε για τους ανθρώπους που αμόλαγα στο έλεός τους;! Τι θάχουν απογίνει;
- Μη βλασφημείς παιδί μου και μην αμφισβητείς Τον Θεό. Είναι τεράστια και ανεξάντλητη η δύναμή Του! Εκείνος νοιάστηκε και φρόντισε τους ανθρώπους που άφηνες. Νάχεις πίστη και νάσαι σίγουρος πως όλοι τους είναι τώρα καλά κι΄ έχουν βρει το δρόμο τους.
- Όπως και νάναι γέροντα, τα χρήματα δεν τα θέλω. Δεν μπορώ πια να τα κρατάω. Μου θυμίζουν το βλέμμα του χτεσινού παιδιού.
- Κάνε αυτό που προστάζει η ψυχή σου παιδί μου και ο Θεός θάναι στο πλευρό σου.
- Και δεν πειράζει που τα χρήματα προέρχονται από τη δυστυχία άλλων; Αρκεί που θα πάνε για καλό σκοπό;!
- Απ΄ τη στιγμή που μετάνιωσες πραγματικά και ο Θεός σε άκουσε και σε συγχώρησε, κάνε αυτό που σκοπεύεις. Εκείνος θ΄ αποφασίσει και θα νοιαστεί για όλα σου τα σφάλματά τώρα που ξανάβρες το δρόμο Του.
Ο καπετάν Ανδρέας βγήκε από την εκκλησία βυθισμένος σε σκέψεις χωρίς να νοιώθει πραγματικά ξαλαφρωμένος. Ήταν τόσο απορροφημένος, που δεν έδωσε καν σημασία στη μπάλα των παιδιών που τον χτύπησε στο κεφάλι. Τον βασάνιζε ένα μεγάλο δίλλημα. Είναι άραγες σωστό, ακόμη κι΄ αν ο Θεός μ΄ έχει συγχωρέσει, με τα μαγαρισμένα λεφτά πούχω μαζέψει πουλώντας ψεύτικες ελπίδες σ΄ απεγνωσμένους, να φτιάξω τώρα στέγη για τα ορφανά;! Ξάφνου, το μυαλό του με μιας, σταμάτησε να σκέφτεται. Είχε πάρει την απόφασή του.
Γύρισε στο καΐκι. Οι βοηθοί του είχαν φύγει. Πήδηξε μέσα και έβαλε πλώρη μεσοπέλαγα. Όταν ξανοίχτηκε αρκετά, έσκυψε και σήκωσε τη κρυφά λασκαρισμένη σανίδα κάτω από τη λαγουδέρα. Έπιασε το κρυμμένο ξύλινο κουτί που μέσα του φυλούσε τα λάθρα χρήματα και το άνοιξε λες κι΄ ήθελε να σιγουρευτεί πως ήταν εκεί.
Είχε νυχτώσει πλέον κι΄ οι φωτιές φαινόντουσαν από μακριά, σαν φάροι να τον καθοδηγούν. Ήταν ακόμα εκεί. Όπως τους άφησε. Κάρφωσε τη πλώρη του καϊκιού στα βότσαλα και πήδηξε στη παραλία. Τον πλησίασε αναγνωρίζοντάς τον απορημένος ένας κοντός άνδρας. Ο καπετάν Aνδρέας τέντωσε μπροστά τα χέρια του κρατώντας το κουτί και με τα λίγα Αγγλικά που ήξερε του είπε. Take it! It is from your people. Good luck and don’t forget the God is big! Ύστερα πήδηξε βιαστικά στο καΐκι και απομακρύνθηκε.
Στη διαδρομή ένοιωθε να τούχει φύγει ένα μεγάλο βάρος αλλά κάτι τον έτρωγε ακόμη. Σήκωσε τον ασύρματο.
- Ψαράδικο Μεγαλόχαρη καλεί σκάφος Λιμενικού όβερ.
- Σκάφος Λιμενικού ακούει όβερ.
- Θέλω τον ανθυποπλοίαρχο όβερ.
- Αναμείνατε όβερ……………….
- Ακούει, όβερ.
- Ανθυποπλοίαρχε εδώ καπετάν Ανδρέας. Αυτός με το τσερνίκι που θέλατε να ελέγξετε τ΄ αμπάρι… Ψαρεύω ανοιχτά και είδα πολλές φωτιές αναμμένες στο γυαλό «κοχλάκια». Φαίνεται σα νάναι πολλοί άνθρωποι μαζεμένοι. Σίγουρα κάτι τρέχει. Όβερ.
- Ελήφθη. Θα το ελέγξουμε άμεσα όβερ.
Έκλεισε τον ασύρματο κι΄ ένα χαμόγελο ικανοποίησης έσκασε στα χείλη του. Ήξερε ότι θα τους φροντίσουν. Έπιασε το μπουκάλι με τη ρακή και κατέβασε μια γενναία γουλιά καίγοντας τα σωθικά του. Η ψυχή του, είχε βρει επιτέλους κάθαρση!
zifl
* τσερνίκι:
http://www.naftotopos.gr/index.php?opti ... 81&lang=el