• Δανειστική βιβλιοθήκη

  • Αναρτήσεις και συζητήσεις άσχετες με την νόσο της πολλαπλής σκλήρυνσης.
Αναρτήσεις και συζητήσεις άσχετες με την νόσο της πολλαπλής σκλήρυνσης.
 #111171  από Κώστας
 Σάβ Μάιος 23, 2015 1:16 pm
Μπράβο Κωνσταντίνα που ξαράχνιασες την βιβλιοθήκη.
:smile-clapping: :smile-clapping: :smile-clapping:
 #111199  από panos59
 Κυρ Μάιος 24, 2015 8:52 am
Κώστας έγραψε:Μπράβο Κωνσταντίνα που ξαράχνιασες την βιβλιοθήκη.
:smile-clapping: :smile-clapping: :smile-clapping:
... και -μάλιστα- με ένα τόσο ''ωραίο'' θέμα,
αλλά και ένα εξίσου ''φλέγον'' ερώτημα...!

''ορθοδοξία ή μήπως ειδωλολατρεία...??''!!
 #111284  από Κώστας
 Σάβ Μάιος 30, 2015 6:53 pm
Συγνώμη που αποσύρω την ιστορία, μου προέκυψαν κάποιες σημαντικές αλλαγές. Θα την ξαναδημοσιεύσω σε λίγες μέρες.
Τελευταία επεξεργασία από το μέλος Κώστας την Κυρ Μάιος 31, 2015 9:50 pm, έχει επεξεργασθεί 1 φορά συνολικά.
 #111321  από Κώστας
 Τρί Ιουν 02, 2015 12:04 am
Αναρτώ ξανά το διήγημα με διαφορετικό τίτλο, κάποιες αλλαγές στο κείμενο και διαφορετική πλοκή στο τέλος.
 #111322  από Κώστας
 Τρί Ιουν 02, 2015 12:06 am
Κάθαρση

Χαράματα. Η σιλουέτα του μεγάλου σκάφους του Λιμενικού, σχηματίστηκε στον ορίζοντα. Είχε βάλει πλώρη κατά πάνω τους. Με βιαστικές κινήσεις έκλεισε το στενάχωρο αμπάρι με τους τριάντα λαθρομετανάστες. Μη ξέροντας τη γλώσσα τους, έβαλε χαρακτηριστικά το δάχτυλο στα χείλη γνέφοντάς τους να μη βγάλουν άχνα και φώναξε στους δυο βοηθούς του να ρίξουν γρήγορα το καλαδούρι στη θάλασσα. Ξεκάρφωμα πως τάχα μου είναι δίχτυα. Το σκάφος τους πλεύρισε και έριξε σχοινιά για ν΄ ασφαλίσει δίπλα του το καΐκι. Ο αξιωματικός του, ζήτησε το κυβερνήτη κι΄ ο καπετάν Ανδρέας πλησίασε αμέσως.
Έχετε ρίξει δίχτυα βλέπω, είπε ο αξιωματικός. Ναι και τώρα θα τα σηκώσουμε να δούμε αν ο αη Νικόλας σήμερα θα μας φέρει τύχη απάντησε ο καπετάν Ανδρέας.

- Που το βρήκες καπετάνιο το «τσερνίκι»*. Χρόνια έχω να δω τέτοιο σκαρί. Δεν υπάρχουν πια στις θάλασσές μας κι΄ έχουν πάψει να τα κατασκευάζουν πια. Μεγάλο και βαρύ σκάφος για ψάρεμα. Δεν το κουμαντάρεις εύκολα. Εσύ πως τα καταφέρνεις;
- Μ΄ αυτό παλιά ο πατέρας μου κουβαλούσε εμπορεύματα και κόσμο στα νησιά. Απ΄ αυτόν τόβρα και το κράτησα. Τούβαλα μηχανή και μ΄ αρκετές μετατροπές τόκανα ψαράδικο. Που λεφτά για άλλο.
- Στο αμπάρι τι έχεις; Mας καταγγείλανε πως στη περιοχή πέφτει πολύ δυναμίτης!
- Θεός φυλάξοι! Εγώ δεν κάνω τέτοια πράγματα. Την αγαπάω τη θάλασσα κι΄ αυτή πολλές φορές μου το ανταποδίδει. Τίγκα στο πάγο είναι ανθυποπλοίαρχε μου. Στην αγορά άμα το ψάρι δεν είναι φρέσκο δεν το παίρνει κανείς.
- Άμα είναι έτσι δεν σε πειράζει να ρίξουμε μια ματιά. Δεν θα σας καθυστερήσουμε με τα δίχτυα. Ξέρω καλά πως αν αργήσετε να τα σηκώσετε τα καλά ψάρια θάναι μισοφαγωμένα.

Κρύος ιδρώτας έλουσε τον καπετάν Ανδρέα. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει σαν τούμπανο τσίρκου την ώρα που συνοδεύει κάποιο επικίνδυνο νούμερο. Σίγουρα θ΄ ακουγόταν παραέξω και θα τον πρόδιδε. Απ΄ το μυαλό του πέρασε βιαστικά η εικόνα να σαπίζει μέσα σ΄ ένα στενάχωρο κελί φυλακής. Για καλή του τύχη, εκείνη τη στιγμή πετάχτηκε τρέχοντας στο κατάστρωμα ο ασυρματιστής του σκάφους.

- Ανθυποπλοίαρχε! Μόλις ήρθε σήμα από το αρχηγείο. Τα ραντάρ πιάσανε παραβίαση τέσσερα μίλια νότια από μας. Τρεις μεγάλες ψαρότρατες!
- Γρήγορα να τους προλάβουμε. Σιγά μην τους αφήσουμε να σουλατσάρουν όποτε θέλουν. Λύστε τα σχοινιά. Πρόσω ολοταχώς! Αυτή τη φορά τη γλύτωσες καπετάνιο. Έχε το νου σου γιατί την επόμενη δεν θάσαι τόσο τυχερός.

Με τη ψυχή σιγουρεμένη στη θέση της, απάντησε ο καπετάν Ανδρέας. Δεν έχω τίποτα να κρύψω κύριε ανθυποπλοίαρχε. Γιατί να φοβηθώ;!
Βλέποντας το σκάφος του Λιμενικού ν΄ απομακρύνεται πήρε μια βαθειά πελαγίσια ανάσα γεμίζοντας τα πνευμόνια του θαλασσινό αέρα. Την είχε γλιτώσει κι΄ αυτή τη φορά! Εξήντα χιλιάρικα θα πήγαιναν χαμένα χώρια τη φυλακή που θα τούριχναν. Έπρεπε να βιαστεί να τους αμολήσει σε καμιά απόμερη ακτή γιατί ήξερε πως δεύτερη ευκαιρία δεν θάχε. Έτσι καθώς βαθειανάσαινε με βουλιμία, τους σκέφτηκε. Κλεισμένοι στ΄ αμπάρι θάχαν σκάσει. Ήταν και τα έρμα τα παιδιά που για πρώτη φορά του λάχαινε να μεταφέρει.

- Ρε συ Νικολό, άνοιξε τους τ΄ αμπάρι να πάρουν λίγο αέρα, μη μας σκάσουνε εκεί μέσα και τότε τι θα τους κάνουμε!

Στο βάθος φάνηκε μια γκριζόμαυρη γραμμή. Αυτό μας έλειπε τώρα σκέφτηκε. Θα μας ταρακουνήσει για τα καλά το μπουρίνι. Σε λίγη ώρα ο ουρανός σκοτείνιασε. Αστραπές τον αυλάκωναν παντού. Σηκώθηκε δυνατός αέρας και κύματα τεράστια, που πάλευαν χτυπώντας με λύσσα το καΐκι να το βουλιάξουν. Μ΄ αυτό, γερό σκαρί, μαθημένο από φουρτούνες, αντιστεκόταν βάζοντας τη βαριά του πλώρη να τα σχίζει, περνώντας από μέσα τους. Απ΄ τ΄ αμπάρι ακούγονταν κλάματα μικρών παιδιών και τα τραγούδια των μανάδων τους που προσπαθούσαν να τα ησυχάσουν.

Μετά από ώρα, τα κύματα καταλάγιασαν, λες αποθαρρυμένα κι’ απογοητευμένα που χάσανε τη μάχη. Το καΐκι ακουμπούσε πια σε μιαν απέραντη, όσο έπιανε το μάτι σου, μπουνάτσα. Ήρεμη σαν την κακαβιά μεσ΄ το τσουκάλι αφού σβήσει η φωτιά και πάψει να βράζει. Σουρούπωνε κι΄ ο ουρανός είχε βαφτεί στα πορτοκαλιά παίρνοντας ο μισός φωτιά κατά τη μεριά της δύσης. Όταν θα βράδιαζε για τα καλά, θα τους άφηνε σε μιαν ερημική παραλία κι΄ από κει ας τραβούσαν στην ευχή Του Θεού!

Έτσι κι΄ έγινε. Τους κατέβασαν όλους αφήνοντάς τους ένα βαρέλι με νερό και δυο καφάσια με γαλέτες και κονσέρβες. Ύστερα ανέβηκαν στο καΐκι και ξεμάκρυναν.

Όταν ο ήλιος είχε σηκωθεί για τα καλά, πιάσανε λιμάνι στο νησί. Ο καπετάν Ανδρέας έδωσε στους δυο βοηθούς του το μερτικό τους και αφήνοντάς τους πίσω να φροντίζουν το καΐκι, κατευθύνθηκε προς το σπίτι του. Ο δρόμος της επιστροφής περνούσε μέσα από παστρικά στενά ασπρισμένα σοκάκια. Πολύχρωμα γεράνια, τοποθετημένα αμφιθεατρικά με τάξη πάνω στις σκάλες των σπιτιών, έσπαγαν ευχάριστα το εκτυφλωτικό λευκό, προσφέροντας ξεκούραση και ευχαρίστηση στα μάτια. Πέρασε έξω από την εκκλησία. Από την πόρτα της ερχόταν μυρωδιά από φρεσκοκαμένο λιβάνι και στο προαύλιό της παίζανε τρέχοντας πίσω από μια μπάλα, παιδιά. Την προσοχή του τράβηξε η ολοκαίνουργια καμπάνα, καθώς για μια στιγμή άστραψε στον ήλιο. Έτσι άστραψαν μέσα απ΄ την αγκαλιά της μάνας του και τα μάτια ενός από τα παιδιά που είχε αφήσει χτες βράδυ, καθώς φωτίστηκε το πρόσωπό του από το φακό. Το βλέμμα του, είχε χαραχθεί ανεξήτιλα στη μνήμη του. Βασανιστικό συνονθύλευμα, απόγνωσης, φόβου, απορίας και φρίκης! Η θύμηση αυτή, σμίλεψε τη πέτρινη καρδιά του και πλημμύρισε με τύψεις την απύθμενη ψυχή του. Θεέ μου, τι έκανα σκέφτηκε. Και νάταν η πρώτη μου φορά!
Χωρίς δεύτερη σκέψη, διέσχισε αποφασιστικά το προαύλιο παραμερίζοντας τα παιδιά που έπαιζαν και μπήκε στην εκκλησία.

- Πατέρα θέλω να εξομολογηθώ.
- Έλα παιδί μου. Άνοιξε τη ψυχή σου. Ο Θεός είναι παντού και θα σ΄ ακούσει.
- Πατέρα, χτες έκανα κάτι πολύ κακό και δυστυχώς δεν είναι η πρώτη φορά. Τόχω ξανακάνει άλλες δυο!
- Πες μου παιδί μου να ξαλαφρώσεις. Βγάλτο από μέσα σου. Μη φοβάσαι, ο Θεός είναι φιλεύσπλαχνος

Ο καπετάν Ανδρέας άνοιξε τ΄ αμπάρια της ψυχής του και διηγήθηκε στον παπά με όλες τις λεπτομέρειες όσα είχε κάνει. Μιλούσε ακατάπαυστα σχεδόν μισή ώρα και ο παπάς τον άκουγε αποσβολωμένος. Κάθε λίγο οι ρυτίδες του σκάβονταν περισσότερο, καθώς το πρόσωπό του παραμορφωνόταν από τις γκριμάτσες της έκπληξης που του προκαλούσαν αυτά που άκουγε. Όταν ο καπετάν Ανδρέας αποτέλειωσε με τα σώψυχά του, ο παπάς τράβηξε το καλιμαύχι από το κεφάλι του και είπε.

- Παιδί μου όλ΄ αυτά που μου ΄πες είναι πολύ μεγάλη αμαρτία. Πως μπόρεσες να τα κάνεις;!
- Με τύφλωσε το χρήμα γέροντα. Δυο χιλιάρικα το κεφάλι! Παθιάστηκα και δεν ήξερα τη έκαμα.
- Μην ανησυχείς. Ο Θεός σε άκουσε τώρα που άνοιξες με ειλικρίνεια τη ψυχή σου. Αρκεί να μετανιώσεις πραγματικά και να Του ζητήσεις να σε συγχωρέσει.
- Μα είναι δυνατόν ο Θεός να μου συγχωρέσει τέτοια αμαρτία;!
- Είναι Φιλέσπαχνος και Ελεήμον.
- Όχι μόνο μετανιώνω, αλλά τα χρήματα που τόσο καιρό έχω μαζέψει δεν τα θέλω πια. Με καίνε. Θα τα δώσω όλα να βοηθήσω να χτίσουμε ένα ορφανοτροφείο για τα ορφανεμένα παιδιά.
- Αυτό είναι κάτι που λείπει από το τόπο μας παιδί μου! Θα σώσει πολλά ορφανά!
- Όμως γέροντα επιμένω. Πως θα με συγχωρέσει ο Θεός. Το κακό που έκαμα πως θα γιατρευτεί με μια συγχώρεση; Ποιος νοιάστηκε για τους ανθρώπους που αμόλαγα στο έλεός τους;! Τι θάχουν απογίνει;
- Μη βλασφημείς παιδί μου και μην αμφισβητείς Τον Θεό. Είναι τεράστια και ανεξάντλητη η δύναμή Του! Εκείνος νοιάστηκε και φρόντισε τους ανθρώπους που άφηνες. Νάχεις πίστη και νάσαι σίγουρος πως όλοι τους είναι τώρα καλά κι΄ έχουν βρει το δρόμο τους.
- Όπως και νάναι γέροντα, τα χρήματα δεν τα θέλω. Δεν μπορώ πια να τα κρατάω. Μου θυμίζουν το βλέμμα του χτεσινού παιδιού.
- Κάνε αυτό που προστάζει η ψυχή σου παιδί μου και ο Θεός θάναι στο πλευρό σου.
- Και δεν πειράζει που τα χρήματα προέρχονται από τη δυστυχία άλλων; Αρκεί που θα πάνε για καλό σκοπό;!
- Απ΄ τη στιγμή που μετάνιωσες πραγματικά και ο Θεός σε άκουσε και σε συγχώρησε, κάνε αυτό που σκοπεύεις. Εκείνος θ΄ αποφασίσει και θα νοιαστεί για όλα σου τα σφάλματά τώρα που ξανάβρες το δρόμο Του.

Ο καπετάν Ανδρέας βγήκε από την εκκλησία βυθισμένος σε σκέψεις χωρίς να νοιώθει πραγματικά ξαλαφρωμένος. Ήταν τόσο απορροφημένος, που δεν έδωσε καν σημασία στη μπάλα των παιδιών που τον χτύπησε στο κεφάλι. Τον βασάνιζε ένα μεγάλο δίλλημα. Είναι άραγες σωστό, ακόμη κι΄ αν ο Θεός μ΄ έχει συγχωρέσει, με τα μαγαρισμένα λεφτά πούχω μαζέψει πουλώντας ψεύτικες ελπίδες σ΄ απεγνωσμένους, να φτιάξω τώρα στέγη για τα ορφανά;! Ξάφνου, το μυαλό του με μιας, σταμάτησε να σκέφτεται. Είχε πάρει την απόφασή του.

Γύρισε στο καΐκι. Οι βοηθοί του είχαν φύγει. Πήδηξε μέσα και έβαλε πλώρη μεσοπέλαγα. Όταν ξανοίχτηκε αρκετά, έσκυψε και σήκωσε τη κρυφά λασκαρισμένη σανίδα κάτω από τη λαγουδέρα. Έπιασε το κρυμμένο ξύλινο κουτί που μέσα του φυλούσε τα λάθρα χρήματα και το άνοιξε λες κι΄ ήθελε να σιγουρευτεί πως ήταν εκεί.

Είχε νυχτώσει πλέον κι΄ οι φωτιές φαινόντουσαν από μακριά, σαν φάροι να τον καθοδηγούν. Ήταν ακόμα εκεί. Όπως τους άφησε. Κάρφωσε τη πλώρη του καϊκιού στα βότσαλα και πήδηξε στη παραλία. Τον πλησίασε αναγνωρίζοντάς τον απορημένος ένας κοντός άνδρας. Ο καπετάν Aνδρέας τέντωσε μπροστά τα χέρια του κρατώντας το κουτί και με τα λίγα Αγγλικά που ήξερε του είπε. Take it! It is from your people. Good luck and don’t forget the God is big! Ύστερα πήδηξε βιαστικά στο καΐκι και απομακρύνθηκε.

Στη διαδρομή ένοιωθε να τούχει φύγει ένα μεγάλο βάρος αλλά κάτι τον έτρωγε ακόμη. Σήκωσε τον ασύρματο.

- Ψαράδικο Μεγαλόχαρη καλεί σκάφος Λιμενικού όβερ.
- Σκάφος Λιμενικού ακούει όβερ.
- Θέλω τον ανθυποπλοίαρχο όβερ.
- Αναμείνατε όβερ……………….
- Ακούει, όβερ.
- Ανθυποπλοίαρχε εδώ καπετάν Ανδρέας. Αυτός με το τσερνίκι που θέλατε να ελέγξετε τ΄ αμπάρι… Ψαρεύω ανοιχτά και είδα πολλές φωτιές αναμμένες στο γυαλό «κοχλάκια». Φαίνεται σα νάναι πολλοί άνθρωποι μαζεμένοι. Σίγουρα κάτι τρέχει. Όβερ.
- Ελήφθη. Θα το ελέγξουμε άμεσα όβερ.

Έκλεισε τον ασύρματο κι΄ ένα χαμόγελο ικανοποίησης έσκασε στα χείλη του. Ήξερε ότι θα τους φροντίσουν. Έπιασε το μπουκάλι με τη ρακή και κατέβασε μια γενναία γουλιά καίγοντας τα σωθικά του. Η ψυχή του, είχε βρει επιτέλους κάθαρση!

zifl

* τσερνίκι: http://www.naftotopos.gr/index.php?opti ... 81&lang=el
 #112377  από Κωνσταντίνα
 Σάβ Ιούλ 25, 2015 8:49 pm
Το καταφύγιό σου είναι ο εαυτός σου
Της Μαίρης Ρήγα
Ανοίγεις τα μάτια σ’ έναν κόσμο αλλοιωμένο, πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι γνωρίζεις. Κρύο, δυνατοί θόρυβοι, πολύ φως. Ανοίγεις το στόμα κι από μέσα βγαίνει ένα φωναχτό συναίσθημα. Δεν το ξέρεις αυτό το συναίσθημα, δεν ξέρεις ότι είχες φωνή. Δεν το ξέρεις το στήθος που σε ακουμπάνε. Όμως μοιάζει οικείο. Μυρίζει μαμά, οπότε είναι εντάξει.
Μετά από λίγο συνειδητοποιείς ότι έτσι θα είναι ο κόσμος όπου θα ζεις πια. Σαλιώνεις ένα δάχτυλο και το σηκώνεις στο κενό. Προς τα πού φυσάει ο αέρας της ζωής σου; Ύστερα κάνεις δύο μπουνίτσες τόσες δα και σφηνώνεις κάτω απ’ το στήθος αυτό το κάτι που κρατάς να μη σου φύγει. Σε παίρνει ο ύπνος λίγο πιο ήσυχο έχοντας νιώσει την καθησυχαστική παρουσία εκείνου του ενός, που είναι δίπλα σου απ’ την πρώτη-πρώτη στιγμή.
Πας σχολείο, πας πανεπιστήμιο. Χριστέ μου, πώς θα επιβιώσω απ’ τις πανελλήνιες; Γαμώτο, πώς βγαίνει η ύλη του εξαμήνου; Κάθεστε μαζί κάτω κι εκείνος σου κρατάει το βιβλίο για να πεις μάθημα. Ξενυχτάει μαζί σου κι ανησυχεί. Το πρωί θα σου θυμίσει τη μισοφαγωμένη σοκολάτα που κουβαλάς στην τσάντα σου, για να πάρεις δυνάμεις. Στα λάθη σου θα είναι αμείλικτος κριτής σου. Τον τρέμεις, γιατί μόνο εκείνος ξέρει να σε κάνει τόσο σκουπίδι, αν και τελικά είχε λόγο· στα έκανε νιανιά και στα έδωσε να τα φας, γιατί μόνο έτσι χωνεύεις τις ατέλειές σου και βρίσκεις τρόπους να τις βελτιώνεις. Κι ανάμεσα στα βιβλία και τα διαβάσματα ψάχνεσαι. Ποιος είσαι; Εκείνος σου δίνει την απάντηση.
Γνωρίζεις το άλλο σου μισό. Ένα μισό εσύ, ένα μισό ο άλλος κι όμως μαζί δεν κάνετε έναν άνθρωπο. Σύνολο στη σχέση σας δεν είστε ούτε καν δύο. Τέσσερις είστε! Το φαντάζεσαι;
Καμιά φορά οι επιλογές σου σε διαψεύδουν. Τότε και για μια περίοδο κατοικείς αποκλειστικά τα πατώματα, με ιδιαίτερη προτίμηση σ’ αυτό του μπάνιου, γιατί εκεί μένει κι η φίλη σου η λεκάνη. Ουίσκια και τσιγάρα στην ατμόσφαιρα. Τίποτα και κανέναν άλλο δεν ανέχεσαι. Μόνο εκείνον δεν μπορείς να ξεφορτωθείς. Δεν τον θες, αλλά τουλάχιστον τον ανέχεσαι. Μέχρι που μια μέρα σε βουτάει απ’ τα μαλλιά και σου φωνάζει «Ξεκόλλα, μα…κα μου! Δεν πάλευα εγώ να σε κάνω άνθρωπο σωστό με τα όλα του, για να σε δω να μεταλλάσσεσαι σε φτηνή απομίμηση. Μπρος, έφτασε η ώρα ν’ ανοίξουμε τα παράθυρα.» Και σηκώνεσαι, γιατί εκείνος σου έτεινε το χέρι του.
Άλλες φορές πρέπει να πάρεις μια μεγάλη απόφαση. Πολλοί σε νοιάζονται για να σου δώσουν τη γνώμη τους. Αλλά εκείνος ο ένας ξέρει να σου υποδείξει τα σωστά κριτήρια και να σε κατευθύνει στο δρόμο που πραγματικά σου ταιριάζει. Απ’ την άλλη, στις μεγάλες δυσκολίες είναι το πρώτο στήριγμα και το τελευταίο καταφύγιο. Όλα τα ενδιάμεσα μπορεί να υποκύψουν, αλλά εκείνος θ’ ακολουθεί πάντα πιστά στην κάθοδό σου.
Μάνα μου, ακόμα αναρωτιέσαι; Δεν είναι φίλος, γιατί ποιος ν’ αντέξει τόσα πολλά; Δεν είναι οικογένεια, γιατί απ’ αυτή κάποτε απογαλακτίζεσαι. Δεν είναι ούτε σύντροφος, γιατί κι αυτός τις ίδιες ανάγκες μ’ εσένα έχει μέσα στη σχέση σας.
Δεν ήταν γρίφος. Το σωστό πρόσωπο είναι ο εαυτός σου.
Τόσοι άνθρωποι στη ζωή μας, όμως όλοι περνούν, γιατί οι άνθρωποι αυτό κάνουμε. Μόνη σταθερά στην εξίσωση ο εαυτός μας. Δουλεύει ακούραστα και πάντα υπογείως, πίσω απ’ τις κάμερες, κάτω απ’ το πετσί μας, στον πυρήνα της ύπαρξής μας, που τον φυλάμε.
Να τον προσέχεις τον εαυτό σου. Να του φοράς ζακέτα τα βράδια μη σου κρυώσει. Να μην τον εξαναγκάζεις σε καταστάσεις που τον καταπιέζουν. Να μην του επιβάλλεις ανθρώπους που δεν του πρέπουν. Να μην του πνίγεις τα όνειρα σε λίμνες και σε θάλασσες. Να μην τον κρατάς πίσω εκεί που έχει όλη τη δυναμική να πάει μπροστά.
Μα πάνω απ’ όλα να τον αγαπάς. Είναι πλάσμα ιδιόμορφο. Κόβεται για σένα, να τα κάνει όλα κι όπως θες. Να μη σ’ απογοητεύσει, να φτάσει τις προσδοκίες σου. Κι ω, τι προσδοκίες έχεις! Υπεράνθρωπες κι απάνθρωπες τις περισσότερες φορές. Αλλά τον έχεις ακούσει να παραπονιέται; Το μόνο που ζητά είναι αγάπη για καύσιμο. Αν του αρνηθείς, τον σκοτώνεις και μένεις ένα περίβλημα χωρίς εαυτό μέσα.
Όσο τηρείς αυτά τα απλά και βασικά, αισθάνεσαι ευχαριστημένος. Περνάς καλά με τον εαυτό σου κι αυτό βγαίνει προς τα έξω. Η ζωή τσουλάει. Όσο τρώγεσαι, η μόνιμη εσωτερική σύγκρουση που βιώνεις χαλάει τα πάντα στην καθημερινότητά σου, απ’ τα πιο μεγάλα μέχρι τα πιο μικρά· αδυνατείς να συγκεντρωθείς στους στόχους σου, ενώ σου φταίει μέχρι κι ο μπροστινός στην ουρά επειδή αναπνέει.
Μόνοι μας πάμε κι ερχόμαστε στη ζωή. Ή κι όχι, αν επιλέξεις την ανάγνωση ότι είσαι εσύ κι ο εαυτός σου σε κάθε περίπτωση. Γι’ αυτό σου λέω, μην τον αμελείς.
Βούτα τα κλειδιά του αυτοκινήτου, κατέβασε τα παράθυρα να μπει το καλοκαίρι ανάμεσα στα μαλλιά σου, βάλε μουσικούλα της αρεσκείας σου και τράβα μια βόλτα. Κάνε μια στάση στο μεταξύ. Κάπου να έχεις θέα, μια θάλασσα, μια Αθήνα με φωτάκια, έναν κάμπο με κατσίκια, ό,τι σου βρίσκεται και φάε ένα παγωτό. Όχι, μη μετρήσεις τις θερμίδες αυτή τη φορά. Άκου με κι ο εαυτός σου θα σ’ ευγνωμονεί.
http://enallaktikidrasi.com/2015/07/kat ... z3gvTv3Yuc
 #112398  από Κωνσταντίνα
 Τρί Ιούλ 28, 2015 12:59 pm
Ο Bukowski, η ζωή και τα πρέπει
Εικόνα
Η ζωή είναι περίεργη καθώς την ζεις μονάχα μία φορά και την πληρώνεις δέκα.

Έχεις μονάχα μία ευκαιρία για να βρεις την ιδανική συνταγή, μα αν την πετύχεις μία φορά σου είναι αρκετή.

Για να μπορείς λοιπόν να πεις πως έφτασες στο τέρμα, πως είδες όσα ήθελες και έχεις πια χορτάσει..

Πρέπει τουλάχιστον μία φορά να καεί η γλώσσα και η καρδιά σου.

Πρέπει να γρατζουνιστούν τα γόνατα μα και τα σχέδιά σου.

Πρέπει να αποτύχεις για να επιτύχεις, γιατί όσοι δεν απέτυχαν είναι όσοι ποτέ δε ρίσκαραν.

Πρέπει να γευτείς λεμόνι και αλάτι για να σε γλυκάνει μία σοκολάτα γάλακτος.

Πρέπει να γνωρίσεις τους λάθος ανθρώπους για να εκτιμήσεις την αξία της συντροφιάς όταν βρεις επιτέλους τους σωστούς.

Πρέπει να χάσεις το πτυχίο γαλλικών, την θέση στη σχολή που ονειρευόσουν από παιδί ή έστω τα κλειδιά με το αγαπημένο σου μπρελόκ.

Πρέπει να πληγωθείς μα πρέπει και να πληγώσεις.

Να αποχωριστείς τον πρώτο σου έρωτα και να βρεις το αέναο πάθος της ζωής σου.

Αφού το βρεις, όποιο κι αν είναι, πρέπει ολοκληρωτικά να του δοθείς.

Πρέπει να ξυπνήσεις ένα πρωί και να αναρωτηθείς αν αντέχεις να υπομείνεις την ημέρα που ξεκινάει.

Πρέπει να διαφωνήσεις με τους γονείς σου και να επιμείνεις στην θέση σου ακόμη κι αν δεν μιλήσετε για μερικές ημέρες.

Να σου κλέψουν πρέπει το πορτοφόλι, την θέση parking ή έστω τη σειρά στο ταμείο.

Να κρυολογήσεις άσχημα επειδή δεν έβαλες ζακέτα.

Να παρακοιμηθείς επειδή ζήτησες πέντε λεπτά ακόμη από το ξυπνητήρι σου.

Πρέπει να πιεις για να ξεχαστείς και αντ’ αυτού να θυμηθείς γιατί αξίζει να ζεις.

Να έρθει πρέπει η στιγμή που δεν θα ξέρεις τη σωστή απάντηση.

Ή ακόμη και η στιγμή που δεν θα έχεις καν απάντηση.

Πρέπει να επιλέξεις το λάθος πακέτο τηλεφωνίας και την λάθος κίνηση στο σκάκι.

Πρέπει να δοκιμάσεις ένα παντελόνι που δεν σου κουμπώνει και να σου κάνουν δώρο μια μπλούζα δυο νούμερα μεγάλη.

Πρέπει να απογοητευτείς από φίλους, να γελάσεις με κρύα ανέκδοτα και να υπομείνεις βαρετές ταινίες μέχρι εκείνη που ασυναίσθητα θα σε αλλάξει για πάντα.

Πρέπει να χάσεις στα χαρτιά την ίδια μέρα που θα χάσεις και στην αγάπη.

Να μην έχεις ούτε πίτα, ούτε σκύλο.

Οι αντοχές σου πρέπει να σε εγκαταλείψουν πριν φτάσεις στην γραμμή του τερματισμού.

Πρέπει να δεις το τελευταίο λεωφορείο για την θάλασσα να απομακρύνεται το πιο ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού.

Πρέπει να βρεις έναν άνθρωπο για τον οποίο θα τα παρατούσες όλα και να αναγκαστείς να παρατήσεις την ιδέα του μαζί.

Πρέπει να συνειδητοποιήσεις πως η ζωή σου πήρε έναν δρόμο που δεν διάλεξες εσύ.

Να ευχηθείς να ήσουν για μια στιγμή άλλου, σε εκείνο το “εκεί” που τόσο σου έχει λείψει.

Να έρθει η μέρα που δεν θα μπορέσεις να παραδεχθείς τα συναισθήματά σου, ούτε καν στον εαυτό σου.

Να δεις τον κόσμο σου να καταρρέει τριγύρω μα και μέσα σου.

Πρέπει να συνειδητοποιήσεις πως κάποια όνειρά σου δε θα πραγματοποιηθούν ποτέ και ακόμη πως ποτέ δε θα καταφέρεις να τα έχεις όλα.

Πρέπει να αναγνωρίσεις, λόγω εμπειρίας και όχι θεωρίας, πως τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα, αφού επιθυμήσεις κάτι που δεν μπορείς να αγοράσεις.

Πρέπει να χάσεις το κορίτσι πριν βρεις το θάρρος να της εξηγήσεις.

Και πρέπει να πεθάνεις μερικές φορές πριν μπορέσεις πραγματικά να ζήσεις.

Εικόνα
Αγγελική Μαυρομμάτη

“You have to die a few times before you can really live” C. Bukowski
http://www.dubiumn.com/%CE%BF-bukowski- ... %B5%CE%B9/
  • 1
  • 41
  • 42
  • 43
  • 44
  • 45
  • 47