Άμα γεράσει ο άνθρωπος,
μειώνεται το φως του.
Θαρρεί πως κατουρεί μακριά,
μα κατουρεί ομπρός του.
Αγόρασα έναν φορτωτή,
με οροφή κομμένη.
Για να μπορεί με άνεση,
στσι τράπεζες να μπαίνει.
Το να γενεί κανείς παππούς,
αυτό δεν είναι πράμα.
Το να κοιμάσαι με γιαγιά,
είν' το μεγάλο δράμα.
Άμα τη δεις την κοπελιά
κι έχει πολύν αέρα,
στείλ' τηνε στο διάολο
κι ακόμα παραπέρα.
Το μαύρο το πουκάμισο
το πήρα απ' του Αρμάνι.
Σαρανταδυό χιλιάρικα
το γ@...... κάνει.
Την πεθερά μου μια βραδιά
στον ύπνο μου την είδα.
Και νόμιζα πως πάλευα
με τη Λερναία Ύδρα.
Σαν τη θωρείς την κοπελιά
κι όλο γυρεύει χάδια,
να ξέρεις πως τα κέρατα
βγάζουνε παρακλάδια.
Τη μαντινάδα δυο φορές,
ποτέ σου μην τη λέεις.
Γιατί θαρρούν οι κοπελιές,
πως άλλες δεν κατέεις.
Αγάπε με να σ' αγαπώ,
με αγάπη εμείς να ζούμε.
Μα αν μ' αγαπάς αγάπη μου,
σκάσε να κοιμηθούμε!
Σαν θα πεθάνω βάλτε μου
το κινητό στο μνήμα.
Μα μη με θάψετε βαθιά,
γιατί δεν θα 'χω σήμα.
Την πεθερά μου βάλτε τη
πάνω στον Ψηλορείτη.
Για να την βλέπουν οι οχτροί
να σκιάζονται την Κρήτη!
Άλλος τη θέλει όμορφη.
Άλλος τη θέλει να 'χει.
Κι άλλος κλείνει τα μάτια του
και παίρνει όποια λάχει.
Ανάθεμά τη τη ρακή
ίντα 'ναι αυτό που κάνει,
κι όταν την πίνω γίνεται
το πάτωμα ταβάνι.
Καλιά 'ναι να σου παίξουνε
με το πιστόλι δέκα.
Παρά να πας να παντρευτείς
μία γλωσσού γυναίκα.
Ήθελα να 'μουνα χοχλιός,
να 'ρθω στη γειτονιά σου.
Να γράφω με το σάλιο μου
στις πέτρες τ' όνομά σου.
Την πεθερά μου θέ να δω,
στα χασαπιά σφαγμένη.
Με το κιλό να την πουλούν,
κανείς να μην την παίρνει.
Εξήντα μήνες σ' αγαπώ,
σύνολο πέντε χρόνια.
Και λεμονιές να φύτευα
θα έκοβα λεμόνια.
Εσύ που ξέρεις τα πολλά
κι ο νους σου κατεβάζει.
Ένα βαρέλι ζάχαρη,
πόσους φραπέδες βγάζει;
Εσύ είσαι μικρή μου όμορφη,
μα εν πάση περιπτώσει.
Να δούμε κι ο πατέρας σου,
ίντα λεφτά θα δώσει.
Πως μ' αγαπάς το διάβασα
σ' ενός αρνιού τη σπάλα.
Μα εγώ για να βεβαιωθώ,
θα πάω να σφάξω κι άλλα.
Κι εκεί που σ' είχα απέναντι
και μ' άπλωνες το χέρι,
ξύπνα μου λέει μια φωνή,
και πήγε μεσημέρι!
Aν μάθω ότι παντρεύτηκες
και άλλον ότι πήρες,
θα σκοτωθώ Kατερινιώ,
με δυο καφάσια μπύρες!
Όταν στο σπίτι μου κοντά,
η πεθερά ζυγώνει,
με πιάνει σοκ αλλεργικό
και παίρνω κορτιζόνη.
Μάζεψε τα στοιχάκια σου
και κάνετα ένα τόπι
ρίχτα εις τον απόπατο
πέσε και σύ κατόπι
__._,_.___
Welcome to the Hotel California!
You can check-out any time you like,
but you can never leave!