• Δανειστική βιβλιοθήκη

  • Αναρτήσεις και συζητήσεις άσχετες με την νόσο της πολλαπλής σκλήρυνσης.
Αναρτήσεις και συζητήσεις άσχετες με την νόσο της πολλαπλής σκλήρυνσης.
 #96870  από LL--MM
 Πέμ Νοέμ 21, 2013 9:50 pm
Κώστας έγραψε:Ζητώ συγνώμη για το μέγεθος της δημοσίευσης, αλλά η ιστορία δύσκολα περιγράφεται συνοπτικότερα

Οι άνθρωποι που μύριζαν λεβάντα

Οι τρεις αδελφές παντρεύτηκαν και έκαναν από ένα παιδί η καθεμία. Δύο κορίτσια κι΄ ένα αγόρι. Αυτά μεγάλωσαν αγαπημένα, κοντά το ένα στο άλλο. Ήταν άλλωστε πρώτα ξαδέλφια.

Η μάννα του, δε δούλεψε ποτέ στη ζωή της. Γέννησε το Δημήτρη και κρεμάστηκε από πάνω του. Μοναχοπαίδι! Ζούσε και ανέπνεε γι αυτόν.
Δηλαδη, τα οικιακά δεν είναι και δουλειά... Συγγνώμη, Κώστα, πολλά είναι αυτά που δεν καταλαβαίνω στην ιστορία αυτήν... Επίτρεψέ μου να προσθέσω μερικές λεπτομέρειες, που μου ενέπνευσε...

Αν και δεν πίστευε ότι θα συνέβαινε το μοιραίο, κάποια στιγμή τη παραμονή της επέμβασης, έκατσε και έγραψε σ΄ ένα μεγάλο ντοσιέ σημειώσεων την επιθυμία του. Είχε αρκετά πράγματα ν΄ αφήσει. Και ήθελε να τ΄ αφήσει όπως αυτός επιθυμούσε και όχι όπως ο νόμος θα όριζε. Έτσι αφού έγραψε αυτά που ήθελε, κλείδωσε το ντοσιέ και διάφορα άλλα μικροαντικείμενα σ΄ ένα μαύρο χαρτοφύλακα και μήνυσε ν΄ ανοιχτεί μόνο αν κάτι δεν θα πήγαινε καλά. Τα κλειδιά τα έδωσε στη κυρά Κατίνα, τη γειτόνισσα του, μια χείρα που πάλευε μονάχη με δύο παιδιά. Την εμπιστευόταν και τη συμπαθούσε πολύ, αλλά κι΄ αυτή πάντα του συμπαραστεκόταν βοηθώντας τον με τη μητέρα του και ήταν δίπλα του νυχθημερόν εκείνες τις δύσκολες στιγμές στη κλινική.
Για κάποιον τόσο συστηματικό, αυτός ο Γιώργος έκανε μισές δουλειές στη «θέληση» ν’αφήσει οτιδήποτε στη χήρα με τα παιδιά. Δε φαίνεται παρά να ενδιαφερόταν παρά για τον εαυτό του: Διότι όταν μοιράζει κανείς κληρονομιές και κληροδοτήματα με τρόπο που να παραρβαίνει στο ελάχιστο τους νόμιμους κανόνες, ΕΞΥΠΑΚΟΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΙΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗ ΛΟΓΙΚΗ ότι οι όποιοι ενδιαφερόμενοι, θα θελήσουν να εξασκήσουν τα δικαιώματα που θεωρούν δικά τους. Αν μη τι άλλο για ν’αποφευχθούν τα προβλήματα που αναφέρονται και που είναι ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΑ στις περιπτώσεις αυτές.


Ακόμη και σήμερα, πολλά χρόνια από τότε, ο Γιώργος αδυνατεί να διώξει από τις αισθήσεις του, τη διακριτική μυρωδιά που τον πλημμύριζε, κάθε φορά που επισκεπτόταν το άβατο του Δημήτρη. Αυτή που είχε ποτίσει όλα τα ρούχα, τα έπιπλα και τ΄ αντικείμενα του. Τη μυρωδιά της λεβάντας….
Η οποία όπως αναφέρεις στο κείμενο, ήταν «τεχνητή». Ο Δημήτρης δηλαδή, έδινε περισσότερη σημασία στη «μυρωδιά» παρά στην ουσία... Το έγραψες εξ άλλου, πως ήταν υποχόνδριος...

Μέρος δεύτερο

Η μεγαλύτερη ξαδέλφη

Πρωτεργάτης της προσβολής της διαθήκης. Η πρώτη που όταν αναγνώστηκε επισήμως στο γραφείο του δικηγόρου, αναφώνησε επιδεικτικά πως η επιθυμία του πρέπει να γίνει σεβαστή. Επιβραβεύοντας :scared-eek: την επιλογή του Δημήτρη που τους είχε πρώτους στην εκτίμησή του, η κυρά Κατίνα και τα παιδιά της στους οποίους άφηνε τα πάντα, όπως και ο Γιώργος που του άφηνε τη βιβλιοθήκη, δεν δέχτηκαν να τα αποδεχτούν. Η ξαδέλφη ήταν εκείνη που μίλησε πάλι, υποδεικνύοντας τους πως η επιθυμία του Δημήτρη έπρεπε να γίνει σεβαστή.
Kακιστα. Δεν είναι επιβράβευση αυτή καλέ Κώστα μου, δεν τολμάω να πω τι είναι, μην πείς ότι σου επιτίθεμαι... Δυστυχώς, ακόμα και που ήταν κατά τους τύπους μόνο, Η ΘΕΛΗΣΗ ΤΟΥ, ΑΥΤΗΝ ΑΦΗΣΕ, ΑΠΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΑΜΕΛΕΙΑ ΕΣΤΩ, ΩΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟΥ. Κι αυτή έγινε αποδεκτή από χήρα (που δε σκέφτηκε τα παιδιά της) και Γιώργο, παρότι η πρώτη είχε κοιτάξει τη μητέρα του Δημήτρη, και θα μπορούσε να φέρει μέχρι και μάρτυρες στο δικαστήριο ώς προς αυτά τα πραγματικά περιστατικά.

Αν τους είχε σκεφτεί πραγματικά ο Δημήτρης όμως, θα είχε συζητήσει με το φίλο απ’το στρατό, που θα γινόταν έτσι σύμμαχος της χήρας και των ορφανών, και θα είχαν περάσει σε συμβολαιογράφο τις τελευταίες θελήσεις του. Και η ξαδέρφες, δερβέναγες ή μη, δε θα είχαν καμία επιρροή στο αποτέλεσμα της αναπόφευκτης δίκης, μια και δεν είναι, ούτε παιδιά του, ούτε γονείς του, ούτε γυναίκες του, και δεν έχουν δικαίωμα «νόμιμης μοίρας».



Ο Γιώργος θυμόταν από «πρώτο χέρι», πως οι κατά την επιθυμία του Δημήτρη δικαιούχοι των περιουσιακών του στοιχείων, όχι μόνο αρνήθηκαν τελικά ν'αποδεχτούν οτιδήποτε, αλλά υποχρεώθηκαν να υπογράψουν και σχετικό χαρτί στο δικηγόρο που επιβεβαίωνε την επιλογή τους. Κι έτσι δόθηκε το πράσινο φως για ν΄ αρχίσει το σκύλεμα…
Δεν υπάρχει τέτοια υποχρέωση μέσα στο νόμο, έλεος! Και θεώρησαν ότι έδειξαν "ανωτεροτητα"... Λυπάμαι αν δεν το βλέπω έτσι. Αν "σεβόταν την επιθυμία από πρώτο χέρι και δεν ήθελαν ν’αρχίσει σκύλεμα αυτό", δεν είχαν παρά να πάρουν τη διαθήκη και να την παν στο πρωτοδικείο, οπότε κι ο "φίλος δικηγόρος" θα είχε ΠΟΛΥ μικρότερο περιθώριο ενεργειών:
Άρθρο 1774: Δημοσίευση ιδιόγραφης έγραψε: Όποιος κατέχει ιδιόγραφη διαθήκη οφείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση μόλις πληροφορηθεί το θάνατο του διαθέτη να την εμφανίσει για δημοσίευση στον Ειρηνοδίκη είτε της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του διαθέτη είτε της δικής του διαμονής.
επιμύθιο
ο Θεός είναι πάντα ο ισχυρότερος από εσένα…. Όχι ακριβώς: Η Παναγία δεν ήταν που έλεγε «πάρε κι εσύ τα ποδαράκια σου»... τουλάχιστον κατά τη λαϊκή ρήση;;; Παλαιότερα έλεγαν «Συν Αθηνά και χείρα κινει...
Α, το Ευαγγέλιο έλεγε και κάτι άλλο: Μήν αφήνετε τους μαργαρίτας έμπροσθεν των χοίρων, μήποτε καταπατήσωσι αυτούς...



zifl

Υσ. Ζητώ συγνώμη αν σας κούρασα.

Λυπάμαι, Κώστα, κι εγώ ζητώ συγγνώμη αν απαντάω έτσι, αλλά τώρα πλέον δε χρειάζεται να έχει κανένας ιδιαίτερες γνώσεις για να πάει στον Ειρηνοδίκη την όποια διαθήκη είναι στην κατοχή του, όπως αυτήν του αμελούς Δημήτρη... ώστε να μπορέσει ν’ασκήσει τα δικαιώματά του μαζί και τη θέληση του διαθέτη: Ούτε είναι κατανοητό ότι όσοι έχουν αντίθετα συμφέροντα θα του αφήσουν ελεύθερο πεδίο για να πάρει ότι «δικαιούται ηθικά»... Και στην περίπτωση που αναφέρεις, δεν είναι ότι ο νόμος δεν προστάτευε χήρα, ορφανά και δικαιούχο του κληροδοτήματος. ΑΥΤΟΙ ώς δικαιούχοι, άφησαν να σκυλευτεί η κληρονομιά/το κληροδότημα που τους ανήκε.

Η γιαγιά η Κασσάνδρα

Αυτό που με στενοχωρεί και στο πρώτο και στο δεύτερο κείμενο, είναι ότι συγχεονται όσα δε μπορούμε να αποφύγουμε κι όσα θα μπορούσαμε κάλλιστα (με κάποια προσπάθεια, έστω) να αλλάξουμε προς το καλύτερο, το δικό μας και των γύρω μας... Κι έτσι αναδεικνύονται ενοχές οι οποίες δεν έχουν κανένα απολύτως λογο υπάρξεως.

Τέλος, δε μπορώ να πιστέψω σε ένα θεό που "θέλει" να υπάρχουν ορφανά... Ο σεισμός είναι ατύχημα με τραγικές συνέπειες, αλλά η αποδοχή αυτή είναι "άρρρωστη".

Και σκεφτείτε και κάποια ευχάριστα: Στο χάλι που είναι σήμερα η χώρα μας, οι φόροι που θα πρέπει να πληρώσει η ξαδέρφη-δερβέναγας για το σπίτι αυτο, θα την κάνουν, ακόμα κι αυτή, να το δώσει κοψοχρονίά, για να περιοριστούν οι φόροι μεγάλης ακίνητης περιουσίας που θα'χει να πληρώνει.
Τελευταία επεξεργασία από το μέλος LL--MM την Πέμ Νοέμ 21, 2013 10:45 pm, έχει επεξεργασθεί 1 φορά συνολικά.
 #96874  από Κώστας
 Πέμ Νοέμ 21, 2013 10:35 pm
Κασσάνδρα, η ιστορία είναι αληθινή! Περιέγραψα τα πράγματα όπως ακριβώς έγιναν. Όσο αφορά την ιδιόχειρη επιθυμία του Δημήτρη, δεν φρόντισε να την εξασφαλίσει, γιατί κατά βάθος δεν πίστευε ότι θα πεθάνει, αφ΄ ετέρου, αυτή βρέθηκε στα χέρια μιας αμόρφωτης γυναίκας που αποκλείεται να την πήγαινε στο πρωτοδικείο γιατί απλά δεν γνώριζε ούτε τη διαδικασία αλλά ούτε και το περιεχόμενο του σφραγισμένου φακέλου (με την ιδιόχειρη επιθυμία), ο οποίος ξεσφραγίστηκε ενώπιον όλων και τότε έγινε αντιληπτό πως πρόκειται ουσιαστικά για διαθήκη.

Υσ. Ας μην το αναλύσουμε περισσότερο γιατί θα χαλάσουμε με διαλόγους τη βιβλιοθήκη
 #96897  από Φαίδρα
 Παρ Νοέμ 22, 2013 1:34 pm
Ένα αγόρι περπατούσε για να αγοράσει ψωμί όταν ο δήμαρχος της πόλης πέρασε το δρόμο.

«Ο λόγος για τον οποίον είναι τόσο ισχυρός, είναι επειδή έχει κάνει συμφωνία με τον διάβολο» - είπε μια πολύ ευσεβής γυναίκα στο αγόρι και του κίνησε τη περιέργεια.

Ενώ ταξίδευε σε μια άλλη πόλη, το αγόρι είδε ένα καρπερό χωράφι. Ρώτησε αμέσως ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του.

«Όλη αυτή η Γη, ανήκει σε έναν μόνο άνθρωπο. Στοιχηματίζω πως είναι δουλειά του διαβόλου.» του απάντησε ένας κάτοικος.

Αργότερα την ίδια μέρα, πέρασε μπροστά από το αγόρι μια πανέμορφη γυναίκα. Ένας παπάς ήταν δίπλα του και βλέποντάς την, είπε δυνατά: «Ο διάβολος έστειλε αυτή τη γυναίκα!»

Από τότε και στο εξής, το αγόρι αποφάσισε να αναζητήσει τον διάβολο. Μια μέρα κατάφερε να τον συναντήσει πρόσωπο με πρόσωπο.

«Λένε πως μπορείς να κάνεις τους ανθρώπους ισχυρούς, πλούσιους και όμορφους!»

«Για να είμαι ειλικρινής αυτό δεν αληθεύει»
, απάντησε ο διάβολος. «Αυτή είναι απλώς η άποψη εκείνων που προσπαθούν να με διαφημίσουν.»

Του Paulo Coelho

ΠΗΓΗ
 #96903  από Κωνσταντίνα
 Παρ Νοέμ 22, 2013 4:47 pm
Φαίδρα έγραψε:..........................................................................................................................................................................................................................................................
Από τότε και στο εξής, το αγόρι αποφάσισε να αναζητήσει τον διάβολο. Μια μέρα κατάφερε να τον συναντήσει πρόσωπο με πρόσωπο.

«Λένε πως μπορείς να κάνεις τους ανθρώπους ισχυρούς, πλούσιους και όμορφους!»

«Για να είμαι ειλικρινής αυτό δεν αληθεύει»
, απάντησε ο διάβολος. «Αυτή είναι απλώς η άποψη εκείνων που προσπαθούν να με διαφημίσουν.»

Του Paulo Coelho

ΠΗΓΗ
Σκέψου σε αντιδιαστολή .........."το θέλημα Θεού"!!! :think:
 #96981  από LL--MM
 Δευ Νοέμ 25, 2013 11:42 am
α)Οι μόνοι που ξερουν (στο περίπου, τουλάχιστον) πότε θα πεθάνουν είναι οι αυτόχειρες...

β) Ηθελε η γιαγιά να δυσφημίσει το "Θεό της";;; Τα προβλήματα και οι δυστυχίες ατελείωτα, αλλά το να "εμβολιάζεται" το παιδί με αυτή την αίσθηση αδυναμίας κι ανευθυνότητας :smile-tmi: :smile-tmi: :smile-tmi: είναι αυτό που θα το βοηθήσει ν'ανταπεξέλθει;;; :think: :think: :think:
 #97672  από κατερινα 55
 Δευ Δεκ 09, 2013 6:26 pm
ΕικόναΆννα Κουρουπού => http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.authors&id=147

Μαμά, γερνάω

Μου λείπεις κι ας μη σε παίρνω τηλέφωνο τόσο συχνά και μου παραπονιέσαι. Βαραίνει ο νους μου από τις σκέψεις, χάνεται η νόρμα, μπαίνει σε επικίνδυνα μονοπάτια. Μοναχικά. Και κάπου εκεί που σ’ έχω ανάγκη, μπαίνει σφήνα ένας εγωισμός πώς να ξεφύγω απ' την παγίδα μου και… σε χάνω. Θα με πάρεις εσύ, πάλι, να μου παραπονεθείς γλυκά. Και κάθε φορά θα σου λέω "συγνώμη, ρε μαμάκα, ξεχάστηκα, έχω τόσα στο κεφάλι μου". Στην ψυχή μου τα έχω, στην πλάτη μου. Βάρυνα. Νομίζω πως αρχίζω και καμπουριάζω. Μα παλεύω ε; Έτσι δεν μ' έμαθες; Μα πώς να στο ομολογήσω! Τόσα άντεξες για μένα. Για να είναι η ψυχή μου ανάλαφρη.

Χιόνια, πολλά χιόνια. Μια σταλιά ήσουν και σε θυμάμαι να φοράς κάτι γαλότσες άτσαλα να προλάβεις πριν βραδιάσει να πας στην πλατεία του χωριού να μας φέρεις νερό με δυο μεγάλα μπιτόνια στους ώμους. Πού την έβρισκες τόση δύναμη; Να μας πλύνεις. Να είμαστε καθαρά. Και καμάρωνες τα κατάλευκα ασπρόρουχα που χόρευαν στα σχοινιά στην αυλή απλωμένα. Για να είμαστε καθαρά. Δεν ήξερα πως σχεδόν μάτωναν τα χέρια σου στη σκάφη. Να μας φέρεις στην Αθήνα για μια καλύτερη ζωή. Τα κατάφερες. Μη μετανιώνεις που τώρα δεν είμαστε στην αγκαλιά σου. Πήραμε τον δρόμο μας. Τον δικό μου τον είχες ήδη καταλάβει. Μόνο εσύ. Πάντα εσύ. Με παραμόνευες, με «κατασκόπευες» μην πέσω και σε άλλες παγίδες εκτός από αυτή, που τόσο φοβόσουν, αλλά την αντιμετώπισες με απαράμιλλη αντρειοσύνη. Ξέρεις τι με κρατούσε πάντα, ίσως απερίσκεπτα σε εκείνη την ηλικία, να ξεφύγω από τα όριά μου; Η επιμονή σου και η δύναμή σου. Αυτή μνημονεύω αυτή τη στιγμή και ναι… τη ζηλεύω. Να ‘ξερες τη δύναμή σου. Αλλά αυτοί είναι οι σπουδαίοι άνθρωποι. Που δεν γνωρίζουν τα όρια της αγάπης τους.

Ήσουν μέσα μου σε κάθε ροχάλα που έφαγα στη μούρη. Σε κάθε βιασμό του κορμιού και της ψυχής μου. Για σένα άντεχα. Όχι, λάθος. Από εσένα άντεχα. Κι αν κάποιες φορές λύγισα και πρόδωσα αυτή τη φουρτούνα αγάπης, είναι γιατί λύγιζαν τα γόνατά μου. Και έσκισα το δέρμα μου, και γέμισα χημεία τον οργανισμό μου, τόσο εγωιστικά. Χωρίς να σκεφτώ πόσο πόνο θα σου έδινα. Η κραυγή σου στο τηλέφωνο, όταν έκανα το τραγικό λάθος να επιτρέψω να διαβάσεις το βιβλίο μου, θα με στοιχειώνει μέχρι να φύγω από τον κόσμο αυτό. Δεν έπρεπε να μάθεις λεπτομέρειες. Ήμουν το λουλούδι σου. Και το γέμισα αγκάθια. Σε μάτωσα για άλλη μια φορά. Συγχώρεσέ με.

Γερνάω, μαμά. Αρχίζω και σκύβω. Αυτό με φοβίζει πιο πολύ απ' όλα. Χαμηλώνω το κεφάλι σιγά-σιγά. Κι έρχεται η φωνή σου μέσα από ένα ασύρματο μέσο και με επαναφέρει. Ξανασηκώνω τους ώμους, αρκεί να μου παραπονιέσαι πως δεν σε σκέφτομαι συχνά. Μα δεν θέλω να ακούς βαριά τη φωνή μου, άχρωμη. Αμέσως με καταλαβαίνεις. Κι αρχίζουν οι ερωτήσεις. Τι να σου πω; Πως περνάω δύσκολα; Πως δεν τον αντέχω κάποιες στιγμές αυτό τον κόσμο; Έγιναν πολύ κακοί οι άνθρωποι, μαμά. Λιθοβολούν χωρίς λόγο πια. Θυμός. Πολύς θυμός. Και όταν είσαι αδύναμος, βρίσκουν πρόσφορο έδαφος. Και δεν θέλω να σε φορτώσω άλλο. Την σκιά τη συνήθισα σιγά-σιγά, με τη δική σου ασπίδα. Εσύ ποιου ασπίδα, άραγε, κουβαλάς αγέρωχη ακόμη; Έφυγα πολύ νωρίς από κοντά σου. Δεν πρόλαβα να μάθω τις αντιστάσεις σου.

Καταρρέω, μαμά. Γέμισα ρωγμές, μικρές, σχεδόν αόρατες. Τα σοβατίσματα δεν σώνουν. Όσα χάδια και αν μου έδωσες, δεν έφτασαν. Απέτυχα, μαμά. Αλλά δεν θα στο πω ποτέ. Δεν θέλω να χάσεις την περηφάνια σου για μένα. Ανακάλυψα με τα χρόνια ρέπλικες της ομορφιάς σου, για να «γεμίζω». Να μη σε φορτώνω. Νιώθω ενοχές, για κάθε δάκρυ που έφυγε απ' τα μάτια σου, για μένα.

Μεγάλωσα, μαμά. Και μαζί μου μεγάλωσαν όλα. Πήραν τεράστιες διαστάσεις. Μου είπαν πως κάνω εχθρούς γιατί θέλω ν' αλλάξω τον κόσμο. Αλλάζει ο κόσμος, όταν είναι γεμάτος στίγματα; Οι μουσικές μόνο, χαμήλωσαν. Έγιναν αδύναμες γιατί οι κραυγές των άλλων είναι πιο δυνατές. Και οι σειρήνες που εξαφανίστηκαν είναι καθαρά δική σου νίκη. Έγινα λιποτάκτης των ονείρων μου, μαμά. Ή τα όνειρα βαρέθηκαν να περιμένουν στη στροφή γιατί κοιτούσα κατάματα την πραγματικότητα.

Γερνάει, μαμά, η ψυχή μου. Κουράστηκε. Πολλά τα χρόνια που έσπρωχνα τοίχους να γκρεμίσω. Ίσως να ράγισα μερικούς μα πονάνε τα μπράτσα μου πια. Πολλά τα βουνά που ανέβηκα και λύγισαν τα πόδια. Μόνο τα μάτια κρατάνε μια σπίθα, μια ελπίδα πως όλη αυτή η διαδρομή δεν πήγε στα χαμένα. Α, και η καρδιά. Χτυπάει ακόμη δυνατά για κάθε τι καινούριο, που βλέπει και νιώθει πως κι αυτό θέλει κι ας μην μπορεί, να αλλάξει τον κόσμο.

Φοβάμαι, μαμά. Φοβάμαι μη χάσω τη σπίθα μου. Τους χτύπους μου που τους ακούω αλαφιασμένους λίγο πριν με πάρει ο ύπνος. Να με παίρνεις, να σου λείπω, να μου παραπονιέσαι. Είδες; Ακόμη εγωιστικά σκέφτομαι. Είναι πολλά τα θηρία, μαμά.

.
ένα άρθρο των πρωταγωνιστών
 #97677  από panos59
 Δευ Δεκ 09, 2013 7:43 pm
Υπεροχο!
Πανέμορφο, ανθρώπινο, και τόσο αληθινό!

όπως και το ομότιτλο τραγούδι ("γερνάω μαμά")...
μια εξομολόγηση, μια ανακεφαλαίωση, ένας απολογισμός
για την πορεία, τα κενά, τα λάθη, τις παραλείψεις, τις ωδύνες μιας ζωής...

μιά απολογία,
ένα "κλείσιμο ταμείου",
που η κάθεμιά σας, ο καθένας μας,
πρέπει να βρ(ίσκ)ει το κουράγιο κάποτε να κάνει,
μιλώντας τίμια και "με ανοιχτά χαρτιά"
με το είναι του, με τη συνείδησή του!

και, σ' αύτη την face-to-face συνδιαλλαγή με τη συνείδησή μας,
πού "κολλάει" η μανούλα μας?
(θα μου πείτε ...)

η απάντηση είναι απλή:
για τους περισσότερους από μας
η συνείδησή μας έχει/είχε πάντα τη φωνή της...!



τώρα... τα λόγια και τα γράμματά μας,
αυτά,
τα κάποτε δακρυσμένα και ματωμένα,
από αγάπη και μόνο,
οι πιο πολλοί θα προτιμούσαμε να μη τα διάβαζε/λάμβανε ποτέ!
[όσοι δεν το τήρησαν αυτό (η συγγραφέας μας ανάμεσά τους),
και κατά ομολογία τους, το μετάνοιωσαν πολύ...]

μας αγαπάει άλλωστε τόσο πολύ, γιατί να την πικράνουμε...

και στη μάνα του Μεγαλέξανδρου, το ίδιο με την αδερφή του θα απάνταγα...
Ζει, κυρά μου, ζει! ... Ζεί και βασιλεύει!
 #97740  από eleni POL
 Τετ Δεκ 11, 2013 10:01 am
Τα παιδιά ήταν μόνα...η μητέρα είχε φύγει από νωρίς το πρωί και τα είχε αφήσει στη Μαρίνα, μια νέα δεκαοχτώ χρόνων, την oποία έπαιρνε κάποιες φορές για λίγες ώρες προκειμένου να τα προσέχει με αντάλλαγμα μερικά νομίσματα.
Από τότε που είχε πεθάνει ο πατέρας, οι καιροί είχαν δυσκολέψει πολύ για να ρισκάρει να λείψει από τη δουλειά όταν η γιαγιά αρρώσταινε ή έλειπε από την πόλη.


‘Οταν ο φίλος της κοπέλας τηλεφώνησε για να της προτείνει μια βόλτα με το καινούριο του αυτοκίνητο, η Μαρίνα δεν δίστασε και πολύ. Άλλωστε, τα παιδιά κοιμούνταν όπως κάθε απόγευμα και δεν θα ξυπνούσαν πριν τις πέντε.
Μόλις άκουσε την κόρνα άρπαξε την τσάντα της κι άφησε ανοιχτό το ακουστικό του τηλεφώνου. Προνόησε να κλειδώσει την πόρτα του δωματίου και φύλαξε το κλειδί στην τσέπη της. Δεν ήθελε να διακινδυνέψει να ξυπνούσε ο Πάντσο και να κατέβαινε τη σκάλα για να την ψάξει, γιατί όπως και να ‘χει, ήταν μόνο έξι χρόνων και με την παραμικρή απροσεξία μπορούσε να σκοντάψει και να χτυπήσει...επίσης σκέφτηκε ότι αν συνέβαινε αυτό, δεν θα ήξερε πώς να εξηγήσει στην μητέρα το λόγο για τον οποίο το παιδί δεν την είχε βρει.


‘Ισως να ήταν ένα βραχυκύκλωμα στην τηλεόραση ή σε κάποιο από τα φώτα στον σαλονιού, ή μπορεί μια φλόγα στα καυσόξυλα - το θέμα είναι ότι όταν οι κουρτίνες άρχισαν να καίγονται, η φωτιά έφτασε γρήγορα στην ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια.

Τον ξύπνησε ο βήχας του μωρού, εξαιτίας τον καπνού που περνούσε κάτω απ’ την πόρτα. Χωρίς να σκεφτεί, ο Πάντσο πήδηξε απ' το κρεβάτι και πίεσε με δύναμη το πόμολο για ν’ ανοίξει την πόρτα, αλλά δεν τα κατάφερε.


Όπως και να ‘χει, ακόμα κι αν το είχε καταφέρει, οι φλόγες θα είχαν καταβροχθίσει τον ίδιο και τον λίγων μηνών αδερφό του σε ελάχιστα λεπτά.
O Πάντσο φώναξε τη Μαρίνα, αλλά κανείς δεν απάντησε στην έκκλησή του. ‘Ετσι, έτρεξε στο τηλέφωνο τον δωματίου (αυτός ήξερε πώς να παίρνει τηλέφωνο τη μαμά του), αλλά δεν υπήρχε γραμμή.


O Πάντσο συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να βγάλει τον αδερφό του από ‘κει μέσα. Προσπάθησε να ανοίξει το παράθυρο που έβγαζε στο περβάζι, αλλά ήταν αδύνατο για τα μικρά του χέρια να λύσει την ασφάλεια και ακόμα κι αν τα κατάφερνε, θα έπρεπε να ξεμπλέξει το συρμάτινο πλέγμα που οι γονείς του είχαν βάλει για προστασία.


Όταν οι πυροσβέστες τελείωσαν με το σβήσιμο της φωτιάς, το θέμα συζήτησης όλων ήταν το ίδιο:

Πως μπόρεσε αυτό το τόσο μικρό παιδί να σπάσει με την κρεμάστρα το τζάμι και μετά τη σίτα;

Πως μπόρεσε να φορτώσει το μωρό στο σακίδιο;

Πως μπόρεσε να περπατήσει στο περβάζι κουβαλώντας σημαντικό βάρος και να κατέβει από το δέντρο;

Πως μπόρεσε να σώσει τη ζωή του αδελφού του και τη δική του;

O ηλικιωμένος πυροσβέστης, άνθρωπος σοφός που τον σέβονταν, τους έδωσε την απάντηση:

«Ο μικρός Πάντσο ήταν μόνος...Δεν είχε κανέναν να του πει ότι δεν θα μπορούσε! »...





Jorge Bucay "Guentos para pensar"...(Ιστορίες να σκεφτείς)...
  • 1
  • 31
  • 32
  • 33
  • 34
  • 35
  • 47