• Δανειστική βιβλιοθήκη

  • Αναρτήσεις και συζητήσεις άσχετες με την νόσο της πολλαπλής σκλήρυνσης.
Αναρτήσεις και συζητήσεις άσχετες με την νόσο της πολλαπλής σκλήρυνσης.
 #90700  από Κώστας
 Τρί Μάιος 28, 2013 10:49 pm
Νυχτερινές σκέψεις

Πάντα μ΄ άρεσε να κοιτάω το ηλιοβασίλεμα. Μέχρι ο ήλιος να χαθεί εντελώς και μέχρι το φως να σβήσει τελείως. Αυτή την ώρα του ύπνου του, ο ήλιος, βάφει περίτεχνα τα σύννεφα με χρώματα που θα κάναν και τη παλέτα του πιο τολμηρού ζωγράφου να ντραπεί νοιώθοντας αμηχανία. Είναι η ώρα που γίνεται ο απολογισμός της μέρας που πέρασε. Και μετά έρχεται αυτή η μαγική νύχτα. Αυτή που εξιτάρει την έμπνευση και συντροφεύει τη δημιουργία. Πόσο παράλογο ακούγεται κι΄ όμως πολλά από τα σημαντικότερα στη ζωή μας πράγματα έχουν γίνει νύχτα. Το φως του ήλιου δε συγχωρεί. Είναι αδύνατον να κρυφτείς. Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον λένε και έχουν δίκιο. Ο άνθρωπος φτιάχτηκε για να λειτουργεί τη μέρα και να αναπαύεται τη νύχτα. Έλα όμως που η δημιουργία συμμαχεί πιο συχνά με τη νύχτα παρά με τη μέρα. Κι΄ όταν μιλάμε για δημιουργία δεν εννοούμε την απόδοση στη δουλειά, αλλά αυτό το κάτι τις το παραπάνω, το πνευματικό, το φαινομενικά περιττό, που όμως σε γεμίζει χαρά και ικανοποίηση και πολλές φορές αγγίζει τις ψυχές και τα μυαλά κι΄ άλλων που το περιμένουν από σένα, θεωρώντας ότι οι ίδιοι δεν έχουν το ταλέντο. Μου είναι δύσκολο να φανταστώ πνευματική δημιουργία ξεκομμένη από τη νύχτα. Τη νύχτα που φέρνει τη ποθητή απομόνωση και κλείνει τη πόρτα ερμητικά στα ερεθίσματα της μέρας. Εσύ κι΄ ο εαυτός σου. Η ώρα του ξεζουμίσματος του μυαλού. Η ώρα που κι΄ εσύ ο ίδιος θα εκπλαγείς από τις κρυμμένες και άγνωστές σου αρετές. Λίγη τόλμη γι΄ αυτό που αγαπάς και το ταλέντο ξεδιπλώνεται χωρίς να το προσπαθήσεις. Βαθειά κρυμμένο μέσα σου περιμένει την ευκαιρία να φανερωθεί και να γοητέψει τη ψυχή σου, προσφέροντας σου ένα αξεπέραστο αίσθημα πληρότητας, ακόμη κι΄ αν το αποτέλεσμα κριθεί μέτριο ή και κακό από τους τρίτους. Η πραγματική επιβράβευση όμως, έρχεται από τον ίδιο σου τον εαυτό. Αυτόν που με λίγη αυτογνωσία γίνεται ο αυστηρότερος κριτής των έργων σου. Αν καταφέρεις να τον ικανοποιήσεις, πιθανά θα έχεις καταφέρει το ίδιο και για τους άλλους. Κι΄ αν δεν τολμήσεις, απλά δεν θα το μάθεις ποτέ ή θα ζεις με τη πεποίθηση ότι αν χρειαστεί μπορείς να το κάνεις. Δεν υπάρχει όμως «χρειαστεί». Η ανάγκη έκφρασης είτε υπάρχει είτε όχι. Δεν επιβάλλεται επειδή πρέπει. Άλλωστε μια προσπάθεια του «πρέπει», συνήθως εγκυμονεί μετριότητα. Κάθε τι, καλό είναι να βγαίνει από μέσα σου αβίαστα, κελαρυστά. Και μετά να το «χτενίζεις» με τις ώρες, παίζοντας με τις λέξεις για να το κάνεις να εκφράζει αυτό ακριβώς που θέλεις, αυτό που έχεις σκεφτεί. Και σ΄ όλα αυτά σύμμαχος μοναδικός είναι η νύχτα. Αυτή, με τη μαγική επιρροή πάνω στο μυαλό, που το κάνει να δέχεται και να γεννάει με μεγαλύτερη ευκολία από τη μέρα.
Σε λίγο φωτίζει. Θ΄ αρχίσει και πάλι ο αγώνας της μέρας. Βγαίνει ο ήλιος και έχω σκοπό να τον κοιτάξω στα μάτια και να του δείξω ότι είμαι εδώ, παλεύοντας με πυγμή την άνιση μάχη που η μοίρα μου έλαχε. Και θα το κάνω, για όσο η ζωή μού επιτρέπει να βλέπω τις ανατολές του. Όπως και να το κάνουμε όμως η νύχτα έχει άλλη γλύκα!

zifl
 #90730  από Κώστας
 Τετ Μάιος 29, 2013 12:58 pm
Ίσως να μην ταιριάζει στη θεματική, αλλά δεν ξέρω που αλλού θα μπορούσε να δημοσιευθεί.

 #91538  από Κώστας
 Τετ Ιουν 12, 2013 12:43 am
Η Μαριγώ

Η θάλασσα πέρα για πέρα ίσαμε ΄κει που αντάμωνε τον ουρανό, λάδι! Τέτοια μπουνάτσα είχε καιρό να δει ο καπετάν Νικήτας. Τον φωνάζαν καπετάνιο κι΄ ας μην είχε κουμαντάρει ποτέ του καράβι. Ένα καΐκι είχε όλο κι΄ όλο και μ΄ αυτό καθημερινά έβγαζε το μεροκάματο. Τριάντα χρόνια τώρα ή ίδια δουλειά. Την ώρα που ο ήλιος έπεφτε για ύπνο, ξεκίναγε να ρίξει δίχτυα και παραγάδια και το χάραμα πολύ πριν σηκωθεί για τα καλά τα μάζευε καρτερώντας η θάλασσα να τούχει φερθεί απλόχερα. Η θάλασσα! Αυτή η τεράστια του αγάπη. Από μικρός θυμάται το μεγαλύτερο μέρος της μέρας του το πέρναγε κοντά της. Του άρεσε να τη νοιώθει γύρω του. Να τον αγκαλιάζει. Εκείνη κι΄ αυτός. Κι΄ ας τον ταλαιπωρούσε που και που. Οι μεγάλες αγάπες, τ΄ ανέχονται όλα. Χάρις στα καπρίτσια της όμως, είχε γίνει καπετάνιος σεβαστός απ΄ όλους. Η συμβουλή του, κανόνας, ακόμη και για τους φτασμένους θαλασσινούς.

Το καΐκι ξύλινο, παλιό βαρύ σκαρί, Καλυμνιώτικο, από μάστορα που δεν υπάρχει πια. Το βρήκε από το πατέρα του και κείνος από το δικό του. Το φρόντιζε και το συντηρούσε πιότερο κι΄ από παιδί του. Κι΄ εκείνο πάντα τάβγαζε πέρα στις φουρτούνες, ακόμα και σ΄ αυτές που άλλα δεν τολμούσαν ν΄ αφήσουν τη σιγουριά της δέστρας τους. Η καρδιά του, μια παλιά ντιζελομηχανή. Δούλευε αδιαμαρτύρητα, όσο το πετρέλαιο πότιζε τους κυλίνδρους της, γυρνώντας ακούραστα τον άξονα με τη μπρούτζινη προπέλα, που έδινε δρόμο στο καΐκι, αυλακώνοντας πίσω του το νερό. Πάνω στο κατάστρωμα ακουμπισμένα τα ψάθινα καλάθια με τα παραγάδια, με τ΄ αγκίστρια τους μπηγμένα με στρατιωτική τάξη στο φελλό που περιτριγύριζε το χείλος τους και παραδίπλα τυλιγμένα τα δίχτυα πάνω σε κουρελούδες.

Τελείωσε με το καλάρισμα, αφήνοντας πίσω δυο καλαδούρια στην αρχή και το τέλος για να μπορέσει να ξανάβρει το σημείο, έριξε και τα παραγάδια και κίνησε για την επιστροφή. Τρεις ώρες δρόμος! Το μεσημεράκι, αν όλα πήγαιναν καλά θ΄ αντίκριζε από μακριά τη μπούκα του λιμανιού. Θάδενε τη Μαριγώ, έτσι έλεγε το καΐκι του και μετά θάπινε τις ρακιές του στο καφενέ της πλατείας. Και κάθε φορά που θα τσούγκριζε το ποτήρι του, θα δεχόταν τα παρακάλια των συγχωριανών του να τους αποκαλύψει το μέρος που έριχνε τα παραγάδια του και κατάφερνε πάντα να γυρνά με το καΐκι φορτωμένο πραμάτεια για την αγορά.

Καθώς κρατούσε καθισμένος στη πρύμη τη λαγουδέρα, πρόσεξε τη σκούρα γραμμή που ερχόταν από το βάθος του ορίζοντα. Μαριγώ, ετοιμάσου, έρχεται μπουρίνι, θα μας κουνήσει για τα καλά, της είπε. Ο Νικήτας συνήθιζε να μιλάει μαζί της, σα νάταν άνθρωπος. Της έλεγε τα μυστικά του, τους πόνους του τα βάσανά και τις χαρές του. Κι΄ εκείνη, σιωπηλή πάντα, τον άκουγε αδιαμαρτύρητα. Όταν χαιρότανε, η καρδιά της έβγαζε φτερά και γουργούριζε ευχαριστημένη αυτό το μελωδικό μονότονο ντούκου - ντούκου που βγάζουν οι πιστονιές που σφυρηλατούν τους κυλίνδρους. Όποτε στενοχωριόταν, δε μπορούσε να κρατήσει ρυθμό. Όλο μπερδέματα και διακοπές, αλλά να τον αφήσει μεσοπέλαγα, ποτέ. Παρ΄ όλα τα διαφορετικά υγρά που κυλούσαν στις καρδιές τους, ήταν φίλοι αχώριστοι, καρδιακοί, χωρίς να μπορεί ο ένας χωριστά από τον άλλον.

Ξαφνικά η θάλασσα τριγύρω άσπρισε. Με την ίδια ταχύτητα που ένας διακόπτης ανάβει το φως. Μαζί σηκώθηκε και δυνατός αέρας, που ράντιζε μαστιγώνοντας μ΄ αλμύρα το πρόσωπό του και το σκαρί, λες και προσπαθούσε να διαβρώσει και τους δυο. Το κύμα σκέπαζε τη Μαριγώ, ξεπλένοντας το κατάστρωμά της. Παρ΄ όλα αυτά, τα κατάφερνε περίφημα. Σοφά μαστορεμένο σκαρί, από τεχνίτη που σκοπό είχε πρώτα το μεράκι κι΄ ύστερα το χρήμα. Γλιστρούσε πάνω στα κύματα ανεβοκατεβαίνοντας με χάρη. Τη μία η πλώρη της εξαφανιζόταν μέσα στο νερό και την άλλη κοίταζε ψηλά στον ουρανό σα να προσευχόταν πριν την επόμενη βουτιά της. Μέχρι που ξαφνικά η καρδιά της σταμάτησε να χτυπά. Πήρε νερό το πετρέλαιο κάτι που δεν άρεσε διόλου στη μηχανή της. Έτσι το γέρικο σκαρί, χάνοντας τη σιγουριά της προπέλας του, βρέθηκε ακυβέρνητο με το καπετάν Νικήτα ανήμπορο να κάνει το παραμικρό. Ο καιρός τους γύρισε και το κύμα πλέον τους πλαγιοκοπούσε. Η πλώρη της Μαριγώς σταμάτησε πλέον ν΄ αναμετριέται στα ίσα μαζί του κι΄ έμεινε να ταλαντεύεται αριστερά δεξιά, πάνω και κάτω, σα μικρό παιδί πάνω στη τραμπάλα. Ο αέρας ήταν θαλασσινός και συνεχώς τους ξέσερνε προς τα βράχια.

Σπάραξε η ψυχή του Νικήτα ακούγοντας τα σανίδια της Μαριγώς του, να τσακίζονται καθώς το κύμα τους χτυπούσε με άσβεστη λύσσα πάνω στα βράχια. Δεν τον ένοιαζε για τη ζωή του. Το σκαρί σκεφτόταν που δε μπορούσε να κάνει τίποτα για να το σώσει. Το αντιμάμαλο τράβηξε τη Μαριγώ μακριά από τα βράχια και βλέποντας την αντοχή της πείσμωσε. Θέριεψε. Τη σήκωσε ψηλά και τη ξαναχτύπησε με μανία, δυνατά πάνω τους. Αυτή τη φορά το σκαρί δεν άντεξε. Κόπηκε στα δυο. Ο Νικήτας βρέθηκε στο νερό να κολυμπά απεγνωσμένα. Όποτε το κύμα τον ανέβαζε στη ράχη του, έβλεπε τη Μαριγώ να αποτελειώνεται πάνω στα βράχια και να βυθίζεται σιγά – σιγά, παραδομένη στην οργή του υγρού στοιχείου. Δεν άντεξε το θέαμα. Εξαντλημένος από τη προσπάθεια λιποθύμησε.

Τον βρήκαν αναίσθητο το απόγευμα, ξεβρασμένο στην αμμουδιά. Τα ρούχα του σκισμένα και το κορμί του γεμάτο λαβωματιές από τα χτυπήματα πάνω στα βράχια. Τριγύρω του, σπαρμένα απομεινάρια της Μαριγώς, μαρτυρούσαν τι είχε συμβεί. Η θάλασσα είχε πάρει αυτό που ήθελε και είχε ηρεμίσει. Μαζί της κόπασε και ο αέρας. Τίποτα δε θύμιζε το φονικό. Κι΄ όμως! Δε ντρεπόταν να κρυφτεί για την άδική της πράξη. Κάθε τόσο, ξέρναγε στη παραλία όσα από τα περισσεύματα της Μαριγώς δεν είχε καταφέρει να χωνέψει. Ομολογούσε με θράσος την ενοχή της, έχοντας εκείνη την αυθάδικη σιγουριά πως κανείς δε τολμά μα ούτε και μπορεί να τη πειράξει.

Έκανε δυο μέρες να συνέλθει. Δυο μέρες που οι εφιάλτες συντρόφευαν τον ανυποχώρητο πυρετό. Τη τρίτη άνοιξε τα μάτια του. Φώναξε για πρώτη του κουβέντα τ΄ όνομα της Μαριγώς. Η Μαρουσώ, η γειτόνισσα που ξεροστάλιαζε αδιάκοπα πάνω απ΄ το προσκέφαλό του, έσπευσε να τον καθησυχάσει.
- Σώπασε! Κοίτα να συνέλθεις πρώτα και θα δούμε τι θα κάνουμε.
- Πάει! Την έχασα. Μου τη πείρε. Δε μπορούσε να δεχτεί πως δυο αγάπες μπορούν να χωρέσουν στην ίδια καρδιά. Ζήλεψε και μου τη πήρε. Και μ΄ άφησε πίσω για να μ΄ εκδικηθεί. Καλύτερα νάχε πάρει και μένα, ψέλισε μ΄ αδύναμη φωνή.
- Σώπα! Μη λες τέτοιες κουβέντες. Είναι αμαρτία! Ήταν θέλημα Θεού!
- Πως θα κάνω τώρα χωρίς τη Μαριγώ μου. Ξεριζώθηκε η καρδιά μου. Στέρεψε η πνοή μου. Γίνετε να ζήσω χωρίς καρδιά; Δε γίνετε και το ξέρεις καλά! Το μπουμπούκι δε το κόβεις ποτέ από το δένδρο προτού γίνει καρπός. Αυτή γιατί έκοψε το δικό μου; Ένα πράγμα είχα στο κόσμο και αγαπούσα κι΄ αυτό μου το πήρε. Άμα υπάρχει Θεός και είναι Παντοδύναμος όπως γράφουν τα βιβλία, δεν έπρεπε ν΄ αφήσει να γίνει αυτό. Δεν μπορεί νάταν αυτό το θέλημά Του. Ποιος Θεός καλός επιθυμεί κάτι τέτοιο; Τι απωθημένα έχει και ξεσπά πάνω μου;
- Σταμάτα χριστιανέ μου! Δε ντρέπεσαι να λες τέτοιες κουβέντες για Το Θεό!
- Μια ζωή καλά τα πήγαινα μαζί του. Έκανα πάντα αυτό που έπρεπε. Και στην εκκλησία πήγαινα και το σταυρό μου έκανα και τη προσευχή μου κάθε μέρα και τους συνανθρώπους μου βοηθούσα είχα δεν είχα. Πάντα μοιραζόμουνα το υστέρημά μου. Όχι γιατί ήμουνα καλός χριστιανός, αλλά γιατί ήμουν άνθρωπος. Και σαν άνθρωπος δεν άντεχα να βλέπω το διπλανό μου να υποφέρει. Αυτό δε μας δίδαξαν;! Το ΄κανα και με το παραπάνω και μάλιστα με τη συνείδησή μου, όχι γιατί έπρεπε. Τώρα γιατί μου φέρθηκε έτσι;! Δεν είναι άδικο;!
- Σε δοκιμάζει Νικήτα. Σε δοκιμάζει.
- Αφού Αυτός μ΄ έφτιαξε. Τι δοκιμάζει;! Σάματις δε ξέρει το αποτέλεσμα της δοκιμασίας. Αφού Θεός είναι. Τα ξέρει όλα προτού γενούν!
- Νικήτα βλαστημάς και δε πρέπει.
- Το πόνο μου λέω και οφείλει να μ΄ ακούσει. Δεν έχω μόνον εγώ υποχρεώσεις απέναντί Του. Έχει κι΄ Αυτός. Αλλιώς να μη με δημιουργούσε!
- Νικήτα, σ΄ έχει ψήσει ο πυρετός και παραλογίζεσαι. Βρε συ τι θέλεις τώρα; Να τα βάλεις με το Θεό!
- Όχι Μαρουσώ. Δεν τα βάζω μαζί Του. Απλά κάτι ώρες σα κι΄ αυτή, αναρωτιέμαι μπας και τελικά παίζει μαζί μας!

zifl
 #91592  από eleni POL
 Πέμ Ιουν 13, 2013 1:06 pm
Ευχαριστούμε που μας ταξιδεύεις Κώστα.Συνέχισε,είμαστε εδώ και ακούμε.
Τελευταία επεξεργασία από το μέλος eleni POL την Παρ Ιουν 14, 2013 5:55 pm, έχει επεξεργασθεί 2 φορές συνολικά.
 #91658  από Κώστας
 Παρ Ιουν 14, 2013 12:55 am
Ευχαριστώ!
Τελευταία επεξεργασία από το μέλος Κώστας την Σάβ Ιουν 15, 2013 12:59 am, έχει επεξεργασθεί 1 φορά συνολικά.
 #91710  από Κωνσταντίνα
 Παρ Ιουν 14, 2013 10:57 pm
Κώστας έγραψε:Η Μαριγώ

Η θάλασσα πέρα για πέρα ίσαμε ΄κει που αντάμωνε τον ουρανό, λάδι! Τέτοια μπουνάτσα είχε καιρό να δει ο καπετάν Νικήτας. Τον φωνάζαν καπετάνιο κι΄ ας μην είχε κουμαντάρει ποτέ του καράβι. Ένα καΐκι είχε όλο κι΄ όλο και μ΄ αυτό καθημερινά έβγαζε το μεροκάματο. Τριάντα χρόνια τώρα ή ίδια δουλειά. Την ώρα που ο ήλιος έπεφτε για ύπνο, ξεκίναγε να ρίξει δίχτυα και παραγάδια και το χάραμα πολύ πριν σηκωθεί για τα καλά τα μάζευε καρτερώντας η θάλασσα να τούχει φερθεί απλόχερα. Η θάλασσα! Αυτή η τεράστια του αγάπη. Από μικρός θυμάται το μεγαλύτερο μέρος της μέρας του το πέρναγε κοντά της. Του άρεσε να τη νοιώθει γύρω του. Να τον αγκαλιάζει. Εκείνη κι΄ αυτός. Κι΄ ας τον ταλαιπωρούσε που και που. Οι μεγάλες αγάπες, τ΄ ανέχονται όλα. Χάρις στα καπρίτσια της όμως, είχε γίνει καπετάνιος σεβαστός απ΄ όλους. Η συμβουλή του, κανόνας, ακόμη και για τους φτασμένους θαλασσινούς.

Το καΐκι ξύλινο, παλιό βαρύ σκαρί, Καλυμνιώτικο, από μάστορα που δεν υπάρχει πια. Το βρήκε από το πατέρα του και κείνος από το δικό του. Το φρόντιζε και το συντηρούσε πιότερο κι΄ από παιδί του. Κι΄ εκείνο πάντα τάβγαζε πέρα στις φουρτούνες, ακόμα και σ΄ αυτές που άλλα δεν τολμούσαν ν΄ αφήσουν τη σιγουριά της δέστρας τους. Η καρδιά του, μια παλιά ντιζελομηχανή. Δούλευε αδιαμαρτύρητα, όσο το πετρέλαιο πότιζε τους κυλίνδρους της, γυρνώντας ακούραστα τον άξονα με τη μπρούτζινη προπέλα, που έδινε δρόμο στο καΐκι, αυλακώνοντας πίσω του το νερό. Πάνω στο κατάστρωμα ακουμπισμένα τα ψάθινα καλάθια με τα παραγάδια, με τ΄ αγκίστρια τους μπηγμένα με στρατιωτική τάξη στο φελλό που περιτριγύριζε το χείλος τους και παραδίπλα τυλιγμένα τα δίχτυα πάνω σε κουρελούδες.

Τελείωσε με το καλάρισμα, αφήνοντας πίσω δυο καλαδούρια στην αρχή και το τέλος για να μπορέσει να ξανάβρει το σημείο, έριξε και τα παραγάδια και κίνησε για την επιστροφή. Τρεις ώρες δρόμος! Το μεσημεράκι, αν όλα πήγαιναν καλά θ΄ αντίκριζε από μακριά τη μπούκα του λιμανιού. Θάδενε τη Μαριγώ, έτσι έλεγε το καΐκι του και μετά θάπινε τις ρακιές του στο καφενέ της πλατείας. Και κάθε φορά που θα τσούγκριζε το ποτήρι του, θα δεχόταν τα παρακάλια των συγχωριανών του να τους αποκαλύψει το μέρος που έριχνε τα παραγάδια του και κατάφερνε πάντα να γυρνά με το καΐκι φορτωμένο πραμάτεια για την αγορά.

Καθώς κρατούσε καθισμένος στη πρύμη τη λαγουδέρα, πρόσεξε τη σκούρα γραμμή που ερχόταν από το βάθος του ορίζοντα. Μαριγώ, ετοιμάσου, έρχεται μπουρίνι, θα μας κουνήσει για τα καλά, της είπε. Ο Νικήτας συνήθιζε να μιλάει μαζί της, σα νάταν άνθρωπος. Της έλεγε τα μυστικά του, τους πόνους του τα βάσανά και τις χαρές του. Κι΄ εκείνη, σιωπηλή πάντα, τον άκουγε αδιαμαρτύρητα. Όταν χαιρότανε, η καρδιά της έβγαζε φτερά και γουργούριζε ευχαριστημένη αυτό το μελωδικό μονότονο ντούκου - ντούκου που βγάζουν οι πιστονιές που σφυρηλατούν τους κυλίνδρους. Όποτε στενοχωριόταν, δε μπορούσε να κρατήσει ρυθμό. Όλο μπερδέματα και διακοπές, αλλά να τον αφήσει μεσοπέλαγα, ποτέ. Παρ΄ όλα τα διαφορετικά υγρά που κυλούσαν στις καρδιές τους, ήταν φίλοι αχώριστοι, καρδιακοί, χωρίς να μπορεί ο ένας χωριστά από τον άλλον.

Ξαφνικά η θάλασσα τριγύρω άσπρισε. Με την ίδια ταχύτητα που ένας διακόπτης ανάβει το φως. Μαζί σηκώθηκε και δυνατός αέρας, που ράντιζε μαστιγώνοντας μ΄ αλμύρα το πρόσωπό του και το σκαρί, λες και προσπαθούσε να διαβρώσει και τους δυο. Το κύμα σκέπαζε τη Μαριγώ, ξεπλένοντας το κατάστρωμά της. Παρ΄ όλα αυτά, τα κατάφερνε περίφημα. Σοφά μαστορεμένο σκαρί, από τεχνίτη που σκοπό είχε πρώτα το μεράκι κι΄ ύστερα το χρήμα. Γλιστρούσε πάνω στα κύματα ανεβοκατεβαίνοντας με χάρη. Τη μία η πλώρη της εξαφανιζόταν μέσα στο νερό και την άλλη κοίταζε ψηλά στον ουρανό σα να προσευχόταν πριν την επόμενη βουτιά της. Μέχρι που ξαφνικά η καρδιά της σταμάτησε να χτυπά. Πήρε νερό το πετρέλαιο κάτι που δεν άρεσε διόλου στη μηχανή της. Έτσι το γέρικο σκαρί, χάνοντας τη σιγουριά της προπέλας του, βρέθηκε ακυβέρνητο με το καπετάν Νικήτα ανήμπορο να κάνει το παραμικρό. Ο καιρός τους γύρισε και το κύμα πλέον τους πλαγιοκοπούσε. Η πλώρη της Μαριγώς σταμάτησε πλέον ν΄ αναμετριέται στα ίσα μαζί του κι΄ έμεινε να ταλαντεύεται αριστερά δεξιά, πάνω και κάτω, σα μικρό παιδί πάνω στη τραμπάλα. Ο αέρας ήταν θαλασσινός και συνεχώς τους ξέσερνε προς τα βράχια.

Σπάραξε η ψυχή του Νικήτα ακούγοντας τα σανίδια της Μαριγώς του, να τσακίζονται καθώς το κύμα τους χτυπούσε με άσβεστη λύσσα πάνω στα βράχια. Δεν τον ένοιαζε για τη ζωή του. Το σκαρί σκεφτόταν που δε μπορούσε να κάνει τίποτα για να το σώσει. Το αντιμάμαλο τράβηξε τη Μαριγώ μακριά από τα βράχια και βλέποντας την αντοχή της πείσμωσε. Θέριεψε. Τη σήκωσε ψηλά και τη ξαναχτύπησε με μανία, δυνατά πάνω τους. Αυτή τη φορά το σκαρί δεν άντεξε. Κόπηκε στα δυο. Ο Νικήτας βρέθηκε στο νερό να κολυμπά απεγνωσμένα. Όποτε το κύμα τον ανέβαζε στη ράχη του, έβλεπε τη Μαριγώ να αποτελειώνεται πάνω στα βράχια και να βυθίζεται σιγά – σιγά, παραδομένη στην οργή του υγρού στοιχείου. Δεν άντεξε το θέαμα. Εξαντλημένος από τη προσπάθεια λιποθύμησε.

Τον βρήκαν αναίσθητο το απόγευμα, ξεβρασμένο στην αμμουδιά. Τα ρούχα του σκισμένα και το κορμί του γεμάτο λαβωματιές από τα χτυπήματα πάνω στα βράχια. Τριγύρω του, σπαρμένα απομεινάρια της Μαριγώς, μαρτυρούσαν τι είχε συμβεί. Η θάλασσα είχε πάρει αυτό που ήθελε και είχε ηρεμίσει. Μαζί της κόπασε και ο αέρας. Τίποτα δε θύμιζε το φονικό. Κι΄ όμως! Δε ντρεπόταν να κρυφτεί για την άδική της πράξη. Κάθε τόσο, ξέρναγε στη παραλία όσα από τα περισσεύματα της Μαριγώς δεν είχε καταφέρει να χωνέψει. Ομολογούσε με θράσος την ενοχή της, έχοντας εκείνη την αυθάδικη σιγουριά πως κανείς δε τολμά μα ούτε και μπορεί να τη πειράξει.

Έκανε δυο μέρες να συνέλθει. Δυο μέρες που οι εφιάλτες συντρόφευαν τον ανυποχώρητο πυρετό. Τη τρίτη άνοιξε τα μάτια του. Φώναξε για πρώτη του κουβέντα τ΄ όνομα της Μαριγώς. Η Μαρουσώ, η γειτόνισσα που ξεροστάλιαζε αδιάκοπα πάνω απ΄ το προσκέφαλό του, έσπευσε να τον καθησυχάσει.
- Σώπασε! Κοίτα να συνέλθεις πρώτα και θα δούμε τι θα κάνουμε.
- Πάει! Την έχασα. Μου τη πείρε. Δε μπορούσε να δεχτεί πως δυο αγάπες μπορούν να χωρέσουν στην ίδια καρδιά. Ζήλεψε και μου τη πήρε. Και μ΄ άφησε πίσω για να μ΄ εκδικηθεί. Καλύτερα νάχε πάρει και μένα, ψέλισε μ΄ αδύναμη φωνή.
- Σώπα! Μη λες τέτοιες κουβέντες. Είναι αμαρτία! Ήταν θέλημα Θεού!
- Πως θα κάνω τώρα χωρίς τη Μαριγώ μου. Ξεριζώθηκε η καρδιά μου. Στέρεψε η πνοή μου. Γίνετε να ζήσω χωρίς καρδιά; Δε γίνετε και το ξέρεις καλά! Το μπουμπούκι δε το κόβεις ποτέ από το δένδρο προτού γίνει καρπός. Αυτή γιατί έκοψε το δικό μου; Ένα πράγμα είχα στο κόσμο και αγαπούσα κι΄ αυτό μου το πήρε. Άμα υπάρχει Θεός και είναι Παντοδύναμος όπως γράφουν τα βιβλία, δεν έπρεπε ν΄ αφήσει να γίνει αυτό. Δεν μπορεί νάταν αυτό το θέλημά Του. Ποιος Θεός καλός επιθυμεί κάτι τέτοιο; Τι απωθημένα έχει και ξεσπά πάνω μου;
- Σταμάτα χριστιανέ μου! Δε ντρέπεσαι να λες τέτοιες κουβέντες για Το Θεό!
- Μια ζωή καλά τα πήγαινα μαζί του. Έκανα πάντα αυτό που έπρεπε. Και στην εκκλησία πήγαινα και το σταυρό μου έκανα και τη προσευχή μου κάθε μέρα και τους συνανθρώπους μου βοηθούσα είχα δεν είχα. Πάντα μοιραζόμουνα το υστέρημά μου. Όχι γιατί ήμουνα καλός χριστιανός, αλλά γιατί ήμουν άνθρωπος. Και σαν άνθρωπος δεν άντεχα να βλέπω το διπλανό μου να υποφέρει. Αυτό δε μας δίδαξαν;! Το ΄κανα και με το παραπάνω και μάλιστα με τη συνείδησή μου, όχι γιατί έπρεπε. Τώρα γιατί μου φέρθηκε έτσι;! Δεν είναι άδικο;!
- Σε δοκιμάζει Νικήτα. Σε δοκιμάζει.
- Αφού Αυτός μ΄ έφτιαξε. Τι δοκιμάζει;! Σάματις δε ξέρει το αποτέλεσμα της δοκιμασίας. Αφού Θεός είναι. Τα ξέρει όλα προτού γενούν!
- Νικήτα βλαστημάς και δε πρέπει.
- Το πόνο μου λέω και οφείλει να μ΄ ακούσει. Δεν έχω μόνον εγώ υποχρεώσεις απέναντί Του. Έχει κι΄ Αυτός. Αλλιώς να μη με δημιουργούσε!
- Νικήτα, σ΄ έχει ψήσει ο πυρετός και παραλογίζεσαι. Βρε συ τι θέλεις τώρα; Να τα βάλεις με το Θεό!
- Όχι Μαρουσώ. Δεν τα βάζω μαζί Του. Απλά κάτι ώρες σα κι΄ αυτή, αναρωτιέμαι μπας και τελικά παίζει μαζί μας!

zifl
Ένα μεγάλο παράπονο αναβλύζει από το γραπτό σου.
Ταυτίστηκα με τη Μαριγώ, η ζωή μου πριν την ασθένεια και με τον Νικήτα που έχασε τη Μαριγώ του, η ζωή μου χτες, να θυμώνω και να αναρωτιέμαι τί πήγε στραβά, αφού ήμουν καλό και υπάκουο παιδί :angelic-flying: .
(Σήμερα η "Μαριγώ" έχει τη θέση που της αξίζει στην καρδιά μου και ταξιδεύω όπως μπορώ.)

Αυτά μου βγήκαν διαβάζοντας το κείμενό σου, sorry αν στο χαλάω, αλλά το ένοιωσα και με βοήθησε να ξανά αποχαιρετήσω την "Μαριγώ" μου :text-thankyouyellow:
 #91729  από sofia13
 Σάβ Ιουν 15, 2013 3:02 am
Ταξίδεψα και χάθηκα στα πέλαγα με το Νικήτα. Κι΄αν στο τέλος έχασε αυτό πού αγάπησε πιό πολύ- τη ΜΑΡΙΓΩ- του έμεινε όμως το αναπάντητο ερώτημα.....ΓΙΑΤΙ;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;

Πολλά ''γιατί'' και απάντηση δεν βρήκα, ίσως επειδή δεν υπάρχουν.......

Παπαδιαμαντική γραφή μου έφερε στο νού. Καί το Νίκο Καζατζάκη............

:text-thankyouyellow:
 #91730  από ΑΝΝΑ59
 Σάβ Ιουν 15, 2013 9:34 am
Κώστας έγραψε:Η Μαριγώ

Η θάλασσα πέρα για πέρα ίσαμε ΄κει που αντάμωνε τον ουρανό, λάδι! Τέτοια μπουνάτσα είχε καιρό να δει ο καπετάν Νικήτας. Τον φωνάζαν καπετάνιο κι΄ ας μην είχε κουμαντάρει ποτέ του καράβι. Ένα καΐκι είχε όλο κι΄ όλο και μ΄ αυτό καθημερινά έβγαζε το μεροκάματο. Τριάντα χρόνια τώρα ή ίδια δουλειά. Την ώρα που ο ήλιος έπεφτε για ύπνο, ξεκίναγε να ρίξει δίχτυα και παραγάδια και το χάραμα πολύ πριν σηκωθεί για τα καλά τα μάζευε καρτερώντας η θάλασσα να τούχει φερθεί απλόχερα. Η θάλασσα! Αυτή η τεράστια του αγάπη. Από μικρός θυμάται το μεγαλύτερο μέρος της μέρας του το πέρναγε κοντά της. Του άρεσε να τη νοιώθει γύρω του. Να τον αγκαλιάζει. Εκείνη κι΄ αυτός. Κι΄ ας τον ταλαιπωρούσε που και που. Οι μεγάλες αγάπες, τ΄ ανέχονται όλα. Χάρις στα καπρίτσια της όμως, είχε γίνει καπετάνιος σεβαστός απ΄ όλους. Η συμβουλή του, κανόνας, ακόμη και για τους φτασμένους θαλασσινούς.

Το καΐκι ξύλινο, παλιό βαρύ σκαρί, Καλυμνιώτικο, από μάστορα που δεν υπάρχει πια. Το βρήκε από το πατέρα του και κείνος από το δικό του. Το φρόντιζε και το συντηρούσε πιότερο κι΄ από παιδί του. Κι΄ εκείνο πάντα τάβγαζε πέρα στις φουρτούνες, ακόμα και σ΄ αυτές που άλλα δεν τολμούσαν ν΄ αφήσουν τη σιγουριά της δέστρας τους. Η καρδιά του, μια παλιά ντιζελομηχανή. Δούλευε αδιαμαρτύρητα, όσο το πετρέλαιο πότιζε τους κυλίνδρους της, γυρνώντας ακούραστα τον άξονα με τη μπρούτζινη προπέλα, που έδινε δρόμο στο καΐκι, αυλακώνοντας πίσω του το νερό. Πάνω στο κατάστρωμα ακουμπισμένα τα ψάθινα καλάθια με τα παραγάδια, με τ΄ αγκίστρια τους μπηγμένα με στρατιωτική τάξη στο φελλό που περιτριγύριζε το χείλος τους και παραδίπλα τυλιγμένα τα δίχτυα πάνω σε κουρελούδες.

Τελείωσε με το καλάρισμα, αφήνοντας πίσω δυο καλαδούρια στην αρχή και το τέλος για να μπορέσει να ξανάβρει το σημείο, έριξε και τα παραγάδια και κίνησε για την επιστροφή. Τρεις ώρες δρόμος! Το μεσημεράκι, αν όλα πήγαιναν καλά θ΄ αντίκριζε από μακριά τη μπούκα του λιμανιού. Θάδενε τη Μαριγώ, έτσι έλεγε το καΐκι του και μετά θάπινε τις ρακιές του στο καφενέ της πλατείας. Και κάθε φορά που θα τσούγκριζε το ποτήρι του, θα δεχόταν τα παρακάλια των συγχωριανών του να τους αποκαλύψει το μέρος που έριχνε τα παραγάδια του και κατάφερνε πάντα να γυρνά με το καΐκι φορτωμένο πραμάτεια για την αγορά.

Καθώς κρατούσε καθισμένος στη πρύμη τη λαγουδέρα, πρόσεξε τη σκούρα γραμμή που ερχόταν από το βάθος του ορίζοντα. Μαριγώ, ετοιμάσου, έρχεται μπουρίνι, θα μας κουνήσει για τα καλά, της είπε. Ο Νικήτας συνήθιζε να μιλάει μαζί της, σα νάταν άνθρωπος. Της έλεγε τα μυστικά του, τους πόνους του τα βάσανά και τις χαρές του. Κι΄ εκείνη, σιωπηλή πάντα, τον άκουγε αδιαμαρτύρητα. Όταν χαιρότανε, η καρδιά της έβγαζε φτερά και γουργούριζε ευχαριστημένη αυτό το μελωδικό μονότονο ντούκου - ντούκου που βγάζουν οι πιστονιές που σφυρηλατούν τους κυλίνδρους. Όποτε στενοχωριόταν, δε μπορούσε να κρατήσει ρυθμό. Όλο μπερδέματα και διακοπές, αλλά να τον αφήσει μεσοπέλαγα, ποτέ. Παρ΄ όλα τα διαφορετικά υγρά που κυλούσαν στις καρδιές τους, ήταν φίλοι αχώριστοι, καρδιακοί, χωρίς να μπορεί ο ένας χωριστά από τον άλλον.

Ξαφνικά η θάλασσα τριγύρω άσπρισε. Με την ίδια ταχύτητα που ένας διακόπτης ανάβει το φως. Μαζί σηκώθηκε και δυνατός αέρας, που ράντιζε μαστιγώνοντας μ΄ αλμύρα το πρόσωπό του και το σκαρί, λες και προσπαθούσε να διαβρώσει και τους δυο. Το κύμα σκέπαζε τη Μαριγώ, ξεπλένοντας το κατάστρωμά της. Παρ΄ όλα αυτά, τα κατάφερνε περίφημα. Σοφά μαστορεμένο σκαρί, από τεχνίτη που σκοπό είχε πρώτα το μεράκι κι΄ ύστερα το χρήμα. Γλιστρούσε πάνω στα κύματα ανεβοκατεβαίνοντας με χάρη. Τη μία η πλώρη της εξαφανιζόταν μέσα στο νερό και την άλλη κοίταζε ψηλά στον ουρανό σα να προσευχόταν πριν την επόμενη βουτιά της. Μέχρι που ξαφνικά η καρδιά της σταμάτησε να χτυπά. Πήρε νερό το πετρέλαιο κάτι που δεν άρεσε διόλου στη μηχανή της. Έτσι το γέρικο σκαρί, χάνοντας τη σιγουριά της προπέλας του, βρέθηκε ακυβέρνητο με το καπετάν Νικήτα ανήμπορο να κάνει το παραμικρό. Ο καιρός τους γύρισε και το κύμα πλέον τους πλαγιοκοπούσε. Η πλώρη της Μαριγώς σταμάτησε πλέον ν΄ αναμετριέται στα ίσα μαζί του κι΄ έμεινε να ταλαντεύεται αριστερά δεξιά, πάνω και κάτω, σα μικρό παιδί πάνω στη τραμπάλα. Ο αέρας ήταν θαλασσινός και συνεχώς τους ξέσερνε προς τα βράχια.

Σπάραξε η ψυχή του Νικήτα ακούγοντας τα σανίδια της Μαριγώς του, να τσακίζονται καθώς το κύμα τους χτυπούσε με άσβεστη λύσσα πάνω στα βράχια. Δεν τον ένοιαζε για τη ζωή του. Το σκαρί σκεφτόταν που δε μπορούσε να κάνει τίποτα για να το σώσει. Το αντιμάμαλο τράβηξε τη Μαριγώ μακριά από τα βράχια και βλέποντας την αντοχή της πείσμωσε. Θέριεψε. Τη σήκωσε ψηλά και τη ξαναχτύπησε με μανία, δυνατά πάνω τους. Αυτή τη φορά το σκαρί δεν άντεξε. Κόπηκε στα δυο. Ο Νικήτας βρέθηκε στο νερό να κολυμπά απεγνωσμένα. Όποτε το κύμα τον ανέβαζε στη ράχη του, έβλεπε τη Μαριγώ να αποτελειώνεται πάνω στα βράχια και να βυθίζεται σιγά – σιγά, παραδομένη στην οργή του υγρού στοιχείου. Δεν άντεξε το θέαμα. Εξαντλημένος από τη προσπάθεια λιποθύμησε.

Τον βρήκαν αναίσθητο το απόγευμα, ξεβρασμένο στην αμμουδιά. Τα ρούχα του σκισμένα και το κορμί του γεμάτο λαβωματιές από τα χτυπήματα πάνω στα βράχια. Τριγύρω του, σπαρμένα απομεινάρια της Μαριγώς, μαρτυρούσαν τι είχε συμβεί. Η θάλασσα είχε πάρει αυτό που ήθελε και είχε ηρεμίσει. Μαζί της κόπασε και ο αέρας. Τίποτα δε θύμιζε το φονικό. Κι΄ όμως! Δε ντρεπόταν να κρυφτεί για την άδική της πράξη. Κάθε τόσο, ξέρναγε στη παραλία όσα από τα περισσεύματα της Μαριγώς δεν είχε καταφέρει να χωνέψει. Ομολογούσε με θράσος την ενοχή της, έχοντας εκείνη την αυθάδικη σιγουριά πως κανείς δε τολμά μα ούτε και μπορεί να τη πειράξει.

Έκανε δυο μέρες να συνέλθει. Δυο μέρες που οι εφιάλτες συντρόφευαν τον ανυποχώρητο πυρετό. Τη τρίτη άνοιξε τα μάτια του. Φώναξε για πρώτη του κουβέντα τ΄ όνομα της Μαριγώς. Η Μαρουσώ, η γειτόνισσα που ξεροστάλιαζε αδιάκοπα πάνω απ΄ το προσκέφαλό του, έσπευσε να τον καθησυχάσει.
- Σώπασε! Κοίτα να συνέλθεις πρώτα και θα δούμε τι θα κάνουμε.
- Πάει! Την έχασα. Μου τη πείρε. Δε μπορούσε να δεχτεί πως δυο αγάπες μπορούν να χωρέσουν στην ίδια καρδιά. Ζήλεψε και μου τη πήρε. Και μ΄ άφησε πίσω για να μ΄ εκδικηθεί. Καλύτερα νάχε πάρει και μένα, ψέλισε μ΄ αδύναμη φωνή.
- Σώπα! Μη λες τέτοιες κουβέντες. Είναι αμαρτία! Ήταν θέλημα Θεού!
- Πως θα κάνω τώρα χωρίς τη Μαριγώ μου. Ξεριζώθηκε η καρδιά μου. Στέρεψε η πνοή μου. Γίνετε να ζήσω χωρίς καρδιά; Δε γίνετε και το ξέρεις καλά! Το μπουμπούκι δε το κόβεις ποτέ από το δένδρο προτού γίνει καρπός. Αυτή γιατί έκοψε το δικό μου; Ένα πράγμα είχα στο κόσμο και αγαπούσα κι΄ αυτό μου το πήρε. Άμα υπάρχει Θεός και είναι Παντοδύναμος όπως γράφουν τα βιβλία, δεν έπρεπε ν΄ αφήσει να γίνει αυτό. Δεν μπορεί νάταν αυτό το θέλημά Του. Ποιος Θεός καλός επιθυμεί κάτι τέτοιο; Τι απωθημένα έχει και ξεσπά πάνω μου;
- Σταμάτα χριστιανέ μου! Δε ντρέπεσαι να λες τέτοιες κουβέντες για Το Θεό!
- Μια ζωή καλά τα πήγαινα μαζί του. Έκανα πάντα αυτό που έπρεπε. Και στην εκκλησία πήγαινα και το σταυρό μου έκανα και τη προσευχή μου κάθε μέρα και τους συνανθρώπους μου βοηθούσα είχα δεν είχα. Πάντα μοιραζόμουνα το υστέρημά μου. Όχι γιατί ήμουνα καλός χριστιανός, αλλά γιατί ήμουν άνθρωπος. Και σαν άνθρωπος δεν άντεχα να βλέπω το διπλανό μου να υποφέρει. Αυτό δε μας δίδαξαν;! Το ΄κανα και με το παραπάνω και μάλιστα με τη συνείδησή μου, όχι γιατί έπρεπε. Τώρα γιατί μου φέρθηκε έτσι;! Δεν είναι άδικο;!
- Σε δοκιμάζει Νικήτα. Σε δοκιμάζει.
- Αφού Αυτός μ΄ έφτιαξε. Τι δοκιμάζει;! Σάματις δε ξέρει το αποτέλεσμα της δοκιμασίας. Αφού Θεός είναι. Τα ξέρει όλα προτού γενούν!
- Νικήτα βλαστημάς και δε πρέπει.
- Το πόνο μου λέω και οφείλει να μ΄ ακούσει. Δεν έχω μόνον εγώ υποχρεώσεις απέναντί Του. Έχει κι΄ Αυτός. Αλλιώς να μη με δημιουργούσε!
- Νικήτα, σ΄ έχει ψήσει ο πυρετός και παραλογίζεσαι. Βρε συ τι θέλεις τώρα; Να τα βάλεις με το Θεό!
- Όχι Μαρουσώ. Δεν τα βάζω μαζί Του. Απλά κάτι ώρες σα κι΄ αυτή, αναρωτιέμαι μπας και τελικά παίζει μαζί μας!

zifl
:think: :think: :think: :think: :think: :oops: :oops: :oops: :oops: :( :( :crying-yellow: :crying-yellow: :crying-yellow: :crying-yellow: :crying-yellow: ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ :romance-kisscheek:
 #92033  από κατερινα 55
 Πέμ Ιουν 20, 2013 4:03 pm
Δυο χέρια... μια ιστορία Εικόνα Ρέα Βιτάλη

Εικόνα

Αυτοκίνητα διέσχιζαν με ταχύτητα τη μεγάλη λεωφόρο. Του έδινα το χέρι και κείνος το έσφιγγε για να περάσουμε. Στην αρχή θυμάμαι, με τραβούσε προς τα πίσω, για να οπισθοχωρήσουμε. Τότε εγώ του έλεγα «μη φοβάσαι, σε κρατάω» και προχώραγε. Έτσι, χέρι-χέρι, πορευτήκαμε σε πολλά! Μπήκαμε στη θάλασσα, στο αεροπλάνο, στο σχολικό, διασχίσαμε δρόμους και μονοπάτια... Και μήνα τον μήνα... Χρόνο τον χρόνο... Το χέρι αλάφρωνε. Ξέσφιγγε. Μέχρι εκείνο το απόγευμα.

Ήμασταν θυμάμαι στο Παρίσι. Είχε εκείνη τη φίνα του βροχή. Περπατούσαμε στο Τροκαντερό. Μπροστά μας ο Πύργος του Άιφελ, δεξιά εκείνο το πανέμορφο καρουσέλ και παιδάκια να στροβιλίζονται. «Ούτε ξέρω πόσες φορές γύρισες γύρω-γύρω, στο πρώτο μας ταξίδι. Εσύ θυμάμαι, ανέβαινες πάντα στο άσπρο άλογο και η αδελφή σου στο μαύρο. Και δώστου “άλλη μια φορά, μαμά” και “μόνο μια φορά ακόμα, στο ορκίζομαι” και άντε πάλι...». Αυτά του έλεγα και γελάγαμε. Μετά, σαν γνήσιοι Ρωμιοί, αγνοήσαμε το φανάρι και πήγαμε να περάσουμε απέναντι. Ασυναίσθητα, άπλωσα το χέρι, να πιάσω το δικό του. Μου το απώθησε με δύναμη. Ξανάπλωσα το χέρι σαν για να επιβεβαιώσω την απώθηση. «Ρε, μάνα! Μπορώ και μόνος μου». Αυτό ήταν! Λίγα δευτερόλεπτα... Δυο χέρια που δε συναντήθηκαν. Μια κουβέντα που ειπώθηκε και άλλες χίλιες που εννοήθηκαν. Ο γιος μου μεγάλωσε!

Πάντα τα μικρά, τα ελάχιστα, οι λεπτομέρειες. Να οριοθετούν, να σημαίνουν, να αγαλλιάζουν ή να πονάνε, να υποσημειώνουν. Σαν συμβόλαιο, ασφάλειας ζωής... Πάντα τα μικρά γράμματα. Αυτά τα μικρά-απέραντα. Κι όμως τα παιδιά μεγαλώνουν μπροστά στα μάτια μας. Ψηλώνουν, αλλάζει η φωνή τους, μεταμορφώνονται... Μπροστά στα μάτια μας... Και μεις... Αόμματοι!

Κι έρχεται ένα τόσο δα μικρούλι-απέραντο και μας ξυπνάει! Ένα πόδι μέσα στη τρίχα, που περισσεύει από το σεντόνι, ένα «μη και με πάρεις εσύ, θα επικοινωνήσω εγώ μαζί σας», ένα «σου έχω πει να χτυπάς», μια σφαλιάρα που δεν κατάφερε να βρει το στόχο της, γιατί απλούστατα ήταν πολύ ψηλότερος από το δικό σου μπόι!

Σήμερα είναι η αποφοίτηση του γιου μας. Μα πώς πέρασε ο καιρός! Από τον Peter Pan, στο International Baccalaureate. Μια δρασκελιά το χθες από το σήμερα. Κι όλα αυτά τα παιδιά μπροστά μας! Ο Αλέξανδρος, ο Γρηγορίου... Πόσο άλλαξαν! Με τα κοστούμια τους και τα κορίτσια με τα ψηλοτάκουνα παπούτσια! (Άγιο είχαν, δεν παραπάτησε ούτε μία!). Με αυτά τα λαμπερά μάτια! Μα πώς πέρασε ο χρόνος! Κι ας είχα ορθάνοιχτα τα μάτια και ξεκούμπωτες τις αισθήσεις... Κι ας προσπάθησα μ΄ όλες μου τις δυνάμεις να μη χάσω δευτερόλεπτο... Μη και έχω χρωστούμενα στη ζωή. Πάντα με άγχωνε η χρονοτριβή των προκαταρκτικών. Μη και δεν προλαβαίνω τα "ευχαριστώ", τα "συγνώμη", τα "σ΄ αγαπώ". Πίστευα ότι τα είχα καταφέρει... Μα σήμερα! Καθώς τον είδα στον καθρέπτη να δένει τη γραβάτα του και μου έκλεισε το μάτι και μου έριξε εκείνο το γλυκό χαμόγελο και είπε «τι συμβαίνει, κυρία Ρίτσα; Θα 'χουμε κλάματα; Μη με κάνεις ρεζίλι!»... Αυτό ήταν! Σαν να γλίστρησε μέσα από τη χούφτα μου ο άτιμος ο χρόνος. Με ξεπέρασε. Μου την έφερε! Ο γιος μας αποφοιτεί σήμερα. Ο Αρίστος μεγάλωσε. Πάει... Πέταξε. Τι ωραία που πέταξε! Ούριος άνεμος στην πτήση του, στη γραβάτα που έδεσε, στο χαμόγελο, στη φόρα του! Και μεις εδώ. Η πίστα προσγειώσεων και αναχωρήσεων. Ανοιχτοί 24 hours a day! Καλό δρόμο, λοιπόν... Και τσιμουδιά αν με πιάσουν τα κλάματα. Άκου -ΑΝ με πιάσουν!-. Και βέβαια θα με πιάσουν και θα πλαντάξω και θα πω «τα μαύρα γυαλιά με μάραναν» και άι στην ευχή... Θα κάνω ό,τι θέλω και γω και ο πατέρας σου... Και δεν θέλω κουβέντα παραπάνω.

Υ.Γ.: Το κείμενο γράφτηκε πριν πολλά-πολλά χρόνια. Ο Αρίστος του κειμένου ζει και εργάζεται χρόνια στο εξωτερικό. Αλλά τα ανίψια μου Αριστείδης και Δημήτρης φέτος αποφοίτησαν. Και το βαφτιστήρι μου ο Ορέστης. Και σκέφτηκα να το αφιερώσω στους γονείς τους. Γιατί. Καταλαβαίνω.

http://www.protagon.gr
 #92052  από Ιωάννα
 Πέμ Ιουν 20, 2013 9:56 pm
Μπράβο σας βρε παιδιά! :text-thankyouyellow: :text-thankyouyellow: :text-thankyouyellow: :text-thankyouyellow:
Διαβάζοντας όλα τούτα τα γραμμένα......σκέψεις.....πολλές σκέψεις......και ταξίδια με το νου.....ανάμειχτα συναισθήματα!!!!!!!!!
:text-thankyouyellow: :romance-kisscheek: :romance-kisscheek: :romance-kisscheek:
  • 1
  • 23
  • 24
  • 25
  • 26
  • 27
  • 47