Ο κουφός που ήξερε ότι όσοι χορεύουν δεν είναι τρελοί!
Ήχο δεν είχε ακούσει ποτέ στη ζωή του. Μια επιπλοκή την ώρα της γέννας του στέρησε την ακοή. Μεγάλωσε μαθαίνοντας ν΄ αντιλαμβάνεται το κόσμο με τις υπόλοιπες του αισθήσεις. Και τα κατάφερνε καλά ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Ένα πράγμα που του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν όταν έβλεπε ανθρώπους να χορεύουν. Κινούνταν ρυθμικά, αντικριστά ο ένας στον άλλον, ενώ κάποιοι χάιδευαν επίσης ρυθμικά τις χορδές οργάνων, άλλος άγγιζε τα πλήκτρα ενός πιάνου, ενώ κάποιος άλλος χτυπούσε με μανία κρατώντας δύο ξύλινες μπαγκέτες μια σειρά από δερμάτινες μεμβράνες καλά τεντωμένες πάνω σε κάτι κυλινδρικά ξύλινα στεφάνια. Είχε μάθει ότι αυτό λέγεται μουσική και οι υπόλοιποι κινούνταν ρυθμικά κάτω από τους ήχους της. Ήξερε επίσης πως η μουσική ήταν πολύ σπουδαίο πράγμα. Στο άκουσμά της η ψυχή γαληνεύει και το μυαλό ταξιδεύει σε μέρη μακρινά. Επηρεάζει το συναίσθημα και συνοδεύει τις καλές και τις δύσκολες στιγμές των ανθρώπων.
Έτσι του έγινε έμμονη ιδέα να βρει ένα τρόπο να ακούσει μουσική. Το μαράζι του μέρα με τη μέρα μεγάλωνε κι΄ αυτός λες και το επεδίωκε, έβλεπε συνέχεια στη τηλεόραση σκηνές από συναυλίες και χορούς, παρατηρώντας τις αντιδράσεις των ανθρώπων. Τους έβλεπε άλλοτε να γελούν, άλλοτε να χορεύουν κι΄ άλλοτε να δακρύζουν και δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό το διαφορετικό που άκουγαν και τους επηρέαζε με τόση ευκολία τα συναισθήματά τους. Πως ήταν δυνατόν τα ίδια μουσικά όργανα άλλοτε να προκαλούν ευφορία και άλλοτε συναισθηματική φόρτιση που εκδηλωνόταν ακόμα και με δάκρυα. Τι ήταν αυτό που κατάφερνε ν΄ αγγίζει με τόση ευκολία τη ψυχή. Ιδιαίτερα όταν χόρευαν, συμπεριφέρονταν σαν τρελοί. Σα να τους περιτριγύριζε απειλητικά ένα σμήνος από μέλισσες κι΄ αυτοί προσπαθούσαν με κινήσεις των χεριών και των ποδιών τους, να τις διώξουν.
Είχε παρατηρήσει όμως, πως το ίδιο γινόταν και όταν άκουγαν μουσική γραμμένη σε δίσκο. Δεν ήταν απαραίτητο κάποιοι να παίζουν ζωντανά τα όργανα μπροστά τους. Έβαζαν το δίσκο σ΄ ένα περιστρεφόμενο πλατό και μια βελόνα που τον σκάλιζε κατάφερνε κι΄ έβγαζε μέσα από τ΄ αυλάκια βινυλίου του, τη μουσική! Και τότε είτε άρχιζαν να χορεύουν, είτε έκλειναν τα μάτια και μάλλον ταξίδευαν με τη φαντασία τους, είτε δάκρυζαν μη μπορώντας να ελέγξουν τα συναισθήματά τους. Η μουσική απ΄ όπου κι΄ αν προερχόταν, κατάφερνε πάντα ν΄αγγίζει τη ψυχή τους.
Μια μέρα κατάφερε να πείσει τους γονείς του, να πάνε να παρακολουθήσουν μία συναυλία, κάτι που έγινε. Όταν οι μουσικοί τελείωσαν, πήγε σ΄ ένα από τα καμαρίνια τους. Ήταν αυτό με τους βιολιστές. Οι γονείς του εξήγησαν πως το παιδί τους δεν μπορούσε ν΄ ακούσει και πως η λαχτάρα του ήταν να μπορέσει να καταλάβει τι ήταν η μουσική κι΄ ακόμη περισσότερο να μπορέσει να την ακούσει, κάτι που φυσικά ήταν αδύνατον να γίνει.
Τότε ένας μουσικός σηκώθηκε, πήρε το όργανο του και κατευθύνθηκε προς το παιδί. Έκατσε αντικριστά του, έπιασε το δοξάρι του και χαμογέλασε στο μικρό. Με μιας το πρόσωπο του, φωτίστηκε. Κατάλαβε πως κάτι σπουδαίο θα γινόταν. Κάτι που θάχε σχέση με τη μουσική. Του έκανε νόημα να πλησιάσει και να δαγκώσει χαλαρά το πάνω μέρος της ταστιέρας του οργάνου. Εκεί που βρίσκονταν τα κλειδιά με τα οποία κούρδιζες τις χορδές. Ο μικρός χωρίς καμία αντίρρηση ακολούθησε πιστά την υπόδειξή του. Τότε ο μουσικός άρχισε να παίζει. Οι δονήσεις του οργάνου πλημμύρισαν τον εγκέφαλο του μικρού. Πότε έντονες και ρυθμικές και πότε ήρεμες και βελούδινες. Ο μικρός άκουγε για πρώτη φορά στη ζωή του μουσική. Καταλάβαινε επιτέλους τι ήταν αυτό που κατάφερνε ν΄ αγγίζει τη ψυχή. Καταλάβαινε πως τελικά δεν ήταν τρελοί όσοι χόρευαν. Ένα τεράστιο χαμόγελο ευτυχίας κι΄ ικανοποίησης σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Ένα χαμόγελο που έκανε το μουσικό να ξεχάσει τη κούραση του και τα μάτια των γονιών του να δακρύσουν, κάτι που στο μικρό φάνηκε φυσιολογικό αφού άκουγαν μουσική!
Ήχο δεν είχε ακούσει ποτέ στη ζωή του. Μια επιπλοκή την ώρα της γέννας του στέρησε την ακοή. Μεγάλωσε μαθαίνοντας ν΄ αντιλαμβάνεται το κόσμο με τις υπόλοιπες του αισθήσεις. Και τα κατάφερνε καλά ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Ένα πράγμα που του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν όταν έβλεπε ανθρώπους να χορεύουν. Κινούνταν ρυθμικά, αντικριστά ο ένας στον άλλον, ενώ κάποιοι χάιδευαν επίσης ρυθμικά τις χορδές οργάνων, άλλος άγγιζε τα πλήκτρα ενός πιάνου, ενώ κάποιος άλλος χτυπούσε με μανία κρατώντας δύο ξύλινες μπαγκέτες μια σειρά από δερμάτινες μεμβράνες καλά τεντωμένες πάνω σε κάτι κυλινδρικά ξύλινα στεφάνια. Είχε μάθει ότι αυτό λέγεται μουσική και οι υπόλοιποι κινούνταν ρυθμικά κάτω από τους ήχους της. Ήξερε επίσης πως η μουσική ήταν πολύ σπουδαίο πράγμα. Στο άκουσμά της η ψυχή γαληνεύει και το μυαλό ταξιδεύει σε μέρη μακρινά. Επηρεάζει το συναίσθημα και συνοδεύει τις καλές και τις δύσκολες στιγμές των ανθρώπων.
Έτσι του έγινε έμμονη ιδέα να βρει ένα τρόπο να ακούσει μουσική. Το μαράζι του μέρα με τη μέρα μεγάλωνε κι΄ αυτός λες και το επεδίωκε, έβλεπε συνέχεια στη τηλεόραση σκηνές από συναυλίες και χορούς, παρατηρώντας τις αντιδράσεις των ανθρώπων. Τους έβλεπε άλλοτε να γελούν, άλλοτε να χορεύουν κι΄ άλλοτε να δακρύζουν και δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό το διαφορετικό που άκουγαν και τους επηρέαζε με τόση ευκολία τα συναισθήματά τους. Πως ήταν δυνατόν τα ίδια μουσικά όργανα άλλοτε να προκαλούν ευφορία και άλλοτε συναισθηματική φόρτιση που εκδηλωνόταν ακόμα και με δάκρυα. Τι ήταν αυτό που κατάφερνε ν΄ αγγίζει με τόση ευκολία τη ψυχή. Ιδιαίτερα όταν χόρευαν, συμπεριφέρονταν σαν τρελοί. Σα να τους περιτριγύριζε απειλητικά ένα σμήνος από μέλισσες κι΄ αυτοί προσπαθούσαν με κινήσεις των χεριών και των ποδιών τους, να τις διώξουν.
Είχε παρατηρήσει όμως, πως το ίδιο γινόταν και όταν άκουγαν μουσική γραμμένη σε δίσκο. Δεν ήταν απαραίτητο κάποιοι να παίζουν ζωντανά τα όργανα μπροστά τους. Έβαζαν το δίσκο σ΄ ένα περιστρεφόμενο πλατό και μια βελόνα που τον σκάλιζε κατάφερνε κι΄ έβγαζε μέσα από τ΄ αυλάκια βινυλίου του, τη μουσική! Και τότε είτε άρχιζαν να χορεύουν, είτε έκλειναν τα μάτια και μάλλον ταξίδευαν με τη φαντασία τους, είτε δάκρυζαν μη μπορώντας να ελέγξουν τα συναισθήματά τους. Η μουσική απ΄ όπου κι΄ αν προερχόταν, κατάφερνε πάντα ν΄αγγίζει τη ψυχή τους.
Μια μέρα κατάφερε να πείσει τους γονείς του, να πάνε να παρακολουθήσουν μία συναυλία, κάτι που έγινε. Όταν οι μουσικοί τελείωσαν, πήγε σ΄ ένα από τα καμαρίνια τους. Ήταν αυτό με τους βιολιστές. Οι γονείς του εξήγησαν πως το παιδί τους δεν μπορούσε ν΄ ακούσει και πως η λαχτάρα του ήταν να μπορέσει να καταλάβει τι ήταν η μουσική κι΄ ακόμη περισσότερο να μπορέσει να την ακούσει, κάτι που φυσικά ήταν αδύνατον να γίνει.
Τότε ένας μουσικός σηκώθηκε, πήρε το όργανο του και κατευθύνθηκε προς το παιδί. Έκατσε αντικριστά του, έπιασε το δοξάρι του και χαμογέλασε στο μικρό. Με μιας το πρόσωπο του, φωτίστηκε. Κατάλαβε πως κάτι σπουδαίο θα γινόταν. Κάτι που θάχε σχέση με τη μουσική. Του έκανε νόημα να πλησιάσει και να δαγκώσει χαλαρά το πάνω μέρος της ταστιέρας του οργάνου. Εκεί που βρίσκονταν τα κλειδιά με τα οποία κούρδιζες τις χορδές. Ο μικρός χωρίς καμία αντίρρηση ακολούθησε πιστά την υπόδειξή του. Τότε ο μουσικός άρχισε να παίζει. Οι δονήσεις του οργάνου πλημμύρισαν τον εγκέφαλο του μικρού. Πότε έντονες και ρυθμικές και πότε ήρεμες και βελούδινες. Ο μικρός άκουγε για πρώτη φορά στη ζωή του μουσική. Καταλάβαινε επιτέλους τι ήταν αυτό που κατάφερνε ν΄ αγγίζει τη ψυχή. Καταλάβαινε πως τελικά δεν ήταν τρελοί όσοι χόρευαν. Ένα τεράστιο χαμόγελο ευτυχίας κι΄ ικανοποίησης σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Ένα χαμόγελο που έκανε το μουσικό να ξεχάσει τη κούραση του και τα μάτια των γονιών του να δακρύσουν, κάτι που στο μικρό φάνηκε φυσιολογικό αφού άκουγαν μουσική!
H μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που εκπέμπει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι έχεις συμβάλλει κι΄ εσύ σ΄ αυτό.





















