Ο Ροφός
Ανοιχτά της Σαλαμίνας, η πολυτελής θαλαμηγός, έπλεε ασάλευτη πάνω στη κοιμισμένη θάλασσα. Δε κουνιόταν φύλλο. Το ολόγιομο φεγγάρι φρόντιζε για τη βραδινή πανδαισία, βάφοντας ασημένια τα νερά. Πάνω στο ντεκ από ακριβό ξύλο τικ, σε δύο αναπαυτικές σεζ λονγκ, πιασμένοι χέρι – χέρι, ένα νεαρό ζευγάρι απολάμβανε την όμορφη βραδιά πίνοντας γαλλική σαμπάνια μέσα σε ακριβά κρυστάλλινα ποτήρια. Ένα μικρό ιστιοπλοϊκό, με κατεβασμένα τα πανιά, μόνο με τη βοήθεια της μηχανής, πέρασε σε κοντινή απόσταση, διακόπτοντας προσωρινά τη ρομάντζα του ζευγαριού. Σηκώθηκαν κι΄ ακούμπησαν στη κουπαστή χαζεύοντας το δρόμο του φεγγαριού πάνω στα νερά. Εκείνος έβγαλε από τη τσέπη του ένα μικρό βελούδινο κουτί.
- Για σένα! Μεθαύριο έχουμε την επέτειό μας, αλλά δε μπορούσα να περιμένω, είπε και τη φίλησε τρυφερά.
Εκείνη γεμάτη έκπληξη και χαρά πήρε το μικρό βελούδινο κουτί στα χέρια της και το άνοιξε. Ένα επιφώνημα έκπληξης, χαράς και θαυμασμού, ξέφυγε από τα χείλη της.
- Μα αυτό είναι ένα δαχτυλίδι με ένα καταπράσινο σμαράγδι!
- Είναι το λιγότερο που μπορούσα να σκεφτώ για να σου δείξω πόσο σε αγαπώ. Φόρεσέ το!
Η κοπέλα, έβγαλε το δαχτυλίδι από το κουτί και το κράτησε στην ανοιχτή της παλάμη θαυμάζοντάς το.
Εκείνη τη στιγμή, φτάσανε στη θαλαμηγό τ΄ απόνερα από το μικρό σκάφος που είχε περάσει πριν από λίγο. Η κοπέλα ξαφνιάστηκε, χάνοντας την ισορροπία της και το δαχτυλίδι βρέθηκε να ταξιδεύει προς το πάτο της θάλασσας.
Περιπολούσε εδώ και ώρα, ψάχνοντας απεγνωσμένα κάποιο μικρό ψάρι. Κατά βάθος ήξερε πως με φεγγάρι τα πράγματα γίνονται δύσκολα, αλλά επέμεινε, ελπίζοντας στο ανέλπιστο. Το βλέμμα του τράβηξε η πράσινη αναλαμπή πάνω στην άμμο του βυθού. Δε σκέφτηκε δεύτερη φορά. Ο 25κιλος ροφός άνοιξε διάπλατα το στόμα του. Την επόμενη στιγμή το σμαραγδένιο δαχτυλίδι αναπαυόταν στο σκοτεινό του στομάχι.
Στο κατάλευκο σπιτάκι με τα τρία δωμάτια, ζούσε με τους γονείς του ο μικρός Νικόλας. Ήταν από κείνα τα παστρικά φτωχόσπιτα της Σαλαμίνας, που λαμποκοπούν εκτυφλωτικά κάτω απ΄ τον ήλιο, καθώς τον αντιγυρίζει ο φρεσκοβαμμένος ασβέστης! Μπροστά του, μια μικρή χωμάτινη αυλή, πνιγμένη στις γλάστρες, με τα γεράνια τους να μη τσιγκουνεύονται τα χρώματα! Στην ακρούλα, κολλητά στο σπίτι, πάνω σε μια μικρή επιφάνεια στρωμένη με πλακάκια, ένα μεγάλο τραπέζι κάτω από μια κληματαριά, φιλοξενούσε τα Κυριακάτικα γλέντια του καλοκαιριού. Αυτά που στήνονται από το τίποτα! Χωρίς λεφτά, παρά μόνο με τη καρδιά, το μεράκι, τη φαντασία, το κέφι και τη καλή διάθεση αυτών που συμμετέχουν.
Είχε φέξει από ώρα και ο Νικόλας ανυπομονούσε να βγει στην αυλή όπου τον περίμενε ο μεγάλος γκαζοντενεκές που είχε μετατρέψει σε πειρατικό καράβι. Σφηνωμένα πάνω του, σε μια σειρά από τρυπούλες, μικρά στρογγυλά ξυλάκια έπαιζαν το ρόλο των κανονιών.
- Μαμά άσε με να βγω έξω. Κοντεύει μεσημέρι!
Εκείνη δε μπόρεσε να του αρνηθεί και ο μικρός Νικόλας έτρεξε γεμάτος λαχτάρα στο γκαζοντενεκέ του, που τον περίμενε αραγμένος κάτω από τη σκιά της κληματαριάς, δίπλα από το τραπέζι.
-Μακάρι να ήσουν αληθινή ξύλινη πειρατική γαλέρα!
Όση ώρα ο Νικόλας αρμένιζε με τους πειρατές του, ο πατέρας του ετοίμαζε τον εξοπλισμό του για το ψαροντούφεκο. Σε δυο μέρες ήταν δεκαπενταύγουστος κι΄ αν έπιανε κάτι καλό, θα στρώνανε γιορτινό τραπέζι και θα περίσσευαν και χρήματα για δώρα στη γυναίκα του και στο Νικόλα.
Η μικρή ξύλινη ψαρόβαρκα, τον περίμενε σφιχτοδεμένη στο τσιμεντένιο μολάκι, που αξιοθαύμαστα αντιστεκόταν, χρόνια τώρα στη λύσσα του θαλασσινού νερού, έχοντας στο κορμί του διάσπαρτες τις λαβοματιές από τις καθημερινές τους μάχες.
Γύρισε δυνατά δυο φορές τη μανιβέλα και η Perkins ξύπνησε γουργουρίζοντας ευχαριστημένη για το πετρέλαιο που πότιζε τους κυλίνδρους της. Εδώ και καιρό είχε σταμπάρει ένα καλό θαλάμι, κάπου στ΄ ανοιχτά, καμιά 20αριά μέτρα βάθος. Τόχε μαρκάρει καλά, βάζοντας για σημάδι τη φυκιάδα μπροστά του, που δεν θα δυσκολευόταν να ξαναβρεί.
Πασπάλισε με πούδρα το κορμί του για να γλιστράει και φόρεσε τη φθαρμένη στολή που θα τον κρατούσε ζεστό στη κατάδυσή του. Τέντωσε κοντράροντας στο στήθος του το λάστιχο του ψαροντούφεκου. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες και άφησε τα βαρίδια να τον παρασύρουν αθόρυβα προς το βυθό. Για καλή του τύχη ο ροφός ήταν μέσα, έχοντας ακουμπισμένο το πτερύγιο της πλάτης του στην οροφή. Ισορρόπησε με την κοιλιά ν΄ ακουμπά στο βυθό προσέχοντας να μη σηκώσει άμμο, ζύγισε τη βολή του και έριξε. Η βέργα διαπέρασε το ροφό ανάμεσα στα μάτια, στερώντας του κάθε ελπίδα για το αύριο. Με όσο αέρα του ΄χε απομείνει στα πνευμόνια, τράβηξε με δύναμη το ανήμπορο ψάρι έξω από το θαλάμι. Ήξερε πολύ καλά πως αν ανέβαινε πάνω χωρίς αυτό, δεν θα ΄χε δεύτερη ευκαιρία.
Νικητής και τροπαιούχος έδειξε με περηφάνια το ψάρι στο Νικόλα και τη γυναίκα του.
Καθάρισέ το, όσο πιο καλά μπορείς της είπε. Ειδικά τα εντόσθια. Φρόντισε να μη μείνει τίποτα. Είναι παραγγελία από ένα «κοτερά» κάπου στο Καλαμάκι. Θα κάνει λέει πάρτι για την επέτειο του γάμου του και θέλει κάποιο καλό ψαρικό για τους καλεσμένους του. Πληρώνει καλά!
Μπαμπά έλα έξω γρήγορα. Θα χάσεις τη μάχη, τον φώναξε ο μικρός.
Ο Νικόλας είχε γεμίσει το γκαζοντενεκέ με πέτρες και ο σαματάς που έκανε καθώς τον έσερνε ήταν απίστευτος. Λες και βαρούσαν αληθινά κανόνια!
Ξημέρωσε δεκαπενταύγουστος. Ο Νικόλας όπως κάθε μέρα, έκατσε στο τραπέζι για να πιει το πρωινό του γάλα. Η συμφωνία με τη μάνα του σκληρή κι΄ αδιαπραγμάτευτη. Αν δε τόπινε πρώτα, έξω δεν έβγαινε! Όπως έσκυψε να του το ακουμπήσει πάνω στο τραπέζι, το ασημένιο μενταγιόν, δώρο του άνδρα της, που κρεμόταν από το λαιμό της, βούτηξε μεσ΄ το ποτήρι με το γάλα του Νικόλα. Ήταν καινούργιο και δε είχε μάθει ακόμη να το προσέχει. Ο μικρός, ακούμπησε το άδειο ποτήρι πάνω στο τραπέζι και όρμισε γεμάτος λαχτάρα στην αυλή. Με δυσκολία κατάφερε να κλείσει το ορθάνοιχτο από την έκπληξη στόμα του. Στη μέση της αυλής, στεκόταν περήφανα στημένη, μια μεγάλη ξύλινη πειρατική γαλέρα μ΄ ανοιγμένα τα πανιά. Δέκα μπούκες από μια σειρά μικρά σιδερένια κανονάκια, περίμεναν το πρόσταγμά του για ν΄ αρχίσει η μάχη! Πάνω στο κατάστρωμά, ένα ανοιγμένο σεντουκάκι γεμάτο καταπράσινα πλαστικά σμαράγδια, φεγγοβολούσε εκτυφλωτικά στο φως του ήλιου!
zifl
H μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που εκπέμπει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι έχεις συμβάλλει κι΄ εσύ σ΄ αυτό.