Ο κυρ Ασημάκης
(αληθινή ιστορία)
Με το άκουσμα του συριγμού των φρένων του ηλεκτρικού, καθώς σταματούσε στο σταθμό, ο κόσμος άρχισε να πιέζεται ασφυκτικά στις πόρτες. Αγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποιος θα καταφέρει να βγει πρώτος στην αποβάθρα. Ο σταθμός της Ομόνοιας πάντα μου ασκούσε μια περίεργη γοητεία! Τα περίτεχνα τοποθετημένα κίτρινα πλακάκια του, το περίπτερο δίπλα από τις σκάλες με τα εκατοντάδες περιοδικά και τα ελκυστικά, άχρηστα, μικροαντικείμενα στη μικρή του βιτρινούλα, ο υποβλητικός φωτισμός! Υπήρχε όμως κι΄ άλλος ένας λόγος. Η επόμενη στάση ήταν το Μοναστηράκι!
Περιμέναμε καρτερικά να ξεμπουκώσει το βαγόνι από το κόσμο. Ένας, δε φιλοτιμήθηκε να νοιαστεί μπας και μας ξενύχιαζε! Ανεβήκαμε τελευταίοι τα χιλιοταλαιπωρημένα σκαλοπάτια από την αποβάθρα και βγήκαμε στη πλατεία!
Αυτή τη φορά δε θα πέφταμε στη παγίδα! Έλεγξα άλλη μια φορά για σιγουριά το πεντοχίλιαρο που ασφαλιζόταν στη τσέπη μου και κλείσαμε τα μάτια στο επίμονο κάλεσμα των πλανευτικών πειρασμών της Ηφαίστου. Κατευθυνθήκαμε αποφασιστικά προς την Ερμού. Τη προηγούμενη φορά, φτάσαμε στη πλατεία Αβησσυνίας, με τις τσέπες μας χωρίς περιεχόμενο! Δυο τάληρα όλα κι΄ όλα! Κι΄ αυτά γίνανε σουσαμένια κουλούρια που τα τρώγαμε ξεροσταλιάζοντας και νοτίζοντας ανήμποροι οικονομικά, το τζάμι της βιτρίνας με τα σαγηνευτικά πρωτόγνωρα για μας αντικείμενα!
Με τα βλέμματά μας σκοπίμως παρωπιδικά, προσηλωμένα στο στόχο τους και μόνο, αγνοήσαμε τους μαγαζάτορες που είχαν ξεχυθεί στη Σαββατιάτικη λιακάδα, σενιάροντας παλιά έπιπλα για να τα μοσχοπουλήσουν. Η σκέψη μας ήταν σ΄ εκείνη τη παλιά μπρούτζινη γκαζιέρα, που παρακαλούσαμε να μας περιμένει ακόμη, αραγμένη στο ράφι της ασφυκτικά γεμάτης μικρής βιτρίνας. Το μαγαζάκι, σκέτη τρύπα. Έμπαινες με αξιοζήλευτες και από αθλητή της ενόργανης κινήσεις, προσέχοντας να μη παρασύρεις στο διάβα σου και σπάσεις κάποιο μικροαντικείμενο και το πληρώσεις χωρίς να το χαρείς.
Το παζάρι με το πωλητή σκληρό! Έμπειρος, καταλάβαινε τους χτύπους της καρδιάς σου και απ΄ αυτούς τη ταραχή και το πόθο σου και ταίριαζε τη προσφορά του. Στο τέλος φύγαμε ευχαριστημένοι κι΄ οι δυο! Εκείνος γιατί πούλησε κι΄ εμείς γιατί αγοράσαμε φθηνά! Με ύφος κατακτητή και τροπαιούχου και με την ικανοποίηση της κερδισμένης μάχης ζωγραφισμένη στα πρόσωπά μας, άφοβα πλέον, αρχίσαμε ν΄ ανηφορίζουμε την Ηφαίστου.
Στη μικρή κάθετη στοά, μας τράβηξε μια απροσδιόριστα ευχάριστη μυρωδιά. Σαν ισχυρός μαγνήτης, που δεν αφήνει σίδερο ατράβηχτο, μας οδήγησε στο πανωπάτημα μιας καραβόσκαλας. Τόσο απότομη ήταν! Στο δεύτερο σκαλοπάτι, μας χτύπησε καθοριστικά πλέον η μυρωδιά από πολυκαιρισμένο χαρτί. Αυτή η μαγική μυρουδιά που ερεθίζει το πνεύμα και εξάπτει τη φαντασία. Ήταν ένα παλιό βιβλιοπωλείο! Το τελευταίο σκαλοπάτι σ΄ έμπαζε σ΄ έναν επίγειο παράδεισο! Όχι για όλους. Μοναχά για κείνους που αρέσκονται στα ταξίδια της γνώσης. Ένα χιλιάρικο είχε περισσέψει κι΄ έπρεπε να φάμε και κάτι. Είχε μεσημεριάσει και τα στομάχια μας, μας ειδοποιούσαν καρτερικά. Κατεβάσαμε από το ράφι ένα βαρύ και χοντρό δερματόδετο τόμο από την ιστορία του Παπαρρηγόπουλου. Υποκειμενική άποψη μεν, δεν έπαυε όμως νάναι μια διαφορετική εξιστόρηση των πεπραγμένων. Δεν θα έβλαπτε να την βάζαμε κι΄ αυτή δίπλα από τις άλλες!
Βγαίνοντας από το βιβλιοπωλείο, αποφασίσαμε να ικανοποιήσουμε τη περιέργεια μας, εξαντλώντας το μήκος της στοάς. Δεν θα μπαίναμε, αν δε μας είχε κάνει εντύπωση η επιγραφή απ΄ έξω «Χάλκινα ο Ασημάκης». Ήταν ολοφάνερο πως αυτός που την είχε φιλοτεχνήσει δεν είχε πάρει λεφτά. Η φινέτσα και το μεράκι της, μαρτυρούσαν καλλιτέχνη που γι΄ αντάλλαγμα πρέπει να πήρε ένα πιάτο φαί!
Πίσω από ένα μικροσκοπικό στενό ξύλινο πάγκο, μια ξερακιανή φιγούρα, φορώντας μια μουτζουρωμένη και χιλιοτρυπημένη ολόσωμη ποδιά, τρυπούσε επιδέξια ένα χερούλι από χαλκό. Δίπλα της, μια τεράστια στοίβα από ρινίσματα, και μυριάδες κομματάκια χαλκού σπαρμένα, μαρτυρούσαν πως δε πέταγε τίποτα. Παξιμάδια, βίδες, πένσες και σφυράκια, βοηθούσαν όποτε τα χρειαζόταν.
Μας είχε δει να μπαίνουμε, αλλά βλέμμα δε σήκωσε μέχρι να βιδώσει το χερούλι. Όταν τελείωσε, μας υποδέχτηκε μ΄ ένα τεράστιο εγκάρδιο χαμόγελο, σα να μας γνώριζε κι΄ από πριν. Με τα πολλά, βγάλαμε και του δείξαμε με περηφάνια τη γκαζιέρα που είχαμε αγοράσει. Χμ! Από το Σταύρο τη πήρατε, στη πλατεία; Πόσο σας την έδωσε; Άκουσε την απάντηση μας κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του, ανέκφραστα, μη θέλοντας να προδώσει αυτό που είχε καταφέρει πριν ο φίλος του. Αν θέλετε μπορώ να σας τη κάμω λάμπα ηλεκτρική. Θα της βάλω ένα ντουί από πορσελάνη κι΄ ένα γυαλί και θα φωτίζει υπέροχα, μας είπε. Μη φοβάστε! Δε πρόκειται να χαλάσει! Ίσα ίσα που θα γίνει και πιο όμορφη. Ξέρετε αυτές οι γκαζιέρες ζέσταιναν παλιά το κόσμο. Έπαιρναν πετρέλαιο και μ΄ ένα μηχανισμό, να αυτόν εδώ, τρομπάριζες τη δεξαμενή ανεβάζοντας τη πίεσή της. Έτσι έκανες το πετρέλαιο ψεκαστό και η γκαζιέρα ζέσταινε περισσότερο από τις απλές! Τώρα πια δε φτιάχνουνε τέτοια πράγματα. Αν μου την αφήσετε, Τετάρτη θάναι έτοιμη!
Βγήκαμε από το μαγαζί, αφήνοντας τον κυρ Ασημάκη να χαϊδεύει τη γκαζιέρα και ν΄ αναπολεί αντλώντας από τις αναμνήσεις του!
Δεν είχε πάρει προκαταβολή κι΄ έτσι μπήκαμε με σιγουριά στου Μπαϊρακτάρη. Κάτσαμε σ΄ ένα τραπεζάκι κοντά στο τοίχο κάτω από τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες της Καρέζη και του Ωνάση. Ο Μπαϊρακτάρης, είναι το πρώτο ταβερνείο που άνοιξε στην Αθήνα. Έχει ταΐσει και ποτίσει μυριάδες επώνυμους μα και απλούς ανθρώπους. Από τα φαγοπότια αυτά είναι και οι φωτογραφίες που στολίζουν τους τοίχους. Διαλέγεις φαγητό στην είσοδο, μπαίνοντας, από μια μεγάλη βιτρίνα που μέσα της φιλοξενεί τις σπουδαιότερες από τις ελληνικές μαγειρευτές νοστιμιές! Άμα θέλεις βέβαια σου κάνει και ψητά, αλλά δε λέει. Η πραγματική απόλαυση είναι μαγειρευτή, αχνιστή, μοσχομυρωδάτη, συνοδεύεται από κρασάκι σε καρτούτσο και σερβίρεται πάνω σε καρό τραπεζομάντιλο!
Στη Μαλεσίνα, ένα χωριό κάπου στα παράλια της Φθιώτιδας, βρίσκουμε αποκούμπι γεμίζοντας τις μπαταρίες μας τα Σαββατοκύριακα. Το σπιτάκι που μας φιλοξενεί βρίσκεται αρκετά έξω από το χωριό, μόνο του, σε μια πλαγιά ανάμεσα σε ελιές. Απέναντι αγναντεύει το Καντήλι στην Εύβοια και ανάμεσα τον Ευβοϊκό. Είναι μικρό. Μόλις 50 τετραγωνικά. 50 τετραγωνικά όμως πλήρους ευτυχίας, κι΄ ανεμελιάς που για πολλούς μετράνε πιότερο κι΄απ΄ τις ανέσεις. Τρία δωμάτια όλα κι΄ όλα. Στο μπροστινό έχει και τζάκι! Δε μπορώ να θυμηθώ, πόσα χειμωνιάτικα βράδια, έχουμε περάσει καθισμένοι αμίλητοι μπροστά του, χαζεύοντας τη φωτιά και ακούγοντας τα τριξίματα και τα σκασίματα των ξύλων που σιγοκαίγονται.
Παρασκευή βράδι, βρεθήκαμε ν΄ ανοίγουμε ανυπόμονα, τη σιδερένια πόρτα της περίφραξης. Ανεβήκαμε με το αυτοκίνητο τον ανηφορικό τσιμεντένιο διάδρομο μέχρι το σπίτι. Τριγύρω το σκοτάδι αδιαπέρατο. Σωστό κατράμι! Μόνο τα φώτα του αυτοκινήτου κατάφερναν και το τρυπούσαν. Φυσούσε ελαφρά, αρκετά όμως για να κάνει τις ελιές να σαλεύουν, πυροδοτώντας τις φαντασίες μας. Ξεκλειδώσαμε τη ξύλινη πόρτα της εισόδου. Έψαξα στα δεξιά, ψηλαφητά στο τοίχο για το διακόπτη. Ήξερα που θα τον συναντούσα! Τον πάτησα. Ψηλά απ΄ το ταβάνι, μας καλησπέρισε ο κυρ Ασημάκης, που δεν υπάρχει πια, φωτίζοντας το πηχτό σκοτάδι!
zifl
H μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που εκπέμπει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι έχεις συμβάλλει κι΄ εσύ σ΄ αυτό.