Οι δύο άσπρες πλαστικές καρέκλες
Σχεδόν καθημερινά ο δρόμος μου μ΄ έφερνε απ΄ έξω. Δεν υπήρχε φορά που να μην σταματήσω για να θαυμάσω το παλιό αρχοντικό που έστεκε αγέρωχο, νικητής στην πάλη του με το χρόνο. Απρόσμενη παραφωνία ανάμεσα στα νεόκτιστα από γυαλί τσιμέντο και μέταλλο, αποτελούσε αισθητική ανάταση ψυχής και τέρψη οφθαλμών για όποιον το αντίκριζε. Κόντρα στα σύγχρονα υλικά, είχε ν΄ αντιπαραθέσει τους πλίνθους τα κεραμίδια και τα ξύλινα κουφώματα του. Το μεράκι των μαστόρων που το έκτισαν δεν κρυβόταν. Μικρά μπαλκονάκια, σοφίτες κάτω από κωνικές στέγες και τσίγκινες υδρορροές πραγματικά γλυπτά! Η μουσική που έπαιζαν κάθε φορά που έβρεχε, έκανε να σιωπήσει από ντροπή ακόμη κι ολόκληρη συμφωνική ορχήστρα!
Στο μπροστινό μέρος στο υπερυψωμένο ισόγειο, δέσποζε μια μεγάλη βεράντα, χωρίς κάγκελα, στρωμένη με περίτεχνο μωσαϊκό. Στο κέντρο της, πάνω στο μπροστινό τοίχο του σπιτιού, ορθωνόταν μια μεγάλη ξύλινη πόρτα που άφηνε το πέρασμα μέσα στο σπίτι. Αριστερά και δεξιά της, μόνιμα βαλμένες, υπήρχαν δυο άσπρες πλαστικές καρέκλες απ΄ αυτές που πουλάν οι γύφτοι με τα Datsun.
Όλο το κτήμα ήταν γεμάτο με ψηλά πεύκα, που χάριζαν τη σκιά τους τις καφτές καλοκαιρινές μέρες και γέμιζαν με πευκοβελόνες τον τόπο τριγύρω.
Ακόμα κι΄ η περίφραξη του αυλόγυρου, ήταν έργο τέχνης. Πέτρινη μάντρα στη βάση και πάνω της βαριά μασίφ σίδερα δουλεμένα και λυγισμένα με τρόπο ζηλευτό, θύμιζαν τη φινέτσα και τη καλαισθησία που έχουν σκοτώσει πλέον η τεχνολογία και η τυποποίηση.
Κάθε καλοκαιρινό απόγευμα, λίγο πριν σουρουπώσει, όταν πια είχε δροσίσει αρκετά, δύο γερόντια, μοναδικοί κάτοικοι του σπιτιού, έβγαιναν στη βεράντα και καθόντουσαν πάντα στις ίδιες θέσεις πάνω στις δύο άσπρες πλαστικές καρέκλες. Έμεναν εκεί ως αργά το βράδυ, παρατηρώντας που και που τους οδηγούς των αυτοκινήτων που περνούσαν από τον δρόμο και τον κόσμο που βολτάριζε στο απέναντι πάρκο.
Οι φιγούρες τους έμοιαζαν νάχουν δραπετεύσει από διήγημα του Παπαδιαμάντη. Άσπρα μαλλιά και μούσια, βαθειά σκαμμένα από τις ρυτίδες πρόσωπα, παλάμες οστέινες με πεταγμένες χοντρές φλέβες που ανέδυαν δύναμη και νεύρο, μαρτυρώντας πως έχουν δουλέψει σκληρά στα νιάτα τους. Το ντύσιμο τους απέριττο, πάντα φροντισμένο και καθαρό. Ένα λινό σκουρόχρωμο παντελόνι και ένα μακρυμάνικο βαμβακερό πουκάμισο, που στερούσε το γεύμα των βραδινών κουνουπιών. Αν το βραδάκι η καλοκαιρινή δροσούλα το παρατραβούσε, ένα λεπτό πουλοβεράκι τους χάριζε τη ζεστασιά του. Στα χέρια τους πάντα κρατούσαν, έστω και κλειστό, από ένα βιβλίο ο καθένας. Αναρωτιόμουνα τι προσπαθούν να χωρέσουν παραπάνω στο κεφάλι τους, μιας και η όλη τους φυσιογνωμία, απέπνεε καλλιεργημένα άτομα με σοφία και γνώση των τερτιπιών της ζωής. Κι΄ όμως, όποτε δεν παρατηρούσαν τη κίνηση στο δρόμο και τον κόσμο στο απέναντι πάρκο, κάτω από το φως μιας ασθενικής ηλεκτρικής λάμπας, βυθίζονταν με τις ώρες στη μελέτη, ο καθένας ταξιδεύοντας ξεχωριστά, έχοντας για εισιτήριο το βιβλίο του.
Πολλές κουβέντες μεταξύ τους δεν αντάλλασσαν. Μονάχα παρατηρούσαν και που και που σχολίαζαν κάποιον περαστικό ή τον τρόπο που φερόταν κάποιος γονιός στο παιδί του που έπαιζε στο πάρκο ή την ματαιοδοξία κάποιου οδηγού, όταν περνούσε οδηγώντας φουσκωμένος σαν παγώνι, επιδεικνύοντας το πανάκριβο αυτοκίνητό του. Όλες τις φορές απλά κοιτάζονταν μεταξύ τους, σηκώνοντας τα φρύδια, σουφρώνοντας τα χείλια και κουνώντας με απορία το κεφάλι, μη μπορώντας να κατανοήσουν πως είναι δυνατόν οι άνθρωποι πλέον να σκέφτονται και να πράττουν έτσι. Πως είναι δυνατόν ν΄ ασχολούνται μονάχα με το κυνήγι των υλικών αγαθών κάνοντάς τα αυτοσκοπό και να έχουν αφήσει το πνεύμα τους ακαλλιέργητο στη σιγουριά του ασάλευτου ύπνου! Αυτό το τελευταίο δεν μπορούσαν να το χωνέψουν με τίποτα. Πίστευαν πως ο πραγματικός πλούτος κάθε ανθρώπου, βρίσκεται στη ψυχή και στο νου που κουβαλά και σίγουρα όχι στον τρόπο που προσπαθεί να κάνει αισθητή τη παρουσία του, χρησιμοποιώντας τον υλικό του πλούτο! Αυτό που τους έκανε τρομερή εντύπωση, ήταν, πως όποτε περνούσε κάποιος τέτοιος, τα βλέμματα των υπολοίπων καρφώνονταν πάνω του πρώτα από φθόνο και ζήλεια και μετά από υποθάλποντα θαυμασμό, γι΄ αυτά που οι ίδιοι δεν θα μπορούσαν ποτέ ν΄ αποκτήσουν στη διάρκεια της σύντομης ζωής τους. Μα ακόμη περισσότερη εντύπωση τους έκανε το βλέμμα τους μετά από το οφθαλμόλουτρο τους αυτό. Ήταν περίλυπο και απογοητευμένο, καθρέφτης της αιτίας της καθημερινής τους δυστυχίας! Τότε κατέβαζαν τα μάτια, έβγαζαν το δάχτυλο από τη σελίδα που κρατούσαν μη χαθεί και συνέχιζαν να ρουφάνε το βιβλίο τους πιστεύοντας πως κάπου μέσα στις σελίδες του θα βρουν την απάντηση στα ερωτήματά τους.
Τα καλοκαίρια περνούσαν. Είχα πια συνηθίσει στην εικόνα τους κάθε φορά που περνούσα από εκείνο το σημείο. Πολλές φορές σκέφτηκα να σταματήσω και να πάω να τους πω μια καλησπέρα. Δεν το έκανα ποτέ γιατί κατά βάθος φοβόμουν το διάλογο μαζί τους. Ένοιωθα πολύ μικρός για να τους αντιμετωπίσω. Άλλωστε τι θα μπορούσα να τους πω;! Θα ήθελα όμως να καθίσω σιωπηλά δίπλα τους, ν΄ ακούσω τα λόγια τους και να προσπαθήσω να ρουφήξω όση από τη σοφία τους μπορούσε να χωρέσει το περιορισμένο μυαλό μου!
Κάποια στιγμή έπαψα να βλέπω τα δύο γερόντια. Δεν άργησα να καταλάβω τι απέγιναν.
Ακόμα και τώρα όταν περνάω από το σπίτι, αντικρίζω τις δύο άσπρες πλαστικές καρέκλες, ξεχασμένες στις ίδιες θέσεις, αδειανές, με πευκοβελόνες καθισμένες πάνω τους, ν΄ ατενίζουν ακούραστα το δρόμο και το πάρκο απέναντι, χειμώνα, καλοκαίρι…
zifl
Σχεδόν καθημερινά ο δρόμος μου μ΄ έφερνε απ΄ έξω. Δεν υπήρχε φορά που να μην σταματήσω για να θαυμάσω το παλιό αρχοντικό που έστεκε αγέρωχο, νικητής στην πάλη του με το χρόνο. Απρόσμενη παραφωνία ανάμεσα στα νεόκτιστα από γυαλί τσιμέντο και μέταλλο, αποτελούσε αισθητική ανάταση ψυχής και τέρψη οφθαλμών για όποιον το αντίκριζε. Κόντρα στα σύγχρονα υλικά, είχε ν΄ αντιπαραθέσει τους πλίνθους τα κεραμίδια και τα ξύλινα κουφώματα του. Το μεράκι των μαστόρων που το έκτισαν δεν κρυβόταν. Μικρά μπαλκονάκια, σοφίτες κάτω από κωνικές στέγες και τσίγκινες υδρορροές πραγματικά γλυπτά! Η μουσική που έπαιζαν κάθε φορά που έβρεχε, έκανε να σιωπήσει από ντροπή ακόμη κι ολόκληρη συμφωνική ορχήστρα!
Στο μπροστινό μέρος στο υπερυψωμένο ισόγειο, δέσποζε μια μεγάλη βεράντα, χωρίς κάγκελα, στρωμένη με περίτεχνο μωσαϊκό. Στο κέντρο της, πάνω στο μπροστινό τοίχο του σπιτιού, ορθωνόταν μια μεγάλη ξύλινη πόρτα που άφηνε το πέρασμα μέσα στο σπίτι. Αριστερά και δεξιά της, μόνιμα βαλμένες, υπήρχαν δυο άσπρες πλαστικές καρέκλες απ΄ αυτές που πουλάν οι γύφτοι με τα Datsun.
Όλο το κτήμα ήταν γεμάτο με ψηλά πεύκα, που χάριζαν τη σκιά τους τις καφτές καλοκαιρινές μέρες και γέμιζαν με πευκοβελόνες τον τόπο τριγύρω.
Ακόμα κι΄ η περίφραξη του αυλόγυρου, ήταν έργο τέχνης. Πέτρινη μάντρα στη βάση και πάνω της βαριά μασίφ σίδερα δουλεμένα και λυγισμένα με τρόπο ζηλευτό, θύμιζαν τη φινέτσα και τη καλαισθησία που έχουν σκοτώσει πλέον η τεχνολογία και η τυποποίηση.
Κάθε καλοκαιρινό απόγευμα, λίγο πριν σουρουπώσει, όταν πια είχε δροσίσει αρκετά, δύο γερόντια, μοναδικοί κάτοικοι του σπιτιού, έβγαιναν στη βεράντα και καθόντουσαν πάντα στις ίδιες θέσεις πάνω στις δύο άσπρες πλαστικές καρέκλες. Έμεναν εκεί ως αργά το βράδυ, παρατηρώντας που και που τους οδηγούς των αυτοκινήτων που περνούσαν από τον δρόμο και τον κόσμο που βολτάριζε στο απέναντι πάρκο.
Οι φιγούρες τους έμοιαζαν νάχουν δραπετεύσει από διήγημα του Παπαδιαμάντη. Άσπρα μαλλιά και μούσια, βαθειά σκαμμένα από τις ρυτίδες πρόσωπα, παλάμες οστέινες με πεταγμένες χοντρές φλέβες που ανέδυαν δύναμη και νεύρο, μαρτυρώντας πως έχουν δουλέψει σκληρά στα νιάτα τους. Το ντύσιμο τους απέριττο, πάντα φροντισμένο και καθαρό. Ένα λινό σκουρόχρωμο παντελόνι και ένα μακρυμάνικο βαμβακερό πουκάμισο, που στερούσε το γεύμα των βραδινών κουνουπιών. Αν το βραδάκι η καλοκαιρινή δροσούλα το παρατραβούσε, ένα λεπτό πουλοβεράκι τους χάριζε τη ζεστασιά του. Στα χέρια τους πάντα κρατούσαν, έστω και κλειστό, από ένα βιβλίο ο καθένας. Αναρωτιόμουνα τι προσπαθούν να χωρέσουν παραπάνω στο κεφάλι τους, μιας και η όλη τους φυσιογνωμία, απέπνεε καλλιεργημένα άτομα με σοφία και γνώση των τερτιπιών της ζωής. Κι΄ όμως, όποτε δεν παρατηρούσαν τη κίνηση στο δρόμο και τον κόσμο στο απέναντι πάρκο, κάτω από το φως μιας ασθενικής ηλεκτρικής λάμπας, βυθίζονταν με τις ώρες στη μελέτη, ο καθένας ταξιδεύοντας ξεχωριστά, έχοντας για εισιτήριο το βιβλίο του.
Πολλές κουβέντες μεταξύ τους δεν αντάλλασσαν. Μονάχα παρατηρούσαν και που και που σχολίαζαν κάποιον περαστικό ή τον τρόπο που φερόταν κάποιος γονιός στο παιδί του που έπαιζε στο πάρκο ή την ματαιοδοξία κάποιου οδηγού, όταν περνούσε οδηγώντας φουσκωμένος σαν παγώνι, επιδεικνύοντας το πανάκριβο αυτοκίνητό του. Όλες τις φορές απλά κοιτάζονταν μεταξύ τους, σηκώνοντας τα φρύδια, σουφρώνοντας τα χείλια και κουνώντας με απορία το κεφάλι, μη μπορώντας να κατανοήσουν πως είναι δυνατόν οι άνθρωποι πλέον να σκέφτονται και να πράττουν έτσι. Πως είναι δυνατόν ν΄ ασχολούνται μονάχα με το κυνήγι των υλικών αγαθών κάνοντάς τα αυτοσκοπό και να έχουν αφήσει το πνεύμα τους ακαλλιέργητο στη σιγουριά του ασάλευτου ύπνου! Αυτό το τελευταίο δεν μπορούσαν να το χωνέψουν με τίποτα. Πίστευαν πως ο πραγματικός πλούτος κάθε ανθρώπου, βρίσκεται στη ψυχή και στο νου που κουβαλά και σίγουρα όχι στον τρόπο που προσπαθεί να κάνει αισθητή τη παρουσία του, χρησιμοποιώντας τον υλικό του πλούτο! Αυτό που τους έκανε τρομερή εντύπωση, ήταν, πως όποτε περνούσε κάποιος τέτοιος, τα βλέμματα των υπολοίπων καρφώνονταν πάνω του πρώτα από φθόνο και ζήλεια και μετά από υποθάλποντα θαυμασμό, γι΄ αυτά που οι ίδιοι δεν θα μπορούσαν ποτέ ν΄ αποκτήσουν στη διάρκεια της σύντομης ζωής τους. Μα ακόμη περισσότερη εντύπωση τους έκανε το βλέμμα τους μετά από το οφθαλμόλουτρο τους αυτό. Ήταν περίλυπο και απογοητευμένο, καθρέφτης της αιτίας της καθημερινής τους δυστυχίας! Τότε κατέβαζαν τα μάτια, έβγαζαν το δάχτυλο από τη σελίδα που κρατούσαν μη χαθεί και συνέχιζαν να ρουφάνε το βιβλίο τους πιστεύοντας πως κάπου μέσα στις σελίδες του θα βρουν την απάντηση στα ερωτήματά τους.
Τα καλοκαίρια περνούσαν. Είχα πια συνηθίσει στην εικόνα τους κάθε φορά που περνούσα από εκείνο το σημείο. Πολλές φορές σκέφτηκα να σταματήσω και να πάω να τους πω μια καλησπέρα. Δεν το έκανα ποτέ γιατί κατά βάθος φοβόμουν το διάλογο μαζί τους. Ένοιωθα πολύ μικρός για να τους αντιμετωπίσω. Άλλωστε τι θα μπορούσα να τους πω;! Θα ήθελα όμως να καθίσω σιωπηλά δίπλα τους, ν΄ ακούσω τα λόγια τους και να προσπαθήσω να ρουφήξω όση από τη σοφία τους μπορούσε να χωρέσει το περιορισμένο μυαλό μου!
Κάποια στιγμή έπαψα να βλέπω τα δύο γερόντια. Δεν άργησα να καταλάβω τι απέγιναν.
Ακόμα και τώρα όταν περνάω από το σπίτι, αντικρίζω τις δύο άσπρες πλαστικές καρέκλες, ξεχασμένες στις ίδιες θέσεις, αδειανές, με πευκοβελόνες καθισμένες πάνω τους, ν΄ ατενίζουν ακούραστα το δρόμο και το πάρκο απέναντι, χειμώνα, καλοκαίρι…
zifl
Τελευταία επεξεργασία από το μέλος Κώστας την Παρ Ιαν 25, 2013 11:43 pm, έχει επεξεργασθεί 1 φορά συνολικά.
H μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που εκπέμπει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι έχεις συμβάλλει κι΄ εσύ σ΄ αυτό.




















