κοκόνα η [kokóna] O25α : (παρωχ.) ως προσφώνηση ή χαρακτηρισμός: 1. (λαϊκότρ.) για κυρία, συνήθ. αρχοντικής καταγωγής. 2α. χαϊδευτικά, για γυναίκα και κυρίως κόρη. β. (ειρ.) για γυναίκα μαθημένη στην άνεση και στην πολυτέλεια. [ρουμ. cocoăna]
http://www.komvos.edu.gr/dictonlineplsq ... get_dict=1
http://www.komvos.edu.gr/dictonlineplsq ... get_dict=1
Για να δεις το ουράνιο τόξο πρέπει να χορέψεις στη βροχή…
























