• Δανειστική βιβλιοθήκη

  • Αναρτήσεις και συζητήσεις άσχετες με την νόσο της πολλαπλής σκλήρυνσης.
Αναρτήσεις και συζητήσεις άσχετες με την νόσο της πολλαπλής σκλήρυνσης.
 #114794  από Κώστας
 Σάβ Ιαν 30, 2016 1:27 pm
Του πολέμου (απόσπασμα) - Νίκος Καββαδίας

Κείνο το χειμώνα σαλαγούσα ένα φορτωμένο μουλάρι στους κατσικόδρομους της παραλιακής Αλβανίας. Λένε πως το ζώο με πήγαινε και με κυβερνούσε. Το ίδιο μου κάνει.
Νύχτωνε. Από τα χαράματα περπατούσα κάτω από τη βροχή. Ούτε στιγμή δεν είχα βρει έν' απάγκιο. Ούτε κάτι να φάω. Μασούσα πού και πού κανένα φυλλαράκι ελιάς. Μέσα σε μιαν αδειανή ιταλική χειροβομβίδα από 'κείνες που ανοίγαμε με μια φουρκέτα -πού βρίσκαμε τέτοιο είδος;- κάνοντές τες ταμπακέρες, φύλαγα μερικά τσιγάρα μα δεν είχα σπίρτα. Δεν συναντούσα ψυχή. Τα περισσότερα μουλάρια της μονάδας μου είχαν χωθεί ίσαμε το κεφάλι στη λάσπη μιας κατηφοριάς. Τα πιο άξια είχανε φθάσει σ' ένα μοναστήρι ερειπωμένο πέρ' από το Δέλβινο και ξεκουράζονταν. Δεν ήξερα πού πήγαινα. Πόσο θα βαστούσα. Αν γλιστρούσα κι έπεφτα δεν θα ξανασηκωνόμουνα. Το ίδιο και το μουλάρι. Οι κατεβασιές από τους χειμάρρους όλο και θέριευαν. Σκεφτόμουνα τη θάλασσα, τη σιγουριά της, το γιατί ποτέ δεν τη φοβήθηκα. Να πνίγεσαι στη θάλασσα, μουρμούριζα, είναι φυσικό - στη στεριά είναι κάτι που 'χει μέσα του μπαμπεσιά. Ένιωθα την ατίμωση ενός θανάτου από γλυκό νερό, μέσα στη λάσπη. Ξαφνικά κουτρήσαμε και οι δυο πάνω σε κάτι που θα 'πρεπε να 'ταν τοίχος. Το χαλινάρι ξέφυγε από τα χέρια μου. Το μουλάρι, ελεύθερο, γύρισε δεξιά και πήγε σύρριζα. Ακολουθούσα ακουμπώντας το χέρι μου στα λιθάρια ενός τοίχου που δεν ήταν χτισμένος -μιας ξερολιθιάς- ώσπου είδα το ζώο να δρασκελάει το κάτω μέρος μιας ξύλινης πόρτας και να γονατίζει στη μέση μιας αυλής έτσι, καθώς ήταν φορτωμένο. Μια μυρωδιά κοπριάς και άχυρου είχε πιλοτάρει προς τα 'κεί το μουλάρι. Στάθηκα προσπαθώντας να ξεχωρίσω γύρω μου. Είδα ένα χαμηλό σκοτεινό σπίτι στο βάθος. Προχώρησα, βρήκα την πόρτα και χτύπησα. Ξαναχτύπησα, τίποτα. Ξαρματώθηκα και τον γκρα και χτύπησα κάνα - δυο δυνατές με τον υποκόπανο. Άκουσα μια βαριά φωνή από μέσα:
- Τι ζητάς τέτοιαν ώρα; Άμε καλιά σου.
- Ένα χέρι θέλω. Το μουλάρι μου έπεσε στην αυλή σου φορτωμένο και δεν σηκώνεται.
- Ξεφόρτωσέ το, βγάλε το σαμάρι και ίσιωσέ το...
- Δεν θα τα καταφέρω.
- Καθάρισε μονάχος σου, είμαι άρρωστος.
- Θα καθήσω σε τούτο το σκεπαστό και θα περιμένω να σταματήσει το νερό.
Δεν αποκρίθηκε. Κάθησα σ' ένα πέτρινο πεζούλι. Η βροχή δυνάμωνε. Έπιασε να φυσάει.
"Να 'χα τη νιτσεράδα μου, τη νορβηγέζικη, τα λαστιχένια ποδήματα... Τώρα τι γίνεται;".
Άκουσα την πόρτα να τρίζει. Μισάνοιξε. Ένα φως αχαμνό πέρασε τη χαραμάδα. Ένας άντρας κοντός κρατούσε την πόρτα.
- Πόσες ώρες περπατάς;
- Από τα χαράματα.
- Τώρα είναι εφτά.
- Δεν με νοιάζει. Λίγο νερό θέλω.
- Άνοιξε το στόμα σου και κοίτα ψηλά. Αν στύψεις τα ρούχα σου, θα γιομίσεις δέκα παγούρια.
- Τότε βοήθησέ με να σενιάρω το μουλάρι και φεύγω.
- Για πού πας;
- Για το Δέλβινο.
- Έχεις χάσει το δρόμο. Έχεις κάμει το μπρος - πίσω.
Βγήκες έξω. Ήταν πολύ γέρος, με μεγάλα μουστάκια. Φαινόταν Τόσκος. Μιλούσε καλά τα ελληνικά. Πήγε στο μουλάρι και του λασκάρισε τις τριχιές. Τα δυο κιβώτια πέσαν μαλακά, δεξιά κι αριστερά στις πλάκες, το ζώο σηκώθηκε κι άρχισε να τρέμει. Το χάιδεψε στο κούτελο κι έπειτα στα πλευρά.
- Είναι μακριά η θάλασσα; ρώτησα.
- Αυτή σου 'λειπε, είπε, μαλακώνοντας τη φωνή του. Τέτοιαν ώρα τέτοια λόγια...
 #114812  από Κώστας
 Δευ Φεβ 01, 2016 9:20 am
Στο άλογό μου- Νίκος Καββαδίας

Το να γράψει κανείς σ' έναν άνθρωπο, είναι ίσως εύκολο στους πολλούς. Το να γράψει σ' ένα ζώο, είναι αφάνταστα δύσκολο. Για τούτο φοβάμαι. Δεν θα τα καταφέρω.
Τα χέρια μου έχουνε σκληρύνει από τα λουριά σου, κι η ψυχή μου από άλλη αιτία. Όμως πρέπει. Αισθάνομαι την ανάγκη. Γι' αυτό θα σου γράψω.
Στην αρχή δεν με ήθελες. Καταλάβαινες σε μένα τον άπραγο με το αδύνατο χέρι. Είχες δίκιο. Ίσως για πρώτη φορά έβλεπα άλογο από τόσο κοντά. Τ' άλογα που είχα δει στη ζωή μου ήτανε στα τσίρκα, που τα δουλεύανε κοζάκοι, και στις κούρσες, που τα παίζαν οι άνθρωποι. Αυτό με είχε πειράξει. Δεν είστε προορισμένα για τόσο χαμηλές πράξεις. Ας είναι... Αυτό είναι μια άλλη ιστορία, καθώς λέει ο Κίπλινγκ, αυτός που τόσο σας είχε αγαπήσει και ιστορήσει.
Το ξέρω πόσο σε κούρασα. Στραβά φορτωμένο ακολούθησες υποταχτικά στις πορείες της νύχτας. Γρήγορα γίναμε φίλοι. Με συνήθισες. Έπαψα πια να σε χάνω μέσα στ' άλλα τα ζώα της μονάδας μας. Έπαψα να μη σε γνωρίζω.
Αν αρχίσω τα "θυμάσαι" δεν θα τελειώσω ποτέ. Λατρεύω τη συντομία! Θα σου θυμίσω μονάχα τρεις νύχτες μας. (Απορώ με τον εαυτό μου απόψε. Τόσο στοργικά δεν μίλησα ποτέ σε κανένα).
Θυμάσαι τη νύχτα με τη βροχή; Ανελέητα και οι δυο μουσκεμένοι, προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα. Μόνοι. Σε οδηγούσα ή με οδηγούσες; Κάρφωνα τα νυσταγμένα μου μάτια στο νυχτερινό παραπέτασμα, όπως δεν τα κάρφωσα τότε που αναζητούσα φανάρια στη Βόρειο Θάλασσα. Η όσφρησή σου μας έσωσε. Ένας στάβλος μάς έγινε άσυλο. Παραμερίσαμε το σανό κι ανάψαμε μεγάλη φωτιά. Λέω, ανάψαμε. Εσύ μου 'δινες θάρρος. Ξαπλωμένος σ' άκουα να μασάς. Κατόπι σου μίλησα. Ποτέ δεν συμφώνησα με τους ανθρώπους όπως τότε με σένα. Κοιμηθήκαμε συζητώντας. Εγώ ξαπλωμένος στο χόρτο. Εσύ όρθιο. Πόσοι άνθρωποι δεν κοιμούνται όρθιοι περπατώντας δίχως να 'χουν τη δική σου νόηση; Ας είναι...
Η δεύτερη νύχτα: Τότε που μπήκαμε μ' άλλους πολλούς μες στη μάχη. Μπορούσε κοντά από 'κεί να κουβαλήσουμε τραυματίες. Ακούσαμε μαζί τον θόρυβο του πολέμου και τον συνηθίσαμε. Πήραμε το παλικάρι με το πληγωμένο πόδι και φύγαμε. Ποτέ μου δεν σε είδα πιο προσεχτικό και τόσο αλαφροπάτητο. Είχες ξεχάσει 'κείνο το νευρικό σου συνήθειο να πηδάς σηκώνοντας το σαμάρι. Τα 'χες όλα νιώσει ίσως πριν από μένα.
Και τώρα, η νύχτα στο βουνό με τη λάσπη: βαρυφορτωμένοι, κατάκοποι προχωρούσαμε. Είν' αφάνταστη η λύπη κι η κακομοιριά που δοκιμάζεις σαν αισθάνεσαι να 'σαι και να βλέπεις ανθρώπους και ζώα και τα πάντα μες στη λάσπη.
Άλογα και μουλάρια πεσμένα μάς κόψανε το δρόμο. Εμείς προχωρούσαμε. Άξαφνα έπεσες. Πέσαμε θέλω να πω. Με τα δυο σου πόδια σπασμένα, με το κεφάλι χωμένο στις λάσπες. Θυμάσαι πόσο προσπάθησα. Δεν το κατόρθωσα. Πρέπει να νιώσεις καλά πως δεν φταίω. Ποτέ δεν προσπάθησα τόσο. Έμεινα δίπλα σου ολόκληρη νύχτα. Πιο πέρα από μας ένας Ιταλός σκοτωμένος. Πάνω μας η Μεγάλη Άρκτος, το Βόρειο Στέμμα, ο Αστερισμός του Ωρίωνα ψιχάλιζαν φως.
Δεν είδα ποτέ πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι. Γύρισα πάντα τα μάτια μου από τον θάνατο. Μα φαντάζομαι...
Παύω. Φοβάμαι μήπως πω λόγο μεγάλο.
Φυλάω ακόμη το ξυστρί και τη βούρτσα σου. Κι όταν κάποτε κι αυτά θα τα παραδώσω, θα σε φυλάξω στη μνήμη μου.
Οι κάλοι των χεριών μου από τα λουριά σου μου είναι τόσο αγαπητοί, όσο εκείνοι που κάποτε απόχτησα στις θαλασσινές μου πορείες. Θα σου ξαναγράψω!...
Κούδεσι, Μάρτης 1941
ΑΠΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "Η ΑΥΓΗ"
 #114813  από Μιμικαμ
 Δευ Φεβ 01, 2016 12:10 pm
:smile-clapping: :smile-clapping: Κώστα μου, εξαιρετικά, τέλεια και τα δυο και με πολλά πολλά μηνύματα :emojis-1: :emojis-1:
 #114817  από Κώστας
 Δευ Φεβ 01, 2016 9:12 pm
Βάλτε κάτι που διαβάσατε και σας άρεσε. Μην αφήσουμε την βιβλιοθήκη να χαθεί!
 #114879  από eleni POL
 Παρ Φεβ 05, 2016 1:05 pm
Σ ΑΓΑΠΩ


Κι αν δεν μπορώ να το πω
Οτι η ψυχή μου τρέμει από φοβο για σένα
Επειδή σ αγαπω...
Όπως αγαπάς τα παιδιά όταν τα στέλνεις να παίξουν.
Φοβος κι αγάπη μη τυχόν και πονέσουν.
Κι αν δεν μπορώ να στο πω
Τι μ αυτό?

Κι αν δεν είμαι μαζί σου ολη τη μέρα
Τι σημαίνει?
Κι αν δεν εχω το χρόνο να στο λεω ολημερίς ?
Τι μ αυτό?
Σημαίνει ότι σου πεταω ψίχουλα
Όταν σου στέλνω μόνο μια λέξη?
Αφού εσύ ξέρεις ...
Είναι τα μονα αληθινα
Τα
Ψίχουλα της ψυχής !
Την αλήθεια μου !
Ποσοι μπορούν να το πουν?

Κι αν κανω λαθη
Δε γράφω καλα
Γραμματικα?
Απρόσεκτα συντακτικα
Και οι λέξεις μου δεν είναι οι πιο δημοφιλείς,
Τι σημαίνει αυτό?
Ότι δε σ αγαπω?
Ή οτι αρνούμαι αυτή τη λεξη ...
Που είναι η πιο κοινή αλλά η πιο δύσκολη στην πρακτική?

Λοιπόν να το ξέρεις
Η φιλια είναι ιερή
Λεξη πραγματικη.
Σχεδόν ...οικογενειακή!
Η φιλια είναι θεά!
Είναι αδερφη ψυχή!
Και είναι ΤΙΜΗ!
Πραγματική.
Αγαπη αγνη!
Ζεστή ,καθαρή!

Και θα στο πω και από εδώ.
Όσο ζω ...θ αγαπω.
Θα σου στελνω την αγάπη μου σε κύματα. ..
Θα τη φορτώνω στους ανέμους να στη φέρνουν.
Θα βρισκω περιστέρια -τρόπους να τη λαβαινεις όταν την εχεις ανάγκη.
Θα τη γραφω με χιλιους τρόπους
Θα στη μεταφραζω
Στις γλώσσες που μιλώ!
Θα στη ζωγραφιζω
Με χρώμα από το ουρανιο τοξο...
Με στίχους και νοτες
που ίσως
Να μην εχω γράψει εγω!

Και για μια ακόμη φορά
ΕΠΙΤΈΛΟΥΣ!
ΜΠΟΡΏ ΝΑ ΠΩ
Σ ΑΓΑΠΩ!


υ.γ. ...και τώρα
Κοιμησου εσύ
σε γαλήνια νερά
τόσο ήρεμα που
τα δάκρυα μου σχεδιάζουν κύκλους ...
Σε στηριζω!
εχω πίστη σε σένα.!
Εγω είμαι εδώ!
Και σ αγαπω.


elena :smile-heart: :smile-heart:
 #114912  από Κώστας
 Δευ Φεβ 08, 2016 12:17 pm
ΤΡΑΤΑ ΚΟΥΛΟΥΡΙΩΤΙΚΗ - Γιάννης Σκαρίμπας

Πάντα πικραμένος συλλογιόταν στο κατώφλι και πάντ' αποσταμένος ο δόλιος: Σκυλοζωή η μαγκούφα.

Δούλευε μεροδούλι στην τράτα· μεροδούλι λέει; μερτικό κι αν σ' αρέσει. Και νάναι σαν ψες, σαν πάσα μέρα. Κάθε πέρσι και καλύτερα. Εφτά καλάδες απ' τη νύχτα, τριάντα δυό οκάδες μαρίδα κι άλλες εξήμισυ καθαρά, αυτά ούλα-ούλα. Αναψαριά και των γονέων· ενιά νομάτοι αυτοί ένα μερτικό, κ' ένα ο καπετάνιος με την τράτα, μιάμισυ οκά μαρίδα ο πάσα ένας κι όξω από την πόρτα.

Άντε τώρα βρες να την πουλήσεις· πέντ' εξ δραμές η οκά κι ο κόσμος ούλος· πέντ' εξ δραμές και μιά τηγανιά για το κονάκι· ούτε τον καπνό και το καρβέλι.

Άντε ζήσε. Δουλεύεις τα παραγάδια σου, τα ίδια· ούτε το δόλωμα δε βγαίνει. Ρίχτα ούλη νύχτα κι άμε μπονώρα να τα σηκώσεις για να πάρεις τα σχαρίκια· ούλο χάνοι και σαλιάρες· πού και πού κάνα καθερό κάνα λιθρίνι.

Θες και δυο οκάδες καλαμάρι να δολώσεις τρακόσα αγκίστρια· και πού να τάβρεις· πάς στην τράτα περικαλώντας. Χασομεράς μισή μέρα στους γιαλούς· αν βγάλουνε κανένα κι αν στο δώσουν. Τα καπαρώνουν γλέπεις οι δασκάλοι για ελόγου τους· προ πάντων κείνος ο κυρ-Βίκος, ο ληξίαρχος, που ξεκαλοκαιρεύει φαμελικώς του στην Αλέτρια. Τρελλαίνεται λέει για δαύτα· σου λέει αν θες και πώς γίνονται. Θες τηγανιτά, θες με σπανάκι, θες πιλάφι· όπως θες, όπως η ψυχούλα σου αγαπάει. Μηδά κοιτάει κανείς τη φτώχεια σου· ας είν' καλά ο καπτ' Αλέκος ο πλεονέχτης· προτιμάει να τα δίνει στους δασκάλους για τη γούλη, πέρι σ' εμένα για δουλειά, για το ψωμάκι.

Ας είν' καλά πόχει την τράτα μου και τη χαίρεται· και τί τράτα! Κουλουριώτικη! Αχ! τέτοιο σκαρί, τέτοια τράτα...

Σα νάχει τη γυναίκα σου στην αγκαλιά του άλλος...

* *

Βαθιά πικραμένος τα σκεφτόταν.

Είχε και δίκιο ο δόλιος.

Φουκαράς, φτωχαδάκι, τον είχε παρ' η κάτω βόλτα.

Ψαράς, χταποδάς και τρατάρης, κι αργάτης ακόμα κι οξωμάχος· όπως λάχαινε, όπως ερχόταν.

Κυνηγός του καρβελιού και του μπακέτου, όπου νάταν βρισκούμενο, στο γιαλό, στη στεριά, ή του πελάου. Χρόνια 'χε να κοιμηθεί με 'κοσπεντάρικο στην τσέπη.

Με μιά σαπόβαρκα παιδεύονταν για το ψωμί, για το καρβέλι. Δύσκολο πράμα όμως. Το χειμώνα λιοτρουβιάρης ούλη νύχτα και τη μέρα δούλευε το παραγάδι· και σαν έπιανε ο Απρίλης, ξανά πάλε στην τράτα. Στην ίδια κείνη πούταν αυτός αφεντικό και καπτάνιος της, πούταν αυτός ψυχή και καύχημα της και που τώρα τού τη χαίρονταν ο οχτρός του.

Πεντάμορφη σκλάβα χριστιανή αυτή, σ' αφέντη Τούρκο. Σκλάβος κι αυτός ο έρμος... αδερφός της.

Άχ! τύχη κακιά, μαγκούφα... Σβάρνα τον είχαν πάρει η φτώχεια και τα χρόνια... Άσπρισαν τα μαλλιά του και καμπούριασε... Να του σβαρνάν αρχίσαν και τα πόδια.

Πικρά τα συλλογιόταν ούλα.

Τον κατάλυσαν τα βάσανα και το μεράκι.

Κακομοίρη, ταπεινό τον είχε κάμει η φτώχεια. Ψωμί και δάχτυλο κι αυτός κ' η δόλια η γριά του.

* *

Μ' όλα ταύτα δεν ήταν έτσι.

Όταν παντρεύτηκε, δω και εικοσιπέντε χρόνια, –σαν ψες το θυμόταν– ήταν ούλος λεβεντιά και ούλος νιάτα· είχε τη μέση δαχτυλίδι και την πορπατησιά περήφανη και κορδωμένη. Πολύτιμη αντίκα –κειμήλιο του μακαρίτη του πατέρα του– άστραφτε στο μικρό δαχτυλάκι τού ζερβού χεριού του, κι ολόχρυσο ρολόι δούλευε πάντα στο τσεπάκι του γελέκου του. Μίλαγαν τα κοστούμια του και οι μπότες του έτριζαν πάντα.

Τέτοιον, γιομάτον λεβεντιά κι αρχοντικό αέρα, τον δέχτηκε γαμπρό στο πλάι της –κούκλα κι αυτή και καλομοίρα– η Βιελέττα, η γυναικούλα του.

Νά εκεί μέσα –στην κρεβατοκάμαρη– πάνω απ' το κρεβάτι τους, μέσ' σε κάρυνη κορνίζα, ήταν το κάδρο του. Δέκα μερών γαμπρός με την κυρά του.

Άχ, τί χρόνια χρυσά κ' ευτυχισμένα. Τί σαρανταφτερουγούσα ήταν κ' η τράτα του –καύχημα των γιαλών και του κυμάτου...

Πόσες φορές τώρα βουβός αψήλωνε πάνω στο κάδρο τη ματιά του.

Ένα τραπεζάκι με γλάστρα ήταν στο πλάι κι αυτός στο κάθισμα, με ρούχα γαμπριάτικα και με έως τα γόνατα λαδιές μπότες τριζάτες απ' την πόλη.

Άστραφτε η νιόφορη βέρα στο χέρι του –από εγγλέζικη λίρα– και τα χρυσά μπιχλιμπίδια της καδένας στο γελέκο του.

Όμοια κι αυτή, η Βιελέττα του, ολάσπρη και πασίχαρη, στέκονταν στο πλάι του· γοργόνα. Το χέρι της, ακουμπισμένο πα στον ώμο του, τού φαίνονταν πως ακόμα το αιστάνονταν κει πάνω.

Άχ ! τί χρόνια χρυσά κ' ευτυχισμένα !

Μοσκοβόλαε το σπιτάκι τους απ' το μαγέρεμα κι άστραφταν τα μάτια της Βιελέττας του σαν απόμεναν οι δυό τους. Φίλοι, μουσαφιραίοι ποτές δεν του απόλειπαν, πότε ο κουνιάδος του, πότε ο πεθερός του, πότε τα ξαδέρφια. Καλόκαρδη και προκομένη τούς έφερνε όλους βόλτα η Βιελέττα του. Καμάρωνε και δαύτος μέσα του, φούσκωνε η καρδιά του από έρωτα. Μαγνήτη είχ' η ματιά της και τον έλκυζε, μαγνήτη είχε το σπίτι και τον ετράβα.

Άχ! πούναι κείνα τα χρόνια τα χρυσά, τα βλογημένα. Είχε και τη Φλώρα του, την τράτα, που την πούλησε για τον ανεπρόκοφτον υγιό του. Τώρα την είχε ο οχτρός του και την χαίρονταν.

Άχ! τί τράτα ήταν εκείνη, τί θαλασσοπούλα γλυκοθώρητη, τί δωδεκαποδαρούσα των γιαλώνε;... Σκαρί κουλουριώτικο ήταν η Φλώρα του, μπακίρι μοναχό 'ταν το καρφί της.

Ο Μεγαλέξαντρος ο Μακεδόνας ήταν στην πλώρη της σκαλιστός, με το χρυσό κοντάρι του στη χέρα.

Σπαθάτη ήταν μπρος-πίσω· σπαθάτη, γοργοτάξιδη, σαΐτα. Ομόρφαιν' ο γιαλός από τα νιάτα της, μάγια 'χαν τ' άρματά της και τα δίχτυα.

Άχ, ανταγιάντιστος καϋμός τούχε μείνει η Φλώρα του. Μ' οχτώ νομάτους κι αυτός ενιά κι άστα να πάνε... «να γλέπ' ο γιαλός να χαίρεται, να γλέπ' η στεριά να χαιρετάει...». Φτερό κουπί, λεπίδι η πλώρη της· άχ! τύχη μαγκούφα... τί να σου πρωτοθυμηθεί και τί να πρωτοκλάψει.

Κι αυτός ολόρθος πα στην πρύμη της, με τα βρακιά ανασκουμπωμένα και περαστό το διάκι μες στα σκέλια του, να δίνει τις διαταγές του στους σγαρίλιους.

— Μόλα, μόλα, καλό παιδί, μόλα σκοινί και δόστου νάχει.

Κι όταν πάσα βραδάκι –το λιοβασίλεμα– με τη γλυκιά ανάμνηση της Βιελέττας στην καρδιά του, με τη νοστιμάδα των φιλιών της μες στις φλέβες του, έμπαινε στ' απάνεμο λιμανάκι της Αλέτριας, πόσο προαπολαυστικά ατένιζε το ντερσέκι και τα κεραμίδια του σπιτιού του και πόσο γαργαλιστικά του ερέθιζε τους πόθους της καρδιάς του αυτό το οκνό τραγουδάκι των τρατάρηδων:

Έγια μόλα
έγια λέσα
άϊντε όλοι
όλοι μαζί...

* *

Μα τον είχε πάρει η κάτω βόλτα.

Πούλησε και την τράτα του –τί τράτα– κι από κοντά και τα δίχτυα· πούλησε και τ' ολόχρυσο ρολόι κ' έλειωσαν κ' οι φορεσιές του οι έρμες. Δεν ξαναφόρεσε πλιο παραγγελιά παπούτσια, έτσι σαν πρώτα από τελατίνι χρωματιστά, με μύτες, παρά έτοιμα παλιοβακέτα, γόβες πούπλεαν τα καψαρά τα πόδια του μέσα· παν και τα μεταξωτά ζωνάρια του και κείνα, έλειωσε και το κορμάκι του το δόλιο. Μόνο –το κειμήλιο του πατέρα του– η αντίκα τούχε απομείνει απ' την παλιά αρχοντιά του, μα και δαύτη βολεμένη στου σεντουκιού τα κατάβαθα· ντρέπουνταν ο έρμος να την βάλει.

Ας ήταν καλά ο Παμίνος ο υγιός του. Αυτός ο χασομέρης, ο κιαρατάς, ο τζερεμές. Αυτός τον είχε βουλιάξει τον κουρούνη.

Από γρουσουζιά σε γρουσουζιά τον είχε καταντήσει πένη· απ' αυτόνε πούλησε την τράτα (και τί τράτα!) για δαύτον πάει στράφι και το βιό του. Αυτός εστάθη η νίλα του.

Τρίω μηνών στρατιώτης έκαμε το πρώτο του θάμα· πάνω στη θεωρία σκάει δυό φούσκους στα μούτρα του λοχαγού του, γιατί λέει τον έβαλε μιά αγγαρεία στο καζάνι.

Άχ, τύχη μαγκούφα· τρέξε στις Αθήνες, σε υπουργούς, σε βουλευτάδες· για μουσκέτο τον είχαν, αν δεν πρόφτανε· εξ μήνες τον εδίκασε το Στρατοδικείο. Μα τί φελούσε· τότε αποθήκεψε τη Φλώρα του· ας είναι, πέρασε και κείνο.

Ήρτε –που να μην έσωνε– στην Αλέτρια, άλλο θάμα!

Κλέβει ο Πριόβολος τη θυγατέρα του παπά, πάει κι αυτός μαζί του παλληκαράς κι αντάρτης.

Τρεις μήνες φυγόδικος στα όρη, είδε κ' έπαθε να τον γλυτώσει· αθωώθηκε, μα τί το θέλεις· πάει η τράτα του άψαλτη· του την ψωμόφαγαν τα όρνια οι δικαστές κ' οι χωροφύλακοι, τα χαρτιά και το μελάνι.

Κι από κοντά τα ίδια. Τ' είχες Γιάννη, τ' είχα πάντα.

Όπου ντουφεκιές κι αντάρα, όπου καυγάς, όπου μεθύσι, πάντα μπροστά, πρώτος και καλύτερος ο γιος τού Καπταθάνου, ο Παμίνος· του χωριού φόβος και τρόμος είχε γίνει.

Άχ, έρχονται κ' οι εκλογές για βουλευτάδες, άλλο θάμα!

Κάνει μιά ρεμούλα με δυό-τρεις άλλους –όμοιους του– αναποδογυρίζει τις κάλπες των αντίθετων, χύνει τα σφαιρίδια στο σοκάκι... Ο άτιμος ! Μπαΐλντισε ο δόλιος ο πατέρας του· βαρυγκόμισ' η ψυχούλα του· χαΐρ' ο κιαρατάς ας μην έγλεπε· στάχτη και κουρνιαχτός να τούχε γίνει... ας τον έκοβαν... Για μουσκέτο ας τον πααίναν...

Μα για χατήρι της Βιελέττας της μάνας του τί νάκανε; πάει και το ρολόι, πάνε και τα δίχτυα.

Ξανά τρέξε στην Αθήνα και στην πόλη, φίλησε ποδιές κατουρημένες.


* *

Τώρα εκεί 'ταν π' ανάθεμα τον.

Νύχτα 'μπαινε στο σπίτι και νύχτα 'φευγε· κι άλλοτε τους 'ρχόταν τα χαράματα και κοιμόταν ούλη μέρα.

Ξεπορτίζοντας πέταγε κάπου-κάπου κάνα διπλό στη μάνα του... «Να πάρε για ταμπάκο, καφοκούτι»... της έκανε. Που στάχτη και κουρνιαχτός να τούχε γίνει του Καπταθάνου. Ούλο με μιά κουμπούρα διμούτσουνη είχε πάντα να κάμει και με μιά κάμα δίκοπη και κείνη· ξυπνός τα είχε πάντα στο ζωνάρι του, πεσμένος στο προσκέφαλο. Είχε και κείνο το μεράκι, τη σαρμόνικα, άλλος –ετούτη– μπελιάς απ' το Μαυρόπουλο, άλλου είδους ταραχή ετούτη πάλι! Μπελιάς των μεσημεριών και των μεσάνυχτων, μπελιάς των ποντικώνε και του κόσμου. Την είχε σπουδάσει στη φυλακή, στα Παραπήγματα –μπρε φυλακή να σου πετύχει!– 'Ρχόντας απ' την Αθήνα την κουβάλησε μαζί του στο χωριό, αυτή και την κουμπούρα τη διμούτσουνη· ολοημερίς αντήχαε το καψοκόνακο απ' τους στριγγλιάρικους ήχους της· τα κεραμίδια πάγαιναν να σπάσουν. Εκεί να σ' έχω ν' ακούς και να θαμάζεις· τί θες, τί αποθυμάει η ψυχούλα σου ν' ακούσεις· ούλους τους χαβάδες και τα νούμερα. Θες χασάπικα, θες ζεϊμπέκικα, θες χασικλίδικα, θες αμανέδες.

Το νου τούς είχε ασηκώσει του καψο-Θάνου και της μανούλας του· μήτε να συλλοϊστοϋν μήτε να μιλήσουν δύνονταν οι δόλιοι. Το ίδιο και τις νύχτες· τούτος και κάνα δυό άλλοι όμοιοι του και προκομένοι· ούλο το χωριό κ' οι δρόμοι, τα καλντερίμια κ' η πλατέα, αντήχαε από τους ήχους της ξεφουσάρας του. Έκαναν καντάδες και χτυπούσαν και σιδεράκια για το ίσιο· ολονυχτίς ως τα χαράματα.

Πρόγκαγαν τα πράματα στις μάντρες, ξεφάντωναν τα κότερα μες στα κοτέτσια, ούρλιαζαν οι σκύλοι· άσε τις βρισές και τα βαρυγκόμια πούτρωγαν πίσ' απ' τα παράθυρα, τα κερατηλίκια και τις κατάρες κι όχι σπάνια και καμμιά κανάτα σαπουνάδες μες στα μούτρα. Που στάχτη και κουρνιαχτός να τσ' ούχε γίνει, πόσες φορές τους 'ρχόταν μουσκεμένος...


* *

Με τρόπο τον εζύγωνε καμμιά φορά ο Καπταθάνος και πάντα με το καλό και την ορμήνεια.

Σαν τον πετύχαινε στο σπίτι να λαδώνει τη διμούτσουνη ή να ξουρίζεται, του καλανάρχαε πάντα και τα ίδια.

«...Πως κάνει άσκημα να σκοτώνει τον καιρό του έτσι καλοκαθούμενος· πως έπρεπε να στρώσει ν' απαγκάει κι αυτός το καρβέλι του σπιτιού που λίμαξε για το ψωμάκι, πως αργά θα συλλοϊστεί τα λόγια του πατέρα και της μάνας του· πως γδύθηκαν κι αρρώστησαν απ' την αναφαγιά και την ξεραΐλα, πως οι φίλοι του, αυτοί οι σγαρίληδες, θα τον έπαιρναν στο φινάλε στο λαιμό τους· πως μόνο αυτόνε, τον υγιό του Καπταθάνου και της Βιελέττας, έδειχναν στο χωριό με το δάχτυλο και τον απόφευγε ο κόσμος· να πάψει πλιο να νυχτοπορπατεί και να νταΐζει· πως είχε γίνει βάσανο του κόσμου και πως έτσι θα τον ξάπλωναν καμμιά νύχτα και θα πάγαινε σαν σκυλί στον τράφο· πως αυτός κ' η καψομάνα θ' απόθαιναν από το σικλέτι το δικό του...».

Αυτός αφουγκραζόταν –ξακολουθώντας τη δουλειά του– χωρίς να βγάνει τσούτα.

Ήταν αυτό ένα καλό που είχε· σεβόταν πάντα τον πατέρα του μπροστά του.

Κι ο Καπταθάνος εξακολούθαε τα ίδια.

«...Δυό άντρες αυτοί έπρεπε να πορπατούν και να θαμάζουν. Μοναστήρι έπρεπε νάταν το σπίτι τους· κερα-καπτάνισσα έπρεπε να λέγαν τη μάνα του την καψαρή, που την κατάλυσαν τα βάσανα κ' οι φτώχειες. Καπτάνιος ήταν αυτός κ' έγινε τρατάρης για ελόγου του· άλλος έχει την τράτα (και τί τράτα!), τη Φλώρα τους, και χαίρεται τα κάλλη της και τ' αγαθά της· άχ, αυτό το σαράκι θα τον έτρωγε. Άχ τέτοιο σκαρί... τέτοια τράτα...».

Έτσι σιγά σιγά κι αθέλητα έφερνε την κουβέντα πάντα στα ίδια και στα ίδια.

«...Τί κάθεσαι μωρέ κι ολονυχτάς στα σοκάκια με μιά ξεφουσάρα φυσαρμόνικα; οι καλές κοπέλλες δεν ξιππάζουνται από κουμπούρες και ρεμπέτες· ούλου του κόσμου τα παιδαρέλια ξεπετάχτηκαν παλληκαράκια σεμνά και φρόνιμα κι ούλο τις καλύτερες κοπέλλες καπαρώνουν και παντρεύονται· πούσαι συ μωρέ κ' η προκοπή σου; ποιός γυρίζει να κοιτάξει το κονάκι μας; ε;

» Αν ήθε είχες συ προκοπή και χαΐρι, θάχα κ' εγώ άλλον αέρα στον κόσμο τούτο. Θάμουν κ' εγώ ο έρμος πάλι καπετάνιος· την καλύτερη νύφη θάχαμε σπίτι μας και την πρώτη τράτα στο λιμάνι· ναί, μωρέ Τούρκο, νύφη αρχόντισσα και τράτα κουλουριώτικη...

» Αχ, τί κακό που μούχεις καμωμένο· κρίμα στα νιάτα σου και στη λεβεντιά σου... κρίμα στην εξυπνάδα σου...

» Ο γιος της Σουράβλως με τ' όνομα, παντρολογιέται με τιμή και με δόξα· ποιός; αυτό το θρασίμι.

» Έκαμε προκοπή όμως κ' έλαβ' αξία· παν κ' έρχονται οι συμπεθεριές στης θειάς Σουράβλως· τώρα λεν και για τη θυγατέρα του Τουρκόγιαννου· τόχει πάρει κι αυτός απάνω του και μετράει και λογαριάζει· θα πάρει τράτα λέει τρικούβερτη. Σα γίνει στην Τουρκογιαννοπούλα και βέβαια θα την πάρει· ας είν' καλά η προίκα.

» Άντε τότε να πάμε κ' οι δυό μας να τραβήξουμε τον κρόκο στην τράτα του, για μιά κουραμάνα πάσα μέρα και μιά τσανάκα μπάσταρδα βραστόψαρα...».

Μόνο σαν έφτανε στο σημείο τούτο της γκρίνιας του ο Καπταθάνος αντίκρυζε πάντα το βλοσυρό βλέμμα του γιου του κι άκουγε και τη φωνή του :

«...Ξέρεις καλά πως η Σταυρούλα του Τουρκόγιαννου δεν τόνε θέλει μήτε να τον ιδεί μήτε να τον ακούσει. Τότε γιατί κάθεσαι και χολοσκάς καλά καθώντας; ...».

Και χαμηλώνοντας απότομα τη φωνή του –πούπαιρνε έτσι μιά συρτή βραχνάδα– εξακολούθαε σφίγγοντας τα δόντια του και το κοντάκι της διμούτσουνης:

«... Καλά θα κάνει το τσογλάνι να μην πολυμελετάει τη θυγατέρα του Τουρκόγιαννη. Ποιόνε θα πάρει αυτή, θα το ιδεί κι αυτός κι ο κόσμος ούλος...».

Τότε ο Καπταθάνος σώπαινε· η γλώσσα του έπαυε να λαλεί και να λέει· κοίταε μόνο σιωπηλός, χλιβερός και βαθυστόχαστος. Μέσα του όμως ένας νοερός λογοχείμαρρος –τρυφερός τούτος, στοργικός, γλυκοείπωτος– του ρέθιζε ηδονικά το νευρικό του σύστημα, το αποσκληρωμένο, το χοντρό, το δυσερέθιστο.

Δεν ένιωθε καλά τ' ήταν εκείνο που τον έπνιγε. Μόνο τουρχόταν, έτσι, μιά διάθεση, σα νάθελε ν' αρπάξει τον γιο του, να τον σφίξει στην αγκαλιά του, να τον φιλήσει· δεν τόκανε ποτές του όμως· συγκρατιόνταν κ' έφευγε· έφευγε σκυφτός, βαριός, μερακωμένος· όξω στο δρόμο έπαιρνε το μονοπάτι· ήταν ένας δρομάκος φιδωτός, αλαφροπατημένος, δυσδιάκριτος, που φιδοσέρνονταν σύρριζα από κάτι μάντρες και από φράχτες.

Πήγαινε κατ' ευθείαν ήξερε πού πήγαινε· ήταν βέβαιος. Βάδιζε αργά, σκεφτικά, ίσα για του Χιώτη την ταβέρνα. Εκεί χωνότουν μέσα γοργά και κάθουνταν σε μιά απ' τις πάντα μισοσκότεινες άκρες της· ανάπνεε λαίμαργα τη βαριά της ατμόσφαιρα που πεντεβόλαε απ' την ξυνίλα του κρασιού και της μάκας.

Κι άρχιζε να πίνει με δίψα· έπινε όσα λεφτά είχε, έπινε βερεσέ, έπινε και τα βιδάνια.

Κι όταν –τα γλυκά σουρουπώματα– όλα γινόσαν ωραία, χαρωπά και χαρισάμενα, ασηκωνότουν κι αυτός για το κονάκι.

Μιαν αγάπη βαθιά, πλατιά, απέραντη ήταν κείνη που ένιωθε στα στήθια του για ούλα τα πράματα, για τους ανθρώπους, για τα δέντρα, για τις πέτρες...

Τράβαγε στρεκλώντας, μονολογώντας (κι όπα!) στέκονταν. Μονολογούσε αγάλι, στοχαστικά μπερδεμένα.

Πασίχαρη, γαλιάντρα η γλώσσα του, άλεθε λόγια πολλά και τα στερνά λόγια τού γιου του τού Παμίνου.

Αυτά πάντ' ανάδευαν μέσα του, πάντα δούλευαν σα σφύρες κάτου απ' τους διαλογισμούς του και τις έγνοιες, πίσω απ' τις ολπίδες του μυαλού του... Πλατιά χαρά ένιωθε μέσα του.

«... ποιός θα πάρει τη Σταυρούλα, θα το μάθει κι αυτός κι ο κόσμος ούλος...».

«... Κι ο κόσμος ούλος!...» έκανε έπειτα φωναχτά και προχωρούσε... Θεέ μου πώς πορπάταε· αλλού πάταγε, αλλού βρισκόταν. Μονολογούσε, χειρονόμαε.

Αντίκρυα στο λιμάνι –εκεί– στέκονταν.

Ήταν εκεί πάντα η Φλώρα του, η τράτα (και τί τράτα!), σκλάβα παντοτινή και αλυσοδεμένη, του οχτρού του.

Και δαύτος, τη φερμάριζε... Στήλωνε τα πόδια του στα βότσαλα και τη θολή ματιά του πάνωθέ της.

«... Τέτοιο σκαρί... τέτοια τράτα...».

Φούσκωνε η καρδιά του η απλή, η γενναία.

Την θωρούσε καταμπρός του και της έλεγε, της μιλούσε γλυκά, παθητικά, μπερδεμένα.

Πότε φωναχτά, πότε τραυλά, πότ' απ' αγάλι, τη προσφωνούσε με λόγια, με χειρονομίες, με νοήματα. Πατούσε ένα βήμα ομπρός του, ένα πίσω του.

Έκανε λες και την ορμήνευε κι άλλοτε λες την απειλούσε...

Κ' ενώ αυτή τον θώραε περίσκεφτη με τα γλαρά της τα όκια λυπημένα, αυτός, τα ίδια και τα ίδια της τσαμπούναε:

«... Άχ, τέτοιο σκαρί... τέτοια τράτα...».
 #114982  από Κώστας
 Κυρ Φεβ 14, 2016 2:05 pm
Κ. Γ. Κα­ρυ­ω­τά­κη

Κα­λὸς ὑ­πάλ­λη­λος
 
EΙΝΑΙ ἕ­νας ἀ­γα­θὸς γε­ρον­τά­κος. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τριά­ντα χρό­νων ὑ­πη­ρε­σί­α, ἔ­χει νὰ δι­α­τρέ­ξει ὅ­λους τοὺς βαθ­μούς. Γρα­φεὺς στὸ πρω­τό­κολ­λο.
       Πάν­τα ἔ­κα­νε τὴ δου­λειά του εὐ­συ­νεί­δη­τα, σχε­δὸν μὲ κέ­φι. Σκυμ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ ὣς τὸ βρά­δυ στὸ παρ­θε­νι­κὸ βι­βλί­ο του, περ­νοῦ­σε τοὺς ἀ­ριθ­μοὺς καὶ ἀν­τέ­γρα­φε τὶς πε­ρι­λή­ψεις. Κά­πο­τε, με­τὰ τὴν κα­τα­χώ­ρι­ση ἑ­νὸς εἰ­σερ­χο­μέ­νου ἢ ἑ­νὸς ἐ­ξερ­χο­μέ­νου, ἐ­τρά­βα­γε μιὰ γραμ­μὴ ποὺ ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α στή­λη καὶ προ­χω­ροῦ­σε πρὸς τὸ πε­ρι­θώ­ριο, ἔ­τσι σὰν ἀ­πό­πει­ρα φυ­γῆς. Αὐ­τὴ ἡ οὐ­ρὰ δὲν εἶ­χε θέ­ση ἐ­κει­μέ­σα, ὅ­μως τὴν τρα­βοῦ­σε βι­α­στι­κά, μὲ πεῖ­σμα, θέ­λον­τας νὰ ἐκ­φρά­σει τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἂν ἔ­σκυ­βε κα­νεὶς πά­νω στὴν ἁ­πλὴ καὶ ἴ­σια γραμ­μού­λα, θὰ διά­βα­ζε τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κα­λοῦ ὑ­παλ­λή­λου.
      Νέ­ος ἀ­κό­μη, μπαί­νον­τας στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α, ἐ­χαι­ρέ­τη­σε μὲ συγ­κα­τα­βα­τι­κὸ χα­μό­γε­λο τοὺς συ­να­δέλ­φους του. Ἔ­τυ­χε νὰ κα­θί­σει σ’ αὐ­τὴ τὴν κα­ρέ­κλα. Κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ. Ἦρ­θαν ἄλ­λοι ἀρ­γό­τε­ρα, ἔ­φυ­γαν, ἐ­πέ­θα­ναν. Αὐ­τὸς ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ. Οἱ προ­ϊ­στά­με­νοί του τὸν θε­ω­ροῦ­σαν ἀ­πα­ραί­τη­το. Εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει μιὰ φο­βε­ρή, μοι­ραί­α εἰ­δι­κό­τη­τα.
      Ἐ­λά­χι­στα πρα­κτι­κὸς ἄν­θρω­πος. Τί­μιος, ἰ­δε­ο­λό­γος. Μ’ ὅ­λη τὴ φτω­χι­κή του ἐμ­φά­νι­ση, εἶ­χε ἀ­ξι­ώ­σεις εὐ­πα­τρί­δου. Ἕ­να πρω­ί, ἐ­πει­δὴ ὁ Δι­ευ­θυν­τής του τοῦ μί­λη­σε κά­πως φι­λι­κό­τε­ρα, ἐ­πῆ­ρε θάρ­ρος, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε στὸν ἑ­νι­κό, ἐ­γέ­λα­σε μά­λι­στα ἀ­νοι­χτό­καρ­δα καὶ τὸν χτύ­πη­σε στὸν ὦ­μο. Ὁ κύ­ριος Δι­ευ­θυν­τὴς τό­τε, μ’ ἑ­να πα­γω­μέ­νο βλέμ­μα, τὸν ἐ­κάρ­φω­σε πά­λι στὴ θέ­ση του. Κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ.
      Τώ­ρα, βγαί­νον­τας κά­θε βρά­δυ ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο, παίρ­νει τὸν πα­ρα­λια­κὸ δρό­μο, βι­α­στι­κὸς-βι­α­στι­κός, γυ­ρί­ζον­τας δαι­μο­νι­σμέ­να τὸ μπα­στού­νι του μὲ τὴν ὡ­ραί­α, νι­κέ­λι­νη λα­βή. Γρά­φει κύ­κλους μέ­σα στὸ ἄ­πει­ρο. Καὶ μέ­σα στοὺς κύ­κλους τὰ ση­μεῖ­α τοῦ ἀ­πεί­ρου. Ὅ­ταν πε­ρά­σει τὰ τε­λευ­ταῖ­α σπί­τια, θ’ ἀ­φή­σει πάν­τα νὰ ξε­φύ­γει ψη­λὰ μὲ ὁρ­μὴ τὸ μπα­στού­νι του, ἔ­τσι σὰν ἀ­πό­πει­ρα λυ­τρω­μοῦ.
      Με­τὰ τὸν πε­ρί­πα­το τρυ­πώ­νει σὲ μιὰ τα­βέρ­να. Κά­θε­ται μό­νος, ἀν­τί­κρυ στὰ με­γά­λα, φρε­σκο­βαμ­μέ­να βα­ρέ­λια. Ὅ­λα ἔ­χουν γραμ­μέ­νο πά­νω ἀπ’ τὴν κά­νου­λα, μὲ πα­χιά, μαῦ­ρα γράμ­μα­τα, τ’ ὄ­νο­μά­τους: Πη­νει­ός, Γάγ­γης, Μισ­σισ­σιπ­πής, Τάρ­τα­ρος. Κοι­τά­ζει ἐκ­στα­τι­κὸς μπρο­στά του. Τὸ τέ­ταρ­το πο­τη­ρά­κι γί­νε­ται πο­τα­μό­πλοι­ο, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο τα­ξι­δεύ­ει σὲ θαυ­μα­στούς, ἄ­γνω­στους κό­σμους. Ἀ­πὸ τὰ πυ­κνὰ δέν­τρα, πί­θη­κοι σκύ­βουν καὶ τὸν χαι­ρε­τᾶ­νε. Εἶ­ναι εὐ­τυ­χής
 #115370  από Κώστας
 Πέμ Μαρ 03, 2016 3:43 pm
Μάθημα αγάπης
Της Χρυσούλας Θ. Λυμπεροπούλου


Από το περιοδικό ΜΟΡΙΑΣ, Τεύχος 55, Σελ. 33-34

Πως μπορείς να ξεγελάσεις αυτά τα πανέξυπνα μάτια; Το σπινθηροβόλο βλέμμα, που δεν αφήνει περιθώρια διαφυγής, ερεύνησε σχολαστικά, από πάνω έως κάτω, για άλλη μια φορά τον νεαρό άντρα.

«Πανύψηλος!» σκέφτηκε ο Βασίλης. Στην ηλικία των οκτώ χρόνων πολλές φορές τα αγόρια μεγαλοποιούν τα πράγματα. Είναι τότε που παλεύουν με τους γίγαντες και τα θεριά, και μαζί με τον Δον Κιχώτη υπερασπίζονται την τιμή της Δουλτσινέας τους, αλλά και όποιου άλλου τύχει. Αυτή του όμως η κρίση ήταν τελείως αντικειμενική. «Πανύψηλος».

— «Καλή σου μέρα», είπε ο ...πανύψηλος και ο Βασίλης, τεντώνοντας το σώμα του σαν αιλουροειδές έτοιμο να επιτεθεί, απάντησε κοφτά «γεια».

— «Πώς και κάθεσαι μόνος σου εδώ στα βράχια;» ρώτησε ο νεαρός άντρας. «Γιατί δεν παίζεις με τα άλλα παιδιά;» συνέχισε.

— «Δεν βλέπεις ότι ψαρεύω;» απάντησε κοφτά ο Βασίλης. «Γιατί νομίζεις ότι το κρατώ αυτό;» συνέχισε δείχνοντας στον άντρα το καλάμι του. «Νομίζεις ότι θα ρουφήξω την θάλασσα;»

— «Εντάξει φίλε μου, εντάξει» είπε με ήρεμη και γλυκιά φωνή ο άντρας.

— «Μη με λες φίλο σου γιατί δεν είμαι. Εγώ δεν είμαι φίλος κανενός».

Ο πικρόχολος και ειρωνικός τόνος της φωνής του Βασίλη διαπέρασε την ψυχή του άντρα. Η επόμενη κίνηση του, όμως, ήταν αυτή που κυριολεκτικά χτύπησε την πόρτα της καρδιάς τον μικρού. Ο ξένος κάθησε ήρεμα δίπλα του στον βράχο.

— «Με λένε Μιχάλη και έχεις δίκιο. Δεν είμαστε φίλοι, θα μπορούσαμε όμως να γίνουμε. Έτσι δεν είναι;»

— «Δεν είμαι φίλος κανενός. Δεν τα είπαμε αυτά: Δεν θέλω, βρε παιδί μου».

— «Ξέρω πολλά κόλπα να σου δείξω για να πιάνεις μεγάλα ψάρια», είπε ο Μιχάλης κοιτάζοντας το μικρό, άδειο πανεράκι του αγοριού. Του πήρε το καλάμι από το χέρι και, βάζοντας ένα περίεργο δόλωμα στην άκρη του αγκριστιού, το έριξε στη θάλασσα. Μέσα στα επόμενα τρία λεπτά ο Βασίλης ούρλιαζε από την χαρά του ανεβάζοντας ένα ψάρι που το βάρος του σίγουρα ξεπερνούσε το μισό κιλό.

— «Τι είσαι 'συ βρε παιδάκι μου; Καλό! Πολύ καλό!» τσίριξε.

Και κει που γύριζε προς το μέρος του είδε τον άντρα να περπατάει στα βράχια και ν' απομακρύνεται. Σήκωσε το χέρι του και του φώναξε: «Γεια σου, Μιχάλη. Ευχαριστώ».

— «Γεια σου φίλε μου, Βασίλη», είπε ο Μιχάλης κουνώντας και αυτός το χέρι του. «Αύριο πάλι την ίδια ώρα».

Τι νύχτα ήταν κι αυτή; Τα μάτια του Βασίλη ούτε για δέκα λεπτά δεν μπόρεσαν να κλείσουν. «Μήπως δεν ακούσω το ξυπνητήρι; Μήπως δεν προλάβω; Ευτυχώς που τελείωσε το σχολείο! Και το δόλωμα; Πού το είχε τόση ώρα και 'γω δεν το είδα;»

Χιλιάδες ερωτηματικά πλημμύριζαν το μυαλουδάκι του ώσπου, επιτέλους ξημέρωσε. Ο Μιχάλης! Μπορεί και να τον έκανε φίλο του. Μπορεί! Ξεκίνησε κρατώντας στο χέρι τα σύνεργα του. Έκατσε στον γνωστό βράχο και περίμενε.

— «Καλημέρα, φίλε μου», είπε ο Μιχάλης.

— «Καλημέρα» απάντησε ο Βασίλης γεμάτος ενθουσιασμό. «Πάλι δεν τον άκουσα να έρχεται» σκέφτηκε ο μικρός.

— «Έτοιμος!» είπε ο Βασίλης δείχνοντας στον νέο του φίλο τα σύνεργα του ψαρέματος. «Έφερα και σακούλες πολλές μαζί μου. Σήμερα θα πιάσουμε χίλια ψάρια!»

— «Σήμερα θα πιάσουμε δύο ψάρια, ένα για την γιαγιά σου και ένα για σένα. Και μετά θα σε ταξιδέψω» είπε ο Μιχάλης.

— «Η γιαγιά μου δεν με αφήνει να φύγω, είπε γρήγορα ο μικρός.

Το γαλήνιο χαμόγελο που απλώθηκε στο πρόσωπο του Μιχάλη θύμιζε τα μικρά κύματα που σκάνε στην άκρη του γυαλού τώρα που δεν φυσάει. «Και για που;» ρώτησε αμέσως μετά ο πιτσιρίκος όλο περιέργεια. Αμέσως όμως άρχισε να ουρλιάζει με χαρά. «Καλέ καβούρια μαζί! Καλέ τρέχουνε, δηλαδή κολυμπάνε. Κάνουν σαν να παίζουν μπάλα. Ε, δεν ξέρω πια τι κάνουν, αλλά, πάνε πολύ γρήγορα! μα τι γίνεται εκεί κάτω; Να ένα ψάρι σαν αυτό που πιάσαμε χτες!» Σταμάτημα δεν είχε το στόμα του.

Ο Μιχάλης έβαλε το χέρι του μέσα στο νερό και το ψάρι πλησίασε.

— «Το χαϊδεύεις! Δεν το πιστεύω! Σε αφήνει και το χαϊδεύεις!» φώναξε έξαλος από χαρά ο μικρός φίλος μας. «Τώρα έκανες και το ψάρι φίλο σου. Μα τι είσαι 'συ βρε Μιχάλη μου! Τι είσαι εσύ;»

Με μια ελαφριά κίνηση ο Μιχάλης έπιασε το χέρι του μικρού Βασίλη και το έβαλε δίπλα στο δικό του μέσα στο νερό.

— «Σκέψου πως τούτο 'δω το ψάρι είναι πράγματι ένας φίλος σου, και άφησε να περάσει μέσα από το χέρι σου όλη η αγάπη που νιώθεις γι' αυτό» του είπε. Και το ψάρι ακούμπησε το μικρό χεράκι που έτρεμε πού και πού γιατί είναι γεγονός πως φοβήθηκε λίγο στην αρχή, αλλά στην αρχή μόνο, πριν πιάσει το ...σκυλόψαρο, όπως είπε αργότερα στα άλλα παιδιά.

Τι τυχερός που ήταν που είχε φίλο του το Μιχάλη! Ποτέ δεν είχε νιώσει ξανά έτσι για άνθρωπο. Τόσες μέρες τώρα κάνανε μαζί χιλιάδες πράγματα. Χαιρετούσαν τα ψάρια του βράχου τους και μετά ο Μιχάλης τον ...ταξίδευε. Ταξίδεψαν στο κύμα, στο θαλασσινό αγέρι, έμαθε ν' ακούει τα μυστικά που του ψυθίριζε ο άνεμος, να παίρνει μηνύματα που του έστελναν τα φουσκωμένα πανιά των καραβιών αλλά και οι φωνές των γλάρων. Τις άκουγε κι αυτές. Και τώρα που ήξερε την γλώσσα τους, δεν του έφερνε πονοκέφαλο η λαλιά τους. Καταλάβαινε πότε το αρσενικό φώναζε το ταίρι του και θαύμαζε τα ωραία και ιδιόρυθμα τραγούδια τους. Γιατί έτσι είπε ο Μιχάλης. Όλη η πλάση ξέρει να λέει τραγούδια. Τραγουδάνε στον θεό, ταπεινό «ευχαριστώ» για την ύπαρξη τους, τραγουδάνε στον Ήλιο που τα ζεσταίνει και τους δίνει ενέργεια, τραγουδάνε στην φύση και στον άνεμο για την ευγένεια που τους δείχνει αλλά και την κατανόηση. Και τραγουδάνε και στην ψυχή του Βασίλη. Ποτέ δεν θα μπορούσε να πιστέψει ότι ολόκληρη η πλάση μπορεί να του τραγουδήσει. Όμως ο Μιχάλης έτσι είπε. Και ο Μιχάλης ξέρει τα πάντα— Και δεν λέει ποτέ, μα ποτέ, ψέματα! Είναι σίγουρος ο μικρούλης μας ότι ο καλός του φίλος, ο Μιχάλης, θα κρατήσει τον λόγο του. Του υποσχέθηκε πως όσο σκέφτεται και λειτουργεί με γνώμονα την αγάπη θα είναι πάντα μαζί του.

Πόσο χαίρεται που έχει φίλο του τον Μιχάλη! Για τίποτα, μα για τίποτα στον κόσμο δεν θα ήθελε να τον χάσει. Γι' αυτό θα θυμάται και θα αναγνωρίζει πάντα το τραγούδι του γλάρου, τα μυστικά του ανέμου και των φουσκωμένων πανιών, το τραγούδι της φύσης στον Πλάστη αλλά, κυρίως, το δικό του τραγούδι, το τραγούδι της Αγάπης που του έμαθε ο Μιχάλης, ο φίλος του ο Μιχάλης που τόσο ξαφνικά και αναπάντεχα μπήκε μέσα στην ζωή του και φώτισε κάθε σκοτεινή γωνιά της μικρής καρδούλας του με ένα υπέροχο και γλυκό φως, το φως που αποκτά κάθε καρδιά όταν διδάσκεται επιτέλους το Μάθημα της Αγάπης!
 #115378  από Μιμικαμ
 Πέμ Μαρ 03, 2016 11:30 pm
Ένα μικρο απόσπασμα, από το πολυαγαπημένο μου βιβλιο, Το ονομα του Ρόδου, του ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ, που μας άφησε πρόσφατα.....


Υπάρχει μια μυστηριώδης σοφία που μπορει να κατονομάσει φαινόμενα ανόμοια μεταξύ τους με ανάλογες λέξεις, κι είναι η ιδια που μπορει να περιγράψει τα θεια πράγματα με επίγεια ονόματα και με ασαφή σύμβολα....

Ο Θεος μπορει να ονομαστει Λεων ή λεόπαρδος, κι ο θάνατος πληγή, και η χαρά φλόγα,και ο θάνατος αβυσσος, και η αβυσσος απώλεια, και η απώλεια λιποθυμία, και η λυποθυμία πάθος
 #115533  από Κώστας
 Παρ Μαρ 11, 2016 9:32 pm
Διπλή ζωή
Ελευθερία Αuγερινού

Διπλωμένη από τους πόνους προσπαθώ να βρω το παυσίπονο. Νερό χρειάζομαι. Ζεστά παπλώματα και όμορφη ατμόσφαιρα. Και μουσική. Μουσική που μπορεί να με ταξιδέψει οικειοθελώς χωρίς να πιέσω. Και όλα μπαίνουν στη σειρά τους.
Ακούς τους ανθρώπους όταν μεγαλώνουν να αναρωτιούνται που πήγαν τα όνειρά τους. Ψάχνεις να βρεις τι είναι αλήθεια, τι είναι ψέμα. Προσπαθείς να ισορροπήσεις. Ανάμεσα σε δύο κόσμους. Τον έξω και τον μέσα. Θες να φαίνεσαι καλός και στους δύο και κάπως έτσι αρχίζουν όλα μέχρι να γίνεις τόσο ψεύτικος που να έχουν και οι δύο κόσμοι εξίσου μεγάλο πρόβλημα, με εσένα αυτή τη φορά.
Ξαπλώνω πίσω. Ο πόνος μεγαλώνει. Με φοβίζει και ίσως και για αυτόν να πονάω πιο πολύ. Τελικά μήπως κάποιοι που παλαιόθεν διακήρυσσαν πως ο φόβος οφείλει την ύπαρξή του στο άγνωστο έχουν δίκιο;
Και εκείνη φοβόταν να ερωτευτεί. Πιστεύοντας ταυτόχρονα πως δεν θέλει να την ερωτευτούν. Και το άγνωστο έγινε φόβος, ο φόβος έγινε βάπτισμα πυρός και έπειτα κοινωνία. Κοινωνία στο μυστήριο της ανθρώπινης επαφής- ένωσης.
Άκουγε τόσα χρόνια εντολές, δεν ήξερε πώς να τις αντιμετωπίσει. Λάμβανε πάντα δεδομένα που της έλεγαν πώς να τα χρησιμοποιήσει, δεν καταλάβαινε γιατί έτσι και όχι αλλιώς και φυσικά δεδομένα που σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να χρησιμοποιηθούν κατ’ ιδία χρήση.
Διάβαζε, άκουγε, συνομιλούσε. Ό,τι και να έκανε δεν το έκανε ελεύθερα. Άκουγε για θεωρίες περί «στιγμής» και απαντούσε τελείως ψυχρά και πονεμένα: «Εγώ αν δεν προετοιμάσω το μετά, δεν μπορώ να ζήσω το τώρα». Και δεν ήξερε πως αν δεν ζούσες ολοκληρωτικά το τώρα, οποιαδήποτε απόπειρα προετοιμασίας του μέλλοντος, θα ήταν κενή, αποτυχημένη.
Πάντα χανόταν, πάντα μπερδευότανε. Πάντα έμπλεκε τις δικαιολογίες με τις πληγές. Πάντα ζητούσε την αγάπη και δεν την έδινε παρά εγωιστικά και μόνο στον εαυτό της. Πολύ εγωιστικά όμως. Δεν είχε σημασία πώς είχε συμπεριφερθεί στους άλλους αν και ήταν πάντα καλό κορίτσι -το ήσυχο και ευγενικά έξυπνο κορίτσι- που ήξερε να ελίσσεται αλλά όχι και να κοιμάται ξέγνοιαστα.
Τα ψέματα, αθώα και μη, της είχαν στερήσει την ελευθερία της. Ντροπή, κρυφτό, θέατρο, ήταν το τρίπτυχο. Φόβος, ματαιότητα και συναισθηματικός δογματισμός («είσαι πάντα μόνος»), ήταν η Αγία Τριάδα. Η αυτοτιμωρία, η αυθυποβολή, οι αναμνήσεις ενός μέλλοντος που ένιωθε ανίκανη να ζήσει, η αρρωστημένη διπροσωπία, η απερίσκεπτη απαισιοδοξία, ο αλύγιστος φόβος και ο απύθμενος εγωισμός κρυμμένος στις πληγές ήταν τα εφτά θανάσιμα α-μαρτήματα.
Έτσι ζούσε. Έτσι έπαψε να ονειρεύεται βίαια σε τρυφερή παιδική ηλικία. Έτσι δεν ζούσε φυσιολογικά αφού δεν έκανε έστω ένα από τα πολλά που ήθελε! Κάθε στιγμή και διαφορετική. Για όσο κρατάει η στιγμή. Για ό,τι πετύχαινε, δεν είχε σημασία, το ταξίδι μετράει.
Επεδίωκε να μένει μόνη. Έψαχνε τον έρωτα σε λάθος μέρη. Πίστευε σε λάθος αξίες. Έδινε ψεύτικες υποσχέσεις. Δενόταν σε ύπουλα δεδομένα. Απογοητευόταν και επειδή ήταν κατ’ ουσία αρκετά ευαίσθητη για τους έξω, ξανάρχιζε… Πάλι από την αρχή για το ίδιο τέλος. Ναι, άλλαζαν τα σκηνικά. Άλλοτε πιο αδύνατη, άλλοτε πιο παχιά, άλλοτε με κατσαρά, άλλοτε με ίσια μαλλιά. Άλλοτε ευδιάθετη, άλλοτε απελπιστικά μελαγχολική και μοναχική. Άλλοτε κενή, άλλοτε γεμάτη. Άλλοτε ζωντανή, άλλοτε ψόφια-νεκρή. Ίδιο σενάριο, η ίδια σκηνοθεσία, η ίδια ηθοποιία σε ένα έργο του οποίου ο παραγωγός ήταν η έλλειψη ισορροπιών. Σε ένα θέαμα με φανατικό θεατή και εχθρό τον ίδιο της τον εαυτό. Χρειαζόταν πάντα από κάπου να πιαστεί. Και πάντα κρυβόταν πίσω από τα απάνθρωπα λάθη των ανθρώπων και τα δικά της. Λάθη σοβαρά, αναμφισβήτητα. Που όμως το δόσιμο σκυτάλης φταιξίματος στον άλλον δεν την έκανε να νιώθει στον άλλον δεν την έκανε να νιώθει πιο όμορφα. Δεν μπορούσε να λύσει τα προβλήματα. Η δυσκολία παρέμενε, το κενό μεγάλωνε... Χρειαζόταν ένα σοκ. Ένα χαστούκι. Ένα θαύμα. Ένα νεύμα. Μια αφορμή. Χρειαζόταν κάτι! Κάτι που ήρθε από εκείνον. Χρειαζόταν εκείνον και θα τον χρειάζεται από δω και στο εξής στα βήματά της αφού από αυτό το κάτι δημιουργούνται τα πάντα...
«Αυτό το κάτι...», που λέει και η Βιτάλη.
Αυτό το κάτι που έχει η μητέρα.
Αυτό το κάτι που έχει ο δάσκαλος.
Αυτό το κάτι που έχει ο ψαράς στο ερημικό νησί.
Αυτό το κάτι που έχει το παιδί.
Αυτό το κάτι που έχει η γιαγιά.
Αυτό το κάτι που έχουν τα όνειρα.
Αυτό το κάτι που έχει η ιδεολογία, η πίστη. Έννοιες σχετικές που όμως από μόνες τους είναι δυνατές, με χαρακτήρα πυξίδας και με δύναμη ζωής.
-Πες μου κάτι...
-Κάτι...!
Αργότερα έμαθε πως αυτό το κάτι το ζητούσε και ο Παύλος. Αρκεί να ήταν αληθινό. Και θα το επέστρεφε με αγάπη. Αργότερα άρχισε να ψάχνει το αληθινό μέσα από την αγάπη. Ξεκίνησε να αφήνει την ευθύνη στην ομορφιά και το μυστήριο της ζωής. Ήθελε να γεύεται, να ακούει, να αρπάζει αισθήσεις και εμπειρίες. Με μια βασική προϋπόθεση: να είναι μαζί του. Γιατί τον αγαπάει και χάρη σε εκείνον χρωστάει την ευλογία της απόλαυσης και της συλλογής σκέψεων. Το ευχάριστο μαγικό κλειδί είναι ότι ξέρει και πως να τον ευγνωμονεί. Με αγάπη και έμπνευση για δημιουργία. Για αυτό άλλωστε τον αγαπάει. Την έκανε να δει πώς μπορεί και θέλει πρώτα η ίδια να γίνει ελεύθερη από τον κόσμο, γιατί έτσι μόνο θα ήταν σωστά η πριγκίπισσα στον δικό της.
Τώρα βλέπει την αγάπη. Δίνει ό,τι έχει εκεί που θέλει. Μια κίνηση διπλή αφού παίρνει τα δικά της προσωπικά ανταλλάγματα από την προσφορά της.
Εξακολουθεί να παλεύει στις έννοιες. Περνά άλλοτε εύκολα και άλλοτε δύσκολα από το ένα άκρο στο άλλο. Απογοητεύεται, πληγώνεται. Θέλει να διατηρήσει το όνειρο ζωντανό. Δεν θέλει να χάσει τίποτα αλλά να κερδίσει και άλλα τόσα. Φοβάται, αγωνιά, πληγώνεται. Έχει τάσεις φυγής. Πιστεύει πως πρέπει να μένει και μόνη της γιατί έτσι ζούμε τελικά. Και κάπου εκεί σκέφτεται ξανά και ξανά πόσο τον αγαπάει.
Θέλει να είναι κοντά του, να τον κάνει να γελάει. Να τον κάνει να σκέφτεται. Να του κάνει έρωτα, να τον αγκαλιάζει. Να του δίνει στοργή. Θέλει να του δίνει έμπνευση, θάρρος και υπομονή.
Μόνο αν τα δίνει στον εαυτό τ ης θα μπορέσει να τα περάσει και σε εκείνον. Θέλει να γίνει δυνατή. Ελεύθερη. Παρακαλάει να τα μάθει και όλα για να μπορεί να απαντάει στις ερωτήσεις του, να μην του λείπει τίποτα. Όμως ξέρει πως είναι αδύναμη. Πως έχει έχει ξεκινήσει λάθος, πως εκείνος είναι πιο μπροστά.
Σκέφτεται λοιπόν πως μπορεί και να του είναι ασήμαντη. Εκείνος ξέρει τόσα! Τι παραπάνω να μάθει από ένα κορίτσι που έπαιζε ρόλους; Τι παραπάνω να μάθει από ένα κορίτσι που δεν είχε ταυτότητα;
Έτσι εκείνη αποφασίζει να ζήσει μόνο με αγάπη. Να διεκδικέι, να ζει, να γράφει, να τραγουδά, να αισθάνεται, να πονά και να μαθαίνει την αγάπη. Θέλει να γίνει η ίδια η αγάπη για εκείνον. Με ελευθερία σκέψης, με γνώση δύναμης, με σοφία ψυχής. Τον αγαπάει, θα είναι πάντα δίπλα του και εκείνος θα το ξέρει και ας είναι κάποιες φορές μονο το κασκόλ της ξεχασμένο στο δωμάτιό του...


from http://www.mathisis.com/nqcontent.cfm?a_id=5174
  • 1
  • 43
  • 44
  • 45
  • 46
  • 47