Την εποχή του Καραϊσκάκη,η "διαπραγμάτευση",γινόταν σε άλλη γλώσσα!
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης δεν φημιζόταν μόνο για τις ικανότητές του να οδηγεί τους άνδρες του σε συνεχείς νικηφόρες μάχες εναντίον των Τούρκων. Ο ανταρτοπόλεμος που επέβαλε τους τσάκιζε…
Ήταν γνωστός και για τον …τσαμπουκά του και την απίστευτη αθυροστομία του. Οι απαντήσεις που έστελνε στον αντίπαλο είναι μνημειώδεις με πιο γνωστή αυτή:
«Έλα, σκατότουρκε… έλα Εβραίε, απεσταλμένε από τους γύφτους έλα ν’ ακούσεις τα κερατά σας, -γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρεύσετε κερατάδες… Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε “ από ημάς” συνθήκην με “ έναν” κοντζιά σκατο-Σουλτάν Μαχμούτην -να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Εβραίον Σιλιχτάρ Μπόδα την πουτ@ν@!» - Άμα ζήσω, θα τους γαμήσω. Άμα πεθάνω, θα μου κλάσουν τον πούτσο! "
Σε μια επιστολή του ο Γεώργιος Καραισκακης γράφει αυτά που ο Νίκος Καλογερόπουλος και ο Β.Παπακωνσταντίνου έκαναν τραγούδι.
Την 1ην Ιουλίου 1823 ο Μαχμούτ πασάς έστειλε στον Καραϊσκάκη επιστολή:
«Με λέγουν Μαχμούτ πασιά Σκόδρα,. Είμαι πιστός, είμαι τίμιος. Το στράτευμά μου το περισσότερον σύγκειται από χριστιανούς. Εδιορίσθην από τον Σουλτάνον να ησυχάσω τους λαούς. Δεν θέλω να χύσω αίμα. Μη γένοιτο. Όποιος θέλει να είναι με εμένα, πρέπει να είναι πλησίον μου. Όποιος δεν θέλει ας καρτερεί τον πόλεμό μου. Δέκα πέντε ημέραις σας δίδω καιρόν να σκεφτείτε».
Ο Καραϊσκάκης απάντησε με άλλη επιστολή:
«Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω
κι εγώ, πασά μου, ρώτησα τον πούτζον μου τον ίδιον
κι αυτός μου αποκρίθηκε να μην σε προσκυνήσω
κι αν έρθεις κατ’ επάνω μου, ευθύς να πολεμήσω»।
ο Καραϊσκάκης στην πρόταση συμφιλίωσης που του στέλνει στα 1824 με επιστολή ο οπλαρχηγός της Ρούμελης Ν. Στορνάρης: «Γενναιότατε αδελφέ καπετάν Νικόλα, ...είδα όσα με γράφεις. Έχει και τουμπλέκια [τουρκικά όργανα του ιππικού] ο πούτζος μου, έχει και τρουμπέτες [ελληνικά όργανα]. Όποια θέλω από τα δυο θα μεταχειρισθώ...». Η ανταπάντηση ήρθε στο ίδιο κλίμα: «Επειδή έχεις και τουμπλέκια και τρουμπέτες βάστα, λοιπόν, διότι ο πούτζος μας και με τουμπλέκια και με τρουμπέτες θέλει σε κυνηγήσει...».
Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:
Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.
Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλύνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων κι ό,τι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.
Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.
Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;
Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ό,τι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ό,τι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.
Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.
Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!
Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;
Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας, που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»;
Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.
Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι Ελληνική, όμως, πόσο λίγο Κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο Ελληνική είναι η Ελλάδα!
Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;
Όταν κλαίγαμε το ’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω...
Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δε ζει καλά, κανείς δε ζει καλά. Γιατί, ό,τι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι».
Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ’ ό,τι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.
Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Κι όσοι πιστεύουν πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε, να μην ξεχνούν πως, όποιο κομμάτι μας έμεινε απροστάτευτο, ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.
Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”. Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στον νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας “Ναι”.
Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε... Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.
Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει.
Πάνο την δικιά μου άποψη την έχω ξαναπεί επιγραμματικά στο καφενεδάκι.
Για μένα όλα όσα λέει ο Αλκίνοος με βρίσκουν να συμφωνώ. Είναι αψεγάδιαστα και κτυπάει τον Νεοκύπριο ίσαμε το μεδούλι.
Απλά ξύνοντας πληγές σήμερα που ο πόνος είναι πολύ μεγάλος δεν βοηθά κανέναν ειδικά όταν το μέλλον δείχνει ζοφερό και χωρίς αχτίδα ελπίδας αφού οι «φίλοι» έχουν αποδειχτεί πολύ μικροί και το Ευρώπη των λαών, μεγάλο ψέμα.
Νίκος.
ΥΓ Για να είμαι ειλικρινής δεν καλοκατάλαβα εκείνο το .. μιλούν άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Αν ο αγαπητός Αλκίνοος προσβάλλει την Κυπριακή διάλεκτο λυπάμαι πραγματικά γιατί ταυτόχρονα προσβάλλει και όλες τις άλλες διαλέκτους του Ελληνισμού. Ας μην ξεχνάμε πως ήμασταν διαχρονικά ανα τους αιώνες, σκλαβωμένοι σε όλων των λογιών και «ποιοτήτων» τους ξένους και το γεγονός πως επιμένουμε Ελληνικά έστω και με κάποιες βαριές αποχρώσεις, δεν παύει να θεωρείτε Ελληνική διάλεκτος.
Τη δικη μου αποψη , την ειπα !!!!!!!! Και για τον τροπο ζωης των Νεοκυπριων.........Ναι , εχεις δικιο για την Ευρωπη των...λαων......!!!!!!!!!!!!!!!! Κι εδω στην Ελλαδα , τετοιες π@π@ριες μας ελεγαν........για Ευρωπη των λαων ...και ειδες πώς καταντησαμε ............Να φυγουμε απο την Ευρωπη των....φιδιων.......!!!!Ετσι , μονο, εχουμε ελπιδες...
ΤΡΕΙΣ ΛΑΛΟΥΝ ΚΑΙ ΔΥΟ ΧΟΡΕΥΟΥΝ!!!-Ο ΧΟΡΤΑΤΟΣ , ΤΟΝ ΝΗΣΤΙΚΟ ΔΕΝ ΤΟΝ ΠΙΣΤΕΥΕΙ !!!
Στοιχεία – σοκ για τους λαμπτήρες εξοικονόμησης ενέργειας
Οι λαμπτήρες ενέργειας, οι οποίοι έχουν αντικαταστήσει τα τελευταία χρόνια τους λαμπτήρες πυρακτώσεως, είναι αδιαμφισβήτητα μία καινοτομία στο χώρο της φωταγώγησης και του ηλεκτρισμού.
Τα οφέλη από τη χρήση τους είναι τεράστια και σε ατομικό, αλλά και σε συλλογικό επίπεδο. Η τιμή αγοράς τους σε αναλογία με τη διάρκειά τους είναι πλέον κάτι παρά πάνω από ικανοποιητική. Η παγκόσμια εξοικονόμηση ενέργειας δε, ανέρχεται σε ποσοστά που έχουν βοηθήσει καταφανώς το περιβάλλον.
Οικολόγοι και ακτιβιστές έχουν δώσει κατά το παρελθόν μάχες με τα εργοστάσια
παραγωγής των παλιών ενεργοβόρων λαμπτήρων και τελικά κατάφεραν βάσει οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να τους αντικαταστήσουν.
Υπάρχουν όμως και κάποιες ιδιαιτερότητες για τις οποίες ελάχιστοι έχουν φροντίσει να ενημερώσουν τους καταναλωτές. Οι νέοι λαμπτήρες ενέργειας στηρίζουν τη λειτουργία τους σε μία ποσότητα υδράργυρου που εμπεριέχουν στο εσωτερικό τους. Όσο οι λάμπες αυτές λειτουργούν κανονικά είναι τελείως ακίνδυνες. Κανείς όμως δεν έχει ενημερώσει τους καταναλωτές για τους κινδύνους που ελλοχεύον σε περίπτωση που ένας λαμπτήρας ενέργειας σπάσει.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως η ανακύκλωση των συγκεκριμένων λαμπτήρων είναι υποχρεωτική για όλους σύμφωνα με νόμο που έχει ψηφιστεί. Το σπάσιμο μίας τέτοιας λάμπας ισοδυναμεί με μία μικρή καταστροφή. Η εξάτμιση των 5 mg υδραργύρου που περιέχεται μέσα σε έναν λαμπτήρα, μπορεί να προκαλέσει από βλάβες στα μάτια και στο δέρμα, μέχρι χρόνια προβλήματα στο συκώτι και καρκινογενέσεις.
Σε ενημερώσεις άλλων χωρών σχετικά με την επικινδυνότητα μίας σπασμένη λάμπας, χαρακτηριστικά αναφέρονται οι εξής ενέργειες: «Αν μία λάμπα εξοικονόμησης ενέργειας σπάσει κατά την τοποθέτηση ή την αφαίρεσή της, δεν πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ηλεκτρική σκούπα, για να συλλέξουμε τα απορρίμματα, γιατί αυτή θα μολυνθεί, όπως και κάθε άλλο εργαλείο ή συσκευή που θα χρησιμοποιήσουμε. Όλοι όσοι βρίσκονται στον χώρο, άνθρωποι και ζώα, πρέπει να μετακινηθούν άμεσα από το σημείο όπου βρίσκονται τα συντρίμμια της λάμπας, πρέπει να σφραγιστεί ο χώρος και να κλείσουν τα συστήματα εξαερισμού. Τα ρούχα και τα παπούτσια πρέπει να αλλαχθούν και να καταστραφούν. Συλλέγουμε τα απορρίμματα φορώντας γάντια, τα τοποθετούμε σε μία σακούλα, την οποία βάζουμε εν συνεχεία σε άλλη σακούλα και καλούμε την Πυροσβεστική για να την παραλάβει».
Ακούγεται βγαλμένο από σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα και ο βαθμός επικινδυνότητας μία σπασμένης ενεργειακής λάμπας.
Οι ηλεκτρολόγοι διευκρινίζουν ότι οι πιθανότητες μία τέτοια λάμπα να σπάσει κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της από μία απότομη αυξομείωση της τάσης του ηλεκτρικού ρεύματος είναι ελάχιστες. Η προσοχή μας όμως πρέπει να επικεντρωθεί στη διαδικασία τοποθέτησης και αφαίρεσής τους και φυσικά σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει να πετάγονται στους κάδους επιρρημάτων, αλλά υποχρεωτικά και μόνο σε συγκεκριμένα σημεία ανακύκλωσης τα οποία βέβαια είναι προς το παρόν ελάχιστα και θα πρέπει να ψάχνει κανείς για να τα βρει.
Οι λαμπτήρες ενέργειας έχουν βοηθήσει τα μέγιστα στο περιβάλλον και στην οικονομία του ρεύματος στα σπίτια μας, όμως κάθε καταναλωτής θα πρέπει να ενημερωθεί, το συντομότερο δυνατό, για την προσεκτική χρήση τους και για τον τρόπο αντιμετώπισης ενός ατυχήματος, ειδάλλως μπορούν να αποβούν μοιραίοι.
Του Θοδωρή Καραγεωργίου