• Δανειστική βιβλιοθήκη

  • Αναρτήσεις και συζητήσεις άσχετες με την νόσο της πολλαπλής σκλήρυνσης.
Αναρτήσεις και συζητήσεις άσχετες με την νόσο της πολλαπλής σκλήρυνσης.
 #95564  από Κώστας
 Τρί Οκτ 15, 2013 1:01 pm
Ζητώ συγνώμη για το μέγεθος της δημοσίευσης, αλλά η ιστορία δύσκολα περιγράφεται συνοπτικότερα

Οι άνθρωποι που μύριζαν λεβάντα

Οι τρεις αδελφές παντρεύτηκαν και έκαναν από ένα παιδί η καθεμία. Δύο κορίτσια κι΄ ένα αγόρι. Αυτά μεγάλωσαν αγαπημένα, κοντά το ένα στο άλλο. Ήταν άλλωστε πρώτα ξαδέλφια.

Πενηντάρης πια, ο Γιώργος, ξεφύλλιζε ένα παλιό άλμπουμ με παιδικές φωτογραφίες, αναπολώντας τα ανέμελα εκείνα χρόνια. Το βλέμμα του σταμάτησε σε μια φωτογραφία. Ήταν αγκαλιά με το Δημήτρη, χαμογελαστοί κι΄ οι δυο, μπροστά από κάτι πολύχρωμες γλάστρες μέσα σε μιαν αυλή. Ο Γιώργος τότε ήταν γειτονόπουλο με το Δημήτρη που αν και αρκετά μεγαλύτερος του, τον είχε συμπαθήσει υπερβολικά σε σημείο που να τον έχει προστατευόμενό του.
Συνέχισε να κοιτάζει τη φωτογραφία επίμονα για ώρα, μέχρι που η εστίαση των ματιών του πάνω της θόλωσε και το μυαλό του άρχισε να ταξιδεύει πίσω στο χρόνο.

Ο Δημήτρης!... Το ένα από τα τρία ξαδέλφια. Από μικρός δεν έμοιαζε με τ’ άλλα παιδιά της ηλικίας του. Τα πόδια του δεν κλώτσησαν ποτέ μπάλα, τα χέρια του δεν γνώρισαν τη λάσπη, κι ούτε κυνήγησε με πέτρες τους φίλους του. Χωμένος στα βιβλία του, ταξίδευε προσπαθώντας να ικανοποιήσει τη περιέργεια του και τη δίψα του για μάθηση. Στο μυαλό του Γιώργου ήρθε η εικόνα από το μικρό καμαράκι στην άκρη της αυλής της φωτογραφίας, δίπλα από την εξώπορτα της μάνδρας.

Η μικρή μονοκατοικία! Ένα σπιτάκι φροντισμένο και παστρικό που στέγασε τα παιδικά χρόνια του Δημήτρη και φιλοξένησε σημαντικό μέρος των δικών του. Η αυλή του πλημμυρισμένη στις γλάστρες. Ένα μικρό κουζινάκι και στη σειρά δίπλα του άλλα δύο δωμάτια. Στη σάλα δέσποζε μια μεγάλη ξύλινη βιβλιοθήκη. Πάνω της στριμωγμένη ασφυκτικά, η περιουσία του Δημήτρη και συνάμα οι πρώτες ευκαιρίες του Γιώργου, για αποδράσεις στο χώρο του φανταστικού, των ονείρων και της γνώσης. Στο κέντρο της, υπήρχε ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι που φιλοξενούσε την καθημερινότητα, τις γιορτές, τους συγγενείς, τους φίλους, τις χαρές και τις λύπες της οικογένειας. Το μπάνιο ήταν έξω από το σπίτι και για να πας, έπρεπε να βγεις στην αυλή.

Όποτε πήγαινε στο σπίτι του Δημήτρη, πάντα έβρισκε τη κυρά Μαρία τη μάνα του, χωμένη στο μικροσκοπικό κουζινάκι να πολεμά για το φαί της ημέρας και το Δημήτρη αμπαρωμένο στο μικρό καμαράκι. Ένα μικρό πλυσταριό που το είχε μετατρέψει σε γραφείο και μέσα του περνούσε όλες τις ώρες που βρισκόταν στο σπίτι. Για συντροφιά του, είχε ένα μικρό τρανζιστοράκι, ένα κασσετόφωνο, τα βιβλία και τ΄ αμέτρητα αντικείμενά του. Εκεί μέσα κλεισμένος, ακούγοντας μουσική και διαβάζοντας, ταξίδευε με τη φαντασία του ξεχνώντας προβλήματα που όλοι οι άλλοι ούτε μπορούσαν να φανταστούν ότι βασάνιζαν τη ψυχή του.

Στο Δημήτρη χρωστούσε τα πρώτα του χόμπι. Συλλογή γραμματοσήμων, κασέτες με μουσική ροκ, κλασσικά εικονογραφημένα, φωτογραφικές μηχανές, βιβλία και λευκώματα. Οι συζητήσεις τους δεν τέλειωναν ποτέ. Τον ρώταγε για τ΄ άστρα, τους πλανήτες, τις θάλασσες, τα ηφαίστεια, τα άγρια ζώα και ό,τι άλλο έξαπτε τη παιδική του φαντασία. Ο Δημήτρης, για όλα είχε μιαν απάντηση. Κι όταν δεν ήξερε ή δεν θυμόταν κάτι, πάντα είχε το κατάλληλο βιβλίο που θα τους διαφώτιζε. Αυτό όμως που άρεσε του Γιώργου περισσότερο στο μικρό καμαράκι, ήταν η θέα των άπειρων ευλαβικά ταξινομημένων και τοποθετημένων μικροαντικειμένων. Τα περισσότερα δεν ήξερε καν σε τι χρησίμευαν. Με υπομονή και συνεσταλμένη υπερηφάνεια ο Δημήτρης, του εξηγούσε τη χρήση τους προσπαθώντας να του μεταδώσει κάποια από τα ενδιαφέροντά του. Έτσι έμαθε το μεγεθυντικό φακό, τον τρόπο αρχειοθέτησης των φωτογραφικών αρνητικών σε ειδικές θήκες, τις διάφορες κατηγορίες των φιλμ, τους καταλόγους γραμματοσήμων του «Βλαστού», τα διάφορα είδη μολυβιών και τη χρήση τους ανάλογα με τις σκληρότητες τους, τα κοπίδια για χαρτιά και ζελατίνες και τόσα άλλα που είναι δύσκολο να θυμηθεί. Ο Δημήτρης διέθετε μιαν εκπληκτική ικανότητα ταξινόμησης των διαφόρων αντικειμένων του, που σε συνδυασμό με την επίσης εκπληκτική του μνήμη, τον βοηθούσε να γνωρίζει την ακριβή θέση και ύπαρξη όλης του της περιουσίας.

Στα μάτια των συγγενών και του κόσμου, ο Δημήτρης ήταν το παιδί υπόδειγμα που όλοι θάθελαν να είχαν. Φίλους πολλούς δεν έκανε. Έναν είχε, το Γιάννη. Παιδική φιλία, ισχυρή που ούτε κι΄ ο χρόνος μπόρεσε να ξεθωριάσει. Ο πατέρας του παλαιών αρχών, αυστηρός, δημόσιος υπάλληλος σε εξωτερικές εργασίες, πάλευε καθημερινά για το μεροκάματο. Η μάννα του, δε δούλεψε ποτέ στη ζωή της. Γέννησε το Δημήτρη και κρεμάστηκε από πάνω του. Μοναχοπαίδι! Ζούσε και ανέπνεε γι αυτόν.

Έφηβος πλέον ο Γιώργος, ακολουθούσε το Δημήτρη αρκετές φορές στις βραδινές του εξόδους παρέα με το Γιάννη στα ταβερνάκια του Καρέα. Το μενού λιτοδίαιτο πάντα, αλλά το κρασί άφθονο. Μεζές να υπήρχε και η παρέα τραβούσε μέχρι αργά. Έπιναν πολύ. Μερικές φορές του έδιναν και κείνου, πάντα με μέτρο, έτσι για τη παρέα. Ο Γιώργος προσποιούταν ότι έπινε και στη πρώτη ευκαιρία έχυνε το περιεχόμενο του ποτηριού, πάνω στα χαλικάκια που ήταν στρωμένα κάτω από τα πόδια του τραπεζιού. Ο Γιάννης δούλευε τότε φροντιστής στην Ολυμπιακή. Έκανε πολλά ταξίδια στο εξωτερικό και πάντα γύριζε με κάποια απαγορευμένα για τους Έλληνες αγαθά που πέρναγε στη ζούλα από το τελωνείο. Έτσι ο Δημήτρης είχε τη τύχη να αποκτήσει αντικείμενα που για τον πολύ κόσμο αποτελούσαν άπιαστο όνειρο. Φωτογραφικές μηχανές, ρολόγια, ακριβές κολόνιες, πούρα και τσιγάρα, ρούχα, όλα από το Ντουμπάϊ, τον τότε παράδεισο των αφορολόγητων. Μαζί του, αποκόμιζε κι ο Γιώργος, μιας και ποτέ δεν κρατούσε αποκλειστικά γι΄ αυτόν. Πάντα έδινε και σ΄ εκείνον κάτι.

Κάποια στιγμή, το μικρό σπιτάκι δόθηκε αντιπαροχή. Σ΄ αντάλλαγμα, η οικογένεια πήρε ένα μικρό δυάρι σε μια πολυκατοικία όχι ιδιαίτερα μακριά από το παλιό. Ο πατέρας του είχε βγει πλέον στη σύνταξη κι έτσι ο Δημήτρης ανέλαβε μόνος του να το εξοπλίσει. Το γούστο του εκλεπτυσμένο, δεν επέτρεψε μέσες λύσεις. Οι γονείς του πήραν τη κρεβατοκάμαρα κι΄ αυτός στριμώχτηκε στο μακρόστενο σαλόνι σ΄ ένα ντιβάνι, που το πρωί εκτελούσε χρέη καναπέ. Αγόρασε ηλεκτρική κουζίνα, καινούργιο ψυγείο, πλυντήριο ρούχων. Όλα μοναχός του, για να μη ζορίζεται και στεναχωριέται η μάνα του.

Στο μυαλό του Δημήτρη είχαν αρχίσει από καιρό να ριζώνουν έμμονες ιδέες ότι δεν είναι πολύ καλά στην υγεία του. Η υπερβολική του ευταξία κατέληξε σε υποχονδριοσύνη στερώντας του τη χαρά που δίνει η απλότητα στη ζωή. Κατά φαντασία ασθενής έκοψε το ποτό, πρόσεχε τη διατροφή του και άρχισε να επισκέπτεται τακτικότατα τον προσωπικό του γιατρό, στον οποίο είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Ο γιατρός του διέγνωσε μεγάλα ψυχολογικά προβλήματα αλλά και κάποια οργανικά και τον γέμισε με δεκάδες πολύχρωμα κουτάκια φαρμάκων. Τα φάρμακα τακτοποιήθηκαν επιμελώς σε ξεχωριστό ντουλάπι στο σπίτι και σ΄ ένα μεγάλο μπλοκ, έγραψε τις ώρες και τη δοσολογία που έπρεπε να παίρνει απ΄ το καθένα. Τόση εξάρτηση απέκτησε απ΄ αυτά, που αν ξεχνούσε να πάρει κάποιο τρελαινόταν, ξεσπώντας σε όποιον έβρισκε μπροστά του εκτός από τη μάννα του. Ταυτόχρονα με τη λήψη των φαρμάκων άρχισε να κλείνεται ολοκληρωτικά στον εαυτό του. Απέφευγε να δει πλέον οποιονδήποτε. Ούτε καν το κολλητό του φίλο το Γιάννη. Απ΄ όλους είχε ξεκόψει. Αυτή του η εσωστρέφεια επιδείνωσε γοργά την ψυχολογική του κατάστασή. Έτσι χωρίς κατά το παρελθόν να έχει δείξει ιδιαίτερα δείγματα θρησκευτικότητας στράφηκε προς το Θεό. Ακόμη και σ΄ αυτό όμως, φάνηκε υπερβολικός. Απέθεσε όλες του τις ελπίδες για αποκατάσταση της υγείας του, στις προσευχές και στις ατέλειωτες συζητήσεις με πνευματικούς που γνώριζε στα διάφορα μοναστήρια που είχε αρχίσει να επισκέπτεται. Σ΄ όλα αυτά, έπαιξε ρόλο ο χαμός του πατέρα του και η βαριά επιδείνωση της υγείας της μητέρας του. Το δεύτερο ήταν και η χαριστική βολή για το Δημήτρη. Έτσι αφιερώθηκε αποκλειστικά στις ανάγκες της, παραμελώντας παντελώς τον εαυτό του.

Ακόμα κι΄ όταν ήταν καλά, τους συγγενείς δεν ήθελε ούτε να τους ξέρει. Και δεν είχε άδικο. Τα σόγια τον θυμόντουσαν μοναχά στις γιορτές και τον έπαιρναν τηλέφωνο για τα τυπικά χρόνια πολλά. Άντε να συναντιόντουσαν υποχρεωτικά και σε καμιά κηδεία. Ήξερε, πως κατά βάθος τα προβλήματά του ουδόλως τους απασχολούσαν, ενώ αντίθετα δυσκολεύονταν να κρύψουν τη ζήλια τους για κάποια επιτυχία του. Αυτό που δεν άντεχε με τίποτα ήταν τα κροκοδείλια δάκρυα που έρεαν με ευκολία όποτε η στιγμή το απαιτούσε και που εύκολα μετατρέπονταν σε δάκρυα χαράς μόλις τα πρόσωπα γύριζαν από την άλλη.

Η υποχονδριοσύνη του με το καιρό άρχισε να γίνεται ανεξέλεγκτη. Τα πάντα μεσ΄ το σπίτι, έπρεπε να έχουν τη συγκεκριμένη τους θέση. Έπαιρνε χάρακα και υπολόγιζε τις αποστάσεις των διαφόρων αντικειμένων από τις γωνιές του τραπεζιού και των ραφιών της βιβλιοθήκης. Αν καμιά φορά η γυναίκα που βοηθούσε στο καθάρισμα του σπιτιού τολμούσε να μετακινήσει κάποιο, γινόταν θεριό ανήμερο και ποιος τον άκουγε. Το σπίτι, έπρεπε οπωσδήποτε να μυρίζει λεβάντα. Έτσι, είχε γεμίσει όλες τις πρίζες με ηλεκτρικά αποσμητικά χώρου, που ανέδυαν αυτό το άρωμα. Το ίδιο ίσχυε και για τα ρούχα του όπως και για όλα του τα συρτάρια.

Κάποια στιγμή που η δουλειά πήγαινε καλά, πήρε δάνειο από τη τράπεζα και αγόρασε το διπλανό δυάρι. Μ΄ αυτό το τρόπο εκπλήρωσε ένα μεγάλο όνειρο ζωής αποκτώντας επιτέλους ένα προσωπικό χώρο. Το διακόσμησε με γούστο και ακριβά αντικείμενα. Αγόρασε στερεοφωνικό, γραφείο, καρέκλες, κουρτίνες, διπλό κρεβάτι, μοκέτες και ό,τι άλλο μπορεί να απαιτήσει ένα σπίτι. Το διαμέρισμα αυτό, στη πραγματικότητα, δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ με φυσιολογικό τρόπο. Αντίθετα, μετέτρεψε σε γραφείο, ένα ασφυκτικά μικρό κουζινάκι που διέθετε, χωρώντας μέσα του, όλα τα απαραίτητα για τη δουλειά του. Ο υπόλοιπος χώρος έμενε ανέγγιχτος και πάντα στρατιωτικά τακτοποιημένος, έτοιμος ανά πάσα στιγμή για να κάνει το ηδονικό του οφθαλμόλουτρο, πριν χωθεί στο μικρό κουζινάκι για να δουλέψει. Ίχνος σκόνης δεν υπήρχε πουθενά. Τα Σαββατοκύριακά, τα αφιέρωνε στο σχολαστικό ξεσκόνισμα και καθάρισμα πιότερο και από αίθουσα χειρουργείου. Η γυναίκα που καθάριζε το διπλανό διαμέρισμα, δεν πάτησε ποτέ το πόδι της εκεί μέσα. Ο χώρος αυτός αποτελούσε άβατο που μοναχά ο Γιώργος κι΄ο Γιάννης είχαν καταφέρει να διαβούν.

Ο γιατρός, τον τελευταίο καιρό είχε εντοπίσει μεγάλο πρόβλημα στις αρτηρίες του Δημήτρη. Σειρά εξετάσεων κατέληγαν στο ίδιο συμπέρασμα. Έπρεπε να κάνει bypass. Δεν το αποφάσιζε από φόβο για την επέμβαση αλλά κυρίως από το άγχος του για το ποιος θα φρόντιζε την μάννα του, όσο θα έλειπε. Η μάννα του, από καιρό κατάκοιτη, χωρίς να επικοινωνεί και ν΄ αναγνωρίζει πρόσωπα, «έφυγε» σύντομα, λες και είχε καταλάβει την ανάγκη του παιδιού της. Μετά το θάνατό της και λόγω της στεναχώριας του, τα πράγματα ζόρισαν πολύ για το Δημήτρη. Έτσι αναγκάστηκε να ακολουθήσει τη συμβουλή του γιατρού του και να εισαχθεί στη κλινική που εργαζόταν για να εγχειριστεί. Ο Γιώργος θυμήθηκε όταν πήγε να τον δει πριν από την εγχείρηση. Οι επαφές τους εδώ και καιρό είχαν αραιώσει, αλλά η αγάπη και η τεράστια μεταξύ τους συμπάθεια παρέμενε αναλλοίωτη. Όταν μπήκε στο δωμάτιο, ο Δημήτρης του χαμογέλασε δείχνοντας φανερή την ικανοποίηση για την επίσκεψή του. Την επόμενη μέρα το πρωί μπήκε στο χειρουργείο. Ήταν η τελευταία φορά που όσοι από τους συγγενείς ήταν εκεί, τον είδαν ζωντανό.

Πρώτος μετά την εγχείρηση τον είδε ο Γιώργος, νεκρό, στην εντατική, με τα καλώδια της τεχνητής υποστήριξης ακόμη συνδεδεμένα πάνω του, σε μια ύστατη προσπάθεια να τον διατηρήσουν στη ζωή, προσπαθώντας να επανορθώσουν τη γκάφα που έγινε μέσα στο χειρουργείο και του στέρησε το δικαίωμα να συνεχίσει να ζει κοντά σ΄ αυτούς τους λίγους και σ΄ εκείνα που αγάπησε.

Αν και δεν πίστευε ότι θα συνέβαινε το μοιραίο, κάποια στιγμή τη παραμονή της επέμβασης, έκατσε και έγραψε σ΄ ένα μεγάλο ντοσιέ σημειώσεων την επιθυμία του. Είχε αρκετά πράγματα ν΄ αφήσει. Και ήθελε να τ΄ αφήσει όπως αυτός επιθυμούσε και όχι όπως ο νόμος θα όριζε. Έτσι αφού έγραψε αυτά που ήθελε, κλείδωσε το ντοσιέ και διάφορα άλλα μικροαντικείμενα σ΄ ένα μαύρο χαρτοφύλακα και μήνυσε ν΄ ανοιχτεί μόνο αν κάτι δεν θα πήγαινε καλά. Τα κλειδιά τα έδωσε στη κυρά Κατίνα, τη γειτόνισσα του, μια χείρα που πάλευε μονάχη με δύο παιδιά. Την εμπιστευόταν και τη συμπαθούσε πολύ, αλλά κι΄ αυτή πάντα του συμπαραστεκόταν βοηθώντας τον με τη μητέρα του και ήταν δίπλα του νυχθημερόν εκείνες τις δύσκολες στιγμές στη κλινική.

Ο χαρτοφύλακας ανοίχτηκε την επόμενη στο σπίτι του Δημήτρη. Ο γιος της κυρά Κατίνας, ανέλαβε την ανάγνωση. Με τρεμάμενη από τη συναισθηματική φόρτιση φωνή, διάβασε αργά το περιεχόμενο του ντοσιέ αφήνοντας εμβρόντητους όλους τους συγγενείς που είχαν σπεύσει με θλιμμένα πρόσωπα και κλαμένα μάτια για να δουν τι θα τους είχε αφήσει. Τα δύο διαμερίσματα και όλα τα περιουσιακά του στοιχεία εκτός από τη βιβλιοθήκη και το περιεχόμενό της που την έδινε στο Γιώργο, τα άφηνε στη κυρά Κατίνα και στα δύο της παιδιά. Με τον εγωισμό τους καταρρακωμένο, όλοι συμφώνησαν πως η επιθυμία του έπρεπε να γίνει αποδεκτή. Ένα είναι το σίγουρο. Κανείς από αυτούς που πραγματικά ήθελε ο Δημήτρης δεν πήρε τίποτα, εκτός από λίγα βιβλία που κατάφεραν να καταλήξουν στα χέρια του Γιώργου. Η διαθήκη προσβλήθηκε από τους νόμιμους κληρονόμους και συνάμα συγγενείς, γιατί δεν ήταν επικυρωμένη από συμβολαιογράφο!

Ακόμη και σήμερα, πολλά χρόνια από τότε, ο Γιώργος αδυνατεί να διώξει από τις αισθήσεις του, τη διακριτική μυρωδιά που τον πλημμύριζε, κάθε φορά που επισκεπτόταν το άβατο του Δημήτρη. Αυτή που είχε ποτίσει όλα τα ρούχα, τα έπιπλα και τ΄ αντικείμενα του. Τη μυρωδιά της λεβάντας….

Μέρος δεύτερο

Η μεγαλύτερη ξαδέλφη

Πρωτεργάτης της προσβολής της διαθήκης. Η πρώτη που όταν αναγνώστηκε επισήμως στο γραφείο του δικηγόρου, αναφώνησε επιδεικτικά πως η επιθυμία του πρέπει να γίνει σεβαστή. Επιβραβεύοντας την επιλογή του Δημήτρη που τους είχε πρώτους στην εκτίμησή του, η κυρά Κατίνα και τα παιδιά της στους οποίους άφηνε τα πάντα, όπως και ο Γιώργος που του άφηνε τη βιβλιοθήκη, δεν δέχτηκαν να τα αποδεχτούν. Η ξαδέλφη ήταν εκείνη που μίλησε πάλι, υποδεικνύοντας τους πως η επιθυμία του Δημήτρη έπρεπε να γίνει σεβαστή.

Ο Γιώργος θυμόταν από «πρώτο χέρι», πως οι κατά την επιθυμία του Δημήτρη δικαιούχοι των περιουσιακών του στοιχείων, όχι μόνο αρνήθηκαν τελικά ν΄ αποδεχτούν οτιδήποτε, αλλά υποχρεώθηκαν να υπογράψουν και σχετικό χαρτί στο δικηγόρο που επιβεβαίωνε την επιλογή τους. Κι έτσι δόθηκε το πράσινο φως για ν΄ αρχίσει το σκύλεμα…

Το επόμενο πρωινό, παρουσία του δικηγόρου, ξεκλειδώθηκε το «άβατο» του Δημήτρη, επιτρέποντας την εισβολή σ΄ αυτό επιλεκτικά, κατόπιν μυστικής συνεννόησης, στις δύο πρώτες του ξαδέλφες. Σαν αγρίμια που μέσα στο χιόνι βρίσκουν θήραμα, έπεσαν με τα μούτρα στην επιλογή και διακομιδή όσων μπορούσαν να μεταφέρουν. Ήθελαν, πριν προλάβουν να λάβουν γνώση οι υπόλοιποι συγγενείς και κληρονόμοι, να ξεδιαλέξουν ό,τι άξιζε. Κι έτσι έγινε. Η μυθική αγάπη ανάμεσα στις δύο ξαδέλφες δεν τις απέτρεψε από το να αρπάζουν πράγματα μόλις η μια τους κοιτούσε αλλού. Η μεγαλύτερη από τις δυο που ήταν και η πιο τσαούσα, κατάφερε να επιβληθεί, χρήζοντας τον εαυτό της δερβέναγα της όλης υπόθεσης και αναλαμβάνοντας την απόλυτη αρχηγία και έλεγχο. Όλα περνούσαν από το χέρι της. Ο δικηγόρος δεν τολμούσε ούτε καν να ενημερώσει, χωρίς την έγκρισή της τους υπόλοιπους κληρονόμους, οι οποίοι βρίσκονταν μονίμως προ τετελεσμένων γεγονότων και ειλημμένων αποφάσεων.

επιμύθιο
Θεός είναι πάντα ο ισχυρότερος από εσένα….

Η μικρότερη ξαδέλφη.

Κουτοπόνηρη με μηδαμινό επίπεδο μόρφωσης, είδε ν΄ ανοίγεται μπροστά της μια πόρτα που όμοια της δεν θα μπορούσε να διαβεί ποτέ ξανά στη ζωή της. Φανερά πιο μαζεμένη και δειλή από τη ξαδέλφη της, χωρίς ίχνος από τον αυταρχισμό της, τοποθέτησε με μιας και αδιαμαρτύρητα τον εαυτό της σε υποτελή σχέση. Μη γνωρίζοντας, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις μη μπορώντας να αντιληφθεί την αξία κάποιων πραγμάτων, αρκέστηκε στο ν΄ αποκομίζει ρούχα, διακοσμητικά αντικείμενα και έπιπλα, με την ελπίδα να ομορφύνει το σπίτι της, εκμεταλλευόμενη από τον Δημήτρη τη φινέτσα και το εκλεπτυσμένο γούστο που της έλειπε. Μόλις δε διαπίστωσε πως το νούμερο των ρούχων ερχόταν γάντι στον άνδρα της, σκούπισε ό,τι μπορούσε, μεταμορφώνοντας το σύζυγο της σε φιγουρίνι για εξώφυλλο περιοδικού. Φυσικά έπαιρνε μόνο τα αχρησιμοποίητα σιχαινόμενη τον υποχόνδριο με την καθαριότητα Δημήτρη. Το πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου της, γέμισε ασφυκτικά μερικές δεκάδες φορές μεταφέροντας πράγματα. Τόσο μεγάλη ήταν η λαχτάρα της για βούτα, που δε γλίτωσαν ούτε οι δεκάδες γραμμένες κασέτες που από χόμπι μάζευε ο Δημήτρης. Έτσι το μικρό της διαμέρισμα, γέμισε με καινούργια έπιπλα, μοκέτες, ρούχα, στερεοφωνικό και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς, δημιουργώντας μια μοναδικής φύσης νιρβάνα για τους ιδιοκτήτες του, που όμοια της δεν έμελλε να ξαναζήσουν.

επιμύθιο
Ο Θάνατός σου η ζωή μου.

Ο σύζυγος της μικρότερης ξαδέλφης.

Καλή ψυχή και δουλευταράς πλην όμως αποτυχημένος οικογενειάρχης. Κομπλεξικός με τη ζωή, λόγω άσχημων παιδικών χρόνων, έβγαλε στα παιδιά και στη γυναίκα του όλα του τ΄ απωθημένα. Αθόρυβος, έπαιξε το ρόλο συμβουλάτορα για τη γυναίκα του, προσπαθώντας με τη κουτοπονηριά του να τη προφυλάξει από το πιθανό «ρίξιμο». Πανταχού παρών έκανε δύσκολη τη ζωή της μεγάλης ξαδέλφης, όταν αυτή προσπαθούσε να πάρει κάποιο αντικείμενο αξίας χωρίς να γίνει αντιληπτή. Επινοούσε χρησιμότητα για οτιδήποτε, προτρέποντας τη γυναίκα του να το πάρει, μετατρέποντας με αυτό τον τρόπο το ήδη ασφυκτικά γεμάτο διαμέρισμά τους, σε εμπορικό μαγαζάκι του Μοναστηρακίου. Λίγους μήνες μετά, όποτε πήγαινες στο σπίτι του, το πιθανότερο ήταν να τον δεις καθισμένο στο καναπέ μ΄ ένα πούρο των δεκαπέντε χιλιάδων του Δημήτρη στο στόμα, δήθεν να απολαμβάνει άγνωστες μέχρι τότε ηδονές. Αν ήξερε την αξία αυτού που έκαιγε, θα έπαιρνε φωτιά ο εγκέφαλός του.

επιμύθιο
Πάρτο, τσάμπα είναι, που ξέρεις, κάποτε ίσως σου χρειαστεί…….

Οι λοιποί συγγενείς.

Ήταν όλοι αυτοί που ο Δημήτρης δεν ήθελε να έχει καμία επαφή και που λόγω συγγένειας βρέθηκαν συνδικαιούχοι προς μεγάλη απογοήτευση των δύο ξαδέλφων με τις οποίες συνέχιζε να διατηρεί αραιές επαφές. Ειδοποιήθηκαν όταν πλέον είχε γίνει η «εκκαθάριση» στο «άβατο». Τους είπαν να διαλέξουν ότι θέλουν και τους έδειξαν έπιπλα και οικιακές συσκευές από τα οποία είχε προηγουμένως αφαιρεθεί οτιδήποτε μπορεί ν΄ άξιζε το κόπο. Παρ΄ όλα αυτά, κατάφεραν και επέλεξαν αντικείμενα και ρούχα που είχε αφήσει η μικρότερη ξαδέλφη, στερώντας παντελώς την ευκαιρία των φτωχών της ενορίας, να αποκτήσουν κι αυτοί κάτι.

επιμύθιο
Ό,τι σου δίνουν παίρνε το και πες κι΄ ευχαριστώ.

Ο Δικηγόρος

Φίλος από το στρατό και προσωπικός δικηγόρος του Δημήτρη. Ανέλαβε να φέρει εις πέρας την υπόθεση της διαθήκης. Πονηρή και μουλωχτή φατσούλα, συμμάχησε από την πρώτη στιγμή με τη ξαδέλφη δερβέναγα, ξεχωρίζοντας την από το υπόλοιπο συγγενολόι. Μάλλον στο πρόσωπό της διέκρινε έναν αξιόμαχο αντίπαλο και αποφάσισε να μην της πάει κόντρα. Μαζί αποφάσιζαν για την πορεία και εξέλιξη των πραγμάτων και ανακοίνωναν εκ του ασφαλούς στους υπολοίπους. Αυτός απέδειξε ότι η χειρόγραφη διαθήκη δεν ήταν έγκυρη. Και για να έχει τα νότα του καλυμμένα, φρόντισε οι κατά τη διαθήκη του Δημήτρη κληρονόμοι, να του υπογράψουν χαρτί ότι την αποποιούνται. Ήταν πραγματικά συγκινητική η αυτοθυσία του να πληρώνει από την τσέπη του όλα τα τρέχοντα έξοδα. Φίλος απ΄ τον στρατό μεν είχε αντιληφθεί δε ότι η υπόθεση θα αποφέρει σεβαστό οικονομικό όφελος. Παρ΄ όλα αυτά δεν περιορίστηκε στην αναμονή των χρημάτων και μόνο. Μιας και παρίστατο σε όλες τις μυστικές επισκέψεις στο «άβατο», όλο και κάτι έπαιρνε, έτσι, για να θυμάται το φίλο του το Δημήτρη.

επιμύθιο
Στο στρατό κάνεις τους καλύτερους φίλους.

Αυτή είναι η ιστορία του Δημήτρη, απ΄ όσα θυμόταν ο Γιώργος. Στο τάφο του δε πάτησε ποτέ. Στα σπίτια των δύο ξαδελφάδων του, έτυχε να πάει μια δυο φορές μετά τα μνημόσυνα. Εκεί, είτε το ήθελε είτε όχι, θυμόταν πάντα το Δημήτρη, όταν διακριτικά έφτανε στα ρουθούνια του, η γλυκιά μυρωδιά της λεβάντας που τα είχε ποτίσει και που δεν έλεγε να ξεθυμάνει……

zifl

Υσ. Ζητώ συγνώμη αν σας κούρασα.
 #95569  από κατερινα 55
 Τρί Οκτ 15, 2013 4:34 pm
Εικόνα

Εικόνα
 #95578  από fillcinefil
 Τρί Οκτ 15, 2013 7:41 pm
Καλό!
Ελπίζω μόνο... να είναι μία εντελώς φανταστική ιστορία. Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι θα μπορούσε να είναι πραγματική.
...ας μην απαντηθεί. (απ'τον συγγραφέα)
 #95581  από βικυ
 Τρί Οκτ 15, 2013 11:51 pm
Μπραβο zifl......εξαιρετικο!!!
 #95713  από Κώστας
 Σάβ Οκτ 19, 2013 6:08 pm
Ήταν θέλημα Θεού!

Σε μια πόλη, σε κάποια μακρινή χώρα, ζούσαν ένας πάρα πολύ πλούσιος κι΄ ένας πάρα πολύ φτωχός. Ο πλούσιος ήταν ένας από τους χειρότερους ανθρώπους που μπορεί να υπάρξουν. Κατάφερε να κτίσει τη τεράστια περιουσία του, επειδή ήταν αδίστακτος εκμεταλλευτής, χωρίς ίχνος ανθρωπιάς και οίκτου μέσα του. Είχε ένα εργοστάσιο μετάλλου. Η μισή πόλη εργαζόταν εκεί, ανάμεσά τους κι΄ ο φτωχός. Όλοι δουλεύανε για ψίχουλα και δε δίσταζε στη πρώτη ευκαιρία να βρίσκει αφορμές για να μην τους δώσει ούτε κι΄ αυτά. Τα πλούτη του, συνεχώς αυγατίζονταν σε αντίθεση με το φτωχό που αντιμετώπιζε θέμα επιβίωσης έχοντας και δύο μικρά παιδιά. Ζούσαν σε μια μικρή ξύλινη καλύβα έξω από τη πόλη. Μεταφορικό μέσο δεν διέθετε κι΄ έτσι αναγκαζόταν να ξεκινά δυο ώρες νωρίτερα με τα πόδια για τη δουλειά, για να προλάβει νάναι στην ώρα του. Άλλες τόσες ήθελε και για να επιστρέψει.

Κάποτε το αφεντικό κατάφερε να κλείσει μια μεγάλη συμφωνία και απαίτησε απ΄ όλους να δουλεύουν υπερωρίες, χωρίς φυσικά να τους δίνει παραπάνω χρήματα. Είχε καταφέρει να έχει την εύνοια της κυβέρνησης, οπότε έκανε όποια αυθαιρεσία ήθελε χωρίς να φοβάται κυρώσεις. Δικαιώματα οι εργαζόμενοι δεν είχαν. Μοναχά υποχρεώσεις. Δούλευαν, ακόμη κι΄ όταν το κεφάλι τους ψηνόταν από τον πυρετό, προσπαθώντας να μη γίνουν αντιληπτοί από τους επιστάτες, που θα το μετέφεραν στο αφεντικό. Και τότε ήξεραν πως θα έβλεπαν το δρόμο για το σπίτι τους και μάλιστα χωρίς τη παραμικρή αποζημίωση. Η κανονική τους βάρδια, κρατούσε οκτώ ώρες. Οι φωτιές στο εργοστάσιο, δεν έσβηναν ποτέ γιατί δεν έπρεπε να διακόπτεται η παραγωγή. Έτσι όταν τους ανάγκασε να κάνουν υπερωρίες, έπρεπε να δουλεύουν αδιαμαρτύρητα, τουλάχιστον δώδεκα ώρες την ημέρα!

Το εργοστάσιο, ήταν μια κατασκευή χωρίς καμία προδιαγραφή. Με ανεπαρκή φωτισμό κι΄ αερισμό και παντελή απουσία προληπτικών μέτρων για ατυχήματα. Δεν διέθετε καν ένα πρόχειρο ιατρείο που να μπορεί ν΄ αντιμετωπίσει τουλάχιστον τους διάφορους συχνούς μικροτραυματισμούς. Παντού φωτιές και δεξαμενές με ρευστό μέταλλο. Η θερμοκρασία που επικρατούσε, μοναχά με της Σαχάρας μπορούσε να συγκριθεί κι΄ αυτή ντάλα μεσημέρι! Ο φτωχός εργαζόταν σκληρά. Όλη μέρα πάνω απ΄ τα καζάνια και τις φωτιές. Δουλειά του ήταν να κατευθύνει το ρευστό μέταλλο μέσα στα καλούπια για να πάρει τη τελική του μορφή και σχήμα.

Όσο περνούσε ο καιρός, το αφεντικό γινόταν όλο και πιο απάνθρωπο. Έδιωχνε εργάτες κι΄ έπαιρνε καινούργιους που θα δούλευαν μήνες απλήρωτοι μέχρι να εκπαιδευτούν και να μάθουν. Μετά τους κρατούσε για λίγο και έκανε ξανά το ίδιο. Προτού απολύσει κάποιον παλιό, φρόντιζε να τον χρησιμοποιήσει για να εκπαιδεύσει το νεότερο που είχε προσλάβει, ώστε να μην υπάρχουν επιπτώσεις στη παραγωγή. Μ΄ αυτό το τρόπο είχε καταφέρει το εργοστάσιο να δουλεύει με πολύ μικρό κόστος, πληρώνοντας ελάχιστους μισθούς.

Κάποια στιγμή αποφάσισε πως χρειαζόταν ένα μεγαλύτερο και πιο εντυπωσιακό σπίτι με πολλές ανέσεις και πολυτέλειες. Έτσι αγόρασε ένα οικόπεδο στην ακριβότερη συνοικία της πόλης και κάλεσε τους καλύτερους μηχανικούς για να του κτίσουν το μέγαρο που θα στέγαζε τη ματαιοδοξία του. Οι πλούσιοι μελλοντικοί γείτονές του, βλέποντας τις εργασίες να προχωρούν, θαύμαζαν τις διάφορες κατασκευαστικές υπερβολές, μη μπορώντας να κρύψουν τη ζήλεια τους, κάτι που έκανε το στήθος του βιομηχάνου, να φουσκώνει από υπερηφάνεια.

Τα εγκαίνια του νέου σπιτιού, ήταν μεγαλειώδη. Στο τεράστιο κήπο, σε μια λαμπρή εκδήλωση επίδειξης πλούτου, ήταν καλεσμένοι όλη η υψηλή κοινωνία της πόλης αλλά και άνθρωποι από τη κυβέρνηση. Στο λόγο που εκφώνησαν, εξείραν τον ιδιοκτήτη για το έργο του, αποκαλώντας τον αξιότιμο και σεβαστό μέλος της κοινωνίας, θεωρώντας τον σημαντικό και αναντικατάστατο αρωγό στην ευημερία του κράτους. Με το που τελείωσαν την εκφώνησή τους, πυροτεχνήματα άρχισαν να σκάζουν ψηλά στον ουρανό, βάφοντας μ΄ εντυπωσιακά χρώματα το μαύρο στερέωμα.

Την ίδια ώρα, στη φτωχική καλύβα, η οικογένεια καθόταν γύρω από το τραπέζι, τρώγοντας αυτό που οι δυνατότητες επέτρεπαν να υπάρχει στα πιάτα τους. Είχε βραδιάσει και τα παιδιά έπρεπε να ξαπλώσουν. Την επόμενη μια νέα απαιτητική μέρα ξεκινούσε για όλους. Εκείνος θα έπρεπε να ξεκινήσει χαράματα για τη δουλειά, τα παιδιά να πάνε σχολείο κι΄ η γυναίκα του, να επινοήσει να φτιάξει κάτι για νάχουν να φάνε το βράδυ.

Στην αρχή ακούστηκε ένα υπόκωφο βουητό. Όλοι οι θόρυβοι της νύχτας, με μιας σταμάτησαν. Επικράτησε νεκρική σιγή. Μετά η γη άρχισε να σιέται πέρα δώθε σαν σε κούνια.

Τ΄ ακριβά κολονάτα ποτήρια άρχισαν να πέφτουν από τα τραπέζια. Η σαμπάνια, χυνόταν πάνω στο γκαζόν κι΄ από κει τη ρουφούσε το χώμα, σαν σπονδή, που προσπαθούσε μάταια να εξευμενίσει την απελευθερωμένη οργή της φύσης. Τόσο δυνατή ήταν η δόνηση, που δημιουργήθηκε μεγάλος κυματισμός στο ήρεμο νερό της φωτισμένης πισίνας, αδειάζοντας μεγάλο μέρος από το περιεχόμενό της. Οι καλεσμένοι, άρχισαν να τρέχουν ανεξέλεγκτα προσπαθώντας να προστατευτούν. Στη πραγματικότητα δεν κινδύνευαν αφού βρίσκονταν σε υπαίθριο χώρο. Τέτοιες ώρες όμως που ο πανικός κυριεύει το μυαλό, δύσκολα μπορεί να επικρατήσει η λογική. Το σπίτι, ακολουθούσε το χορό της γης χωρίς να δείχνει να νοιάζεται. Γερή αντισεισμική κατασκευή, απέδειξε πως έπιασαν τόπο τα χρήματα που ξόδεψε γι΄ αυτό ο ιδιοκτήτης του.

Τα ξύλα της μικρής καλύβας άρχισαν να τρίζουν. Αντικείμενα έπεφταν από παντού. Η οικογένεια έχοντας αντιμετωπίσει ξανά τέτοιου είδους κατάσταση, χώθηκε κάτω από το τραπέζι, περιμένοντας να κοπάσει το κακό. Τα παιδιά άρχισαν να κλαίνε. Παρ΄ ότι ήξεραν τι σήμαινε σεισμός, τέτοιο πράγμα δεν τόχαν ξαναβιώσει. Μα ούτε κι΄ οι γονείς τους, που κοιτάζονταν συνεχώς με την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Ο ανατριχιαστικός ήχος των ξύλων που έσπαζαν, ήρθε να προστεθεί στο υπόκωφο βουητό. Η καλύβα δεν άντεξε και κατέρρευσε. Οι δυο γονείς σε μια υπέρτατη εναγώνια προσπάθεια, αγκάλιασαν σφίγγοντας τα παιδιά τους καλύπτοντάς τα με τα κορμιά τους. Το τραπέζι, δεν άντεξε το βάρος της καλύβας και έσπασε παγιδεύοντας την οικογένεια.

Την επόμενη, συνεργεία άρχισαν να ψάχνουν στα ερείπια για επιζώντες. Είχαν καταρρεύσει πολλά κτίρια στη πόλη και πολλοί είχαν παγιδευτεί κάτω από τα χαλάσματα. Είχαν περάσει δυο μέρες όταν τα συνεργεία έφτασαν στη καλύβα της οικογένειας. Κάποιος, άκουσε μιαν αδύναμη φωνή να βγαίνει από τα συντρίμμια εκλιπαρώντας με απόγνωση για βοήθεια. Αμέσως έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά. Μετά από ώρα, βρήκαν τα δυο παιδιά εγκλωβισμένα αλλά σώα, καλά προστατευμένα κάτω από τα άψυχα κορμιά των γονιών τους. Τα απελευθέρωσαν και τα μετέφεραν στο νοσοκομείο, όπου σύντομα ανέκαμψαν.

Ήταν ακόμα ανήλικα κι΄ έτσι ανέλαβαν τη κηδεμονία τους, η γιαγιά κι΄ ο παππούς. Τα βράδια, όποτε τους ρωτούσαν για την αδικία στο κόσμο και ποιος αποφάσισε πως εκείνη τη νύχτα έπρεπε να χάσουν τους γονείς τους, η γιαγιά τους τα έβαζε για ύπνο. Τα καληνύχτιζε δίνοντας τους ένα τρυφερό φιλί στο μέτωπο και τους έλεγε πως ήταν θέλημα Θεού!

zifl
 #95721  από sofia13
 Κυρ Οκτ 20, 2013 3:26 am
......τρυφερό φιλί ...και θέλημα Θεού........
δε θα σχολιάσω ............................
Αλλά για το γραπτό που μας συντροφεύει τόσο όμορφα ,......................
:bow-yellow: :bow-yellow: :bow-yellow: :text-thankyouyellow:
 #96819  από eleni POL
 Τετ Νοέμ 20, 2013 9:52 am
by Gretchen Lane
(Dry Ridge, Ky, USA )

Wasted time and
Wasted tears
Where has the time gone?
I didn't realize I was just letting my life pass me by
I realize now that I let precious time get away from me.
Just wasted!
Too many missed kisses, hugs, and not so important, important talks.
Too many missed opportunities to make memories!
Always too busy, always on the go!
Other things always so much more important!
Now I just sit back and think.....
It was all just wasted.....

:smile-wink: :smile-wink: καλημέρες :smile-hi:
 #96847  από Κωνσταντίνα
 Τετ Νοέμ 20, 2013 11:54 pm
Καλησπέρα στην παρέα.
μπράβο Κώστα :smile-clapping: για το θέλημα Θεού, ένα τέτοιο θέλημα βιώνουμε κι εμείς αφού είμαστε οι εκλεκτοί :smile-giggle:

Ελένη μου :smile-clapping: ..........Too many missed opportunities to make memories!

υστερόγραφο(και για τις δύο δημοσιεύσεις) ΚΡΙΜΑ :smile-sadsmile:
  • 1
  • 30
  • 31
  • 32
  • 33
  • 34
  • 47