Της Ρέας Βιτάλη
Ο Lou Reed μου πέθανε... αφού έζησε
Α, ρε Lou! Πού να το φανταζόσουν. Θα σ΄ έκλαιγε μια Ρέα στην Ελλάδα σαν δικό της άνθρωπο. Τι, άραγε, ορίζει το «δικός μου» άνθρωπος; Τόσα πολλά που θρηνώ στο πρόσωπό σου. M΄ άρεσε ότι ζούσες. Από την εποχή που βάζαμε τον δίσκο στο πικάπ και ακουμπούσε η βελόνα σαν τη μέλισσα στους χυμούς και Just a perfect day και Walk on the wild side και Sweet Jane και I' m waiting for the man και Pale blue eyes και Berlin και, και... Ήταν και άλλοι μαζί μου. Από τον ήχο της εξάτμισης της μηχανής καταλάβαινα ποιος έρχονταν. Σαν κοινόβιο ήμασταν. Εκείνος σε είχε ανακαλύψει πρώτος απ΄ όλους μας. Ξεσκόνιζε τον δίσκο, έκανε και ένα «φου» αντανακλαστικό, τον τοποθετούσε με αγάπη στοχεύοντας την τρύπα, «ακούστε!». Και καθόμασταν χύμα, στο πάτωμα και σε ακούγαμε. Ώρες! Σε ευγνωμονώ ότι δεν μας πρόδωσες στα χρόνια. Μας έβγαλες ασπροπρόσωπους.
Ο Lou Reed ποιητής-τραγουδοποιός. Με τη χαρακτηριστική, μπάσα φωνή που νόμιζε ο καθένας μας ότι τραγουδούσε μόνο για εκείνον. Και που μιλούσε (πάντα μπέρδευα αν μιλούσε ή τραγουδούσε) με τον πιο φυσικό τρόπο και με χιούμορ, σε μια πουριτανική κοινωνία, για θέματα μέχρι πριν αφανέρωτα, κρυφά. Και ξαφνικά τα έχριζε ok. Αφαιρούσε κάθε αμηχανία. Μα αφού ήταν η αλήθεια του! Έτσι ορίζω και το «πολιτικοποιημένος» που τον ακολουθούσε και τον ανέβαζε επίσης στα μάτια μας. Πώς δεν θα ήταν; Ένας άνθρωπος με δικό του και μόνο στίγμα. Όχι «στον επόμενο τόνο». Δεν θα τον αδικήσω ως πρωτοπόρο. Ήταν ο Lou Reed, απλά.
Την τελευταία φορά που είδα φωτογραφία του, πριν από δυο χρόνια νομίζω, σκέφτηκα αυτόματα... πάει και ο Lou, γέρασε. Το έλεγα και χαμογελούσα. Αυτό ήταν το περίεργο. Δεν μου έφερε θλίψη. Μ΄ άρεσε αυτό το πρόσωπο το γεμάτο ρυτίδες... το αφτιασίδωτο. Το ανορθόγραφο στην ανιαρή ορθογραφία του life style. Το παράταιρα γέρικο στον καλοσιδερωμένο χώρο της διεθνούς καλλιτεχνικής σκηνής. Τα είδωλα που ανταγωνίζονται ζόμπι. Ο δικός μου γέρασε! Καταδέχτηκε ρυτίδες, κρεμασμένο δέρμα, πέρασε από πάνω του ζωή... Ο Lou μου γέρασε. Αφού έζησε, άρα και θα γέρναγε. Αλλιώς, θα είχε πεθάνει. Κάποτε πέθανε. Φυσικό δεν ακούγεται; Πες το και LouReedιακό.
Τον Μάιο εγχειρίστηκε. Μεταμόσχευση συκώτι. Ε! Άτιμο πράγμα οι καταχρήσεις, στη φυλάνε χρόνια. 27 Οκτωβρίου πέθανε στο σπίτι του. Ο γιατρός του, ενημέρωσε τα ΜΜΕ ότι μέχρι τελευταία στιγμή εξασκούνταν στην πολεμική τέχνη tai chi προσπαθώντας να κρατηθεί δυνατός και μάχιμος. Ουφ! Μάχιμο τον ήθελα να φεύγει.
Μεταξύ μας... Έχω κι άλλον λόγο να κλαίω τον Lou. Ήταν ο τελευταίος συνδετικός κρίκος με έναν σημαντικό μου. Έβγαλα μαζί του ένα κομμάτι διαδρομής. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να βγάλουμε όλη τη διαδρομή μαζί οι άνθρωποι. Πριν από μερικές μέρες διάβασα ένα ποίημα του Α. Αλεξανδρίδη με τίτλο «Ανδρών Καύση». Απέκοψα ένα μέρος, αν και δεν είναι έντιμο να απομονώνεις στίχους: «Ενταφιάζω τους νεκρούς. Οι ζωντανοί από μόνοι τους ενταφιάζονται.
Ανώνυμοι και σκοτεινοί χωρίς τη χάρη των πραγμάτων. Ελεύθεροι, τετελεσμένοι, αδειανοί με κατοικούν». Δεν έχω τίποτα πιο σπαρακτικά τετελεσμένο, στην απολυτότητά του εν τέλει ανακουφιστικό, από το να ενταφιαστούν οι ζωντανοί σου. Μετά... Έμαθα για τον θάνατο του Lou Reed. Θα στεναχωρήθηκε πολύ, φαντάστηκα, και κείνος για τον θάνατό του. Ήταν το είδωλό του. Δεν τον διέψευσε.
Τελικά, μπορεί και να μην ενταφιάζονται ζωντανοί. Ούτε και οι νεκροί. Αν έγιναν δικοί σου άνθρωποι. Πώς, άραγε, ορίζεται το «δικός μου άνθρωπος». Νομίζω, όταν χαμογελάς όποτε τον φέρνεις στη σκέψη. Έστω και αν σε περπάτησε στη wild side. Α, ρε Lou! Μ΄ άρεσε το ότι ζούσες...
ένα άρθρο των πρωταγωνιστών
http://www.protagon.gr
Welcome to the Hotel California!
You can check-out any time you like,
but you can never leave!