Ο νερόμυλος
Ρουθούνιζε βαριανασαίνοντας το βαρυφορτωμένο μουλάρι από το μόχθο ν΄ ανέβει το στενό φιδίσιο μονοπάτι που οδηγούσε στο παλιό νερόμυλο. Δίπλα του, κυλούσε ορμητικά το μικρό ποτάμι και ξοπίσω του τ΄αφεντικό, με το καμτσίκι στο χέρι, να μη σχωρνάει κομπιάσματα και δισταγμούς.
Ο μύλος ήταν φτιαγμένος ψηλά, κοντά στο κεφαλάρι. Ολόκληρος από άσπρη μαρμαρόπετρα. Το αριστοτεχνικό της ταίριασμα, πρόδιδε το μεράκι και τη φινέτσα των μαστόρων που τη τοποθετήσαν. Ένα μικρό μαρμάρινο σκαλοπάτι μπροστά από τη μικρή ξύλινη πορτούλα, άφηνε το έμπα μέσα του. Πάνω - πάνω τέσσερα στενά ορθογώνια παράθυρα, με τζάμια, κυκλικά τοποθετημένα, άφηναν τον ήλιο και το φως να επισκέπτονται το χώρο που γινόταν τ΄αλεύρι. Στο κέντρο του υπήρχε ένα πέτρινο πατητήρι. Μέσα του, δυο θεόρατες, κυλινδρικές και βαριές μυλόπετρες, πιασμένες αντικριστά πάνω σ΄ ένα ξύλινο άξονα, με σταθερό το κέντρο του, περίμεναν την εντολή να γυρίσουν σε αλάθητο κύκλο και να συνθλίψουν τους καρπούς. Από δω ξεκίναγε ένας τσίγκινος φαρδύς σωλήνας, που έτρεχε κατακόρυφα ολόκληρο το μύλο και οδηγούσε τον αλεσμένο καρπό στα σακιά που περίμεναν κάτω στο ισόγειο. Όταν οι πέτρες δούλευαν, κάποιος έπρεπε πάντα νάναι εκεί για να ΄χει το νου του στο γέμισμα. Ο μύλος φαινόταν από μακριά, χωρίς δυσκολία ακόμα κι΄ απ΄ αυτόν που δεν είχε γερακίσια μάτια. Όποτε ο καιρός μάζευε μαύρα σύννεφα βροχής, παράταιρο κάτασπρο σημαδάκι στη γραμμή του μολυβί ορίζοντα, έστελνε το μήνυμα της σιγουριάς για τη γαλήνη που θ΄ ακολουθούσε. Η φτερωτή του, ξύλινη, μεγάλη και βαριά, έπιανε το νερό, στη πρώτη του νιότη και χωρίς καμία δυσκολία μ΄ ένα μηχανισμό, γύριζε τις δυο βαριές μυλόπετρες που αλέθαν το στάρι.
Επιτέλους φτάσαμε! Λίγο ακόμη και θάσκαγα. Κι αυτός ο αφέντης, με φορτώνει και με ραβδίζει σα νάμουνα γαϊδούρι, σκέφτηκε το κατάκοπο μουλάρι, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να μαζέψει τη κρεμασμένη από τη δίψα γλώσσα του. Από το μύλο ξεπρόβαλε χαμογελαστός κάτασπρος απ΄ τ΄ αλεύρι ένας γεροδεμένος σαρανταπεντάρης άντρας. Ήταν ο κυρ Στέφανος ο μυλωνάς.
- Καλώς το Γιώργη! Πως το φόρτωσες μωρέ έτσι το ζωντανό, δε το λυπάσαι;
Δουλειά του είναι, απάντησε ο Γιώργης. Βόηθά με να το ξεφορτώσω και φέρτου και λίγο νερό μη σκάσει από τη δίψα. Βγάλαμε τον ανήφορο μονοκοπανιά!
Οι δυο άντρες άρχισαν ν΄ ανεβαίνουν τα μαρμάρινα σκαλιά του μύλου κουβαλώντας στην πλάτη τους κάθε φορά κι΄ από ένα σακί ο καθένας. Τριαντατρία σκαλοπάτια μέτρησε ο Γιώργης τρεις φορές, σίγουρος πια, πως δεν είχε λαθέψει στο μέτρημα του. Μουσκεμένος απ΄ τον ιδρώτα έκατσε να ξαποστάσει, όση ώρα ο κυρ Στέφανος, άκοπος, λες και δεν είχε μετρήσει κι αυτός τις ίδιες φορές τα σκαλοπάτια, άρχισε ν΄ αδειάζει το στάρι μέσα στο πατητήρι. Όταν άδειασε και το τελευταίο σακί, βάδισε προς τη μεριά του τοίχου που βρισκόταν ο μεγάλος ξύλινος μοχλός. Οι πέτρες απ΄ όπου ξεπρόβαλλε, είχαν φαγωθεί και βρωμίσει από τα ανεβοκατεβάσματα και τα πολλά πιασίματα. Ο κυρ Στέφανος τον έσπρωξε με δύναμη προς τα κάτω. Οι δυο βαριές μυλόπετρες ξεκίνησαν να γυρνούν αργά - αργά και χωρίς να δείχνουν τον παραμικρό οίκτο, άρχισαν να μετατρέπουν σ΄ αλεύρι τους άτυχους καρπούς.
Αν δεν υπήρχε κι΄ αυτός ο μύλος αναρωτιέμαι τι θα κάναμε, είπε ο Γιώργης.
Ο Στέφανος, πήρε για λίγο τα μάτια του από τις δυο μυλόπετρες, τον κοίταξε κι΄ απάντησε. Εγώ τον κληρονόμησα από το πατέρα μου κι΄ εκείνος απ΄ το παππού μου. Πιο πριν δε ξέρω ποιος τον είχε. Ξέρω όμως, πως διακόσια χρόνια τώρα, αυτές οι μυλόπετρες έχουν αλέσει το στάρι όλων των οικογενειών του χωριού και τους έχουν ταΐσει ψωμί. Άλλοι καιροί τότε Γιώργη μου! Θυμάμαι, μούλεγε ο παππούς μου, πως τα φορτωμένα ζώα κάνανε ουρά έξω απ΄ το μύλο περιμένοντας ναρθεί η σειρά τους για ν΄ αλέσουν. Σήμερα, ίσα πούχουμε μείνει τριάντα οικογένειες να παλεύουμε με τα χρέη. Με νύχια και με δόντια κρατάω το μύλο μη μου τον πάρει η τράπεζα.
- Στέφανε, πιάσαμε τη κουβέντα και θα χυθεί τ΄ αλεύρι απ΄έξω. Τρέχω κάτω!
Ο δικαστικός κλητήρας, τοιχοκόλλησε στη πόρτα του μύλου το χαρτί κι΄ έφυγε βιαστικά για να αποφύγει συνάντηση με τον κυρ Στέφανο. Τον ήξερε και θάπρεπε να του απολογηθεί. Αυτός, τη δουλειά που το πρόσταξαν έκανε. Συμπαθούσε το κυρ Στέφανο και δεν είχε προσωπικά μαζί του. Άντε όμως να το καταλάβαινε αυτό, μόλις θα διάβαζε το χαρτί. Κατά βάθος λυπόταν πολύ που τα πράγματα έφτασαν σ΄ αυτό το σημείο. Η τράπεζα, τούχε δώσει τρεις φορές διορία, αλλά ο ταλαίπωρος δεν είχε καταφέρει να συγκεντρώσει τα λεφτά. Το μόνο που είχε, ήταν αυτός ο παλιός νερόμυλος και τώρα του τον παίρνανε…
Μια βδομάδα αργότερα, ο κυρ Στέφανος, καθόταν μαραζωμένος στο γνώριμό του σιδερένιο τραπεζάκι, στο καφενείο της πλατείας του χωριού, πίνοντας τη κερασμένη του ρετσίνα. Όλον αυτό το καιρό, μάταια προσπαθούσαν να τον παρηγορήσουν οι συγχωριανοί του. Στ΄ αυτιά του, αντηχούσε ακόμη ο ήχος από το μεγάλο βαρύ σφυρί, καθώς κατέβαινε με δύναμη, μπήγοντας τη σφήνα στη φτερωτή του, κάνοντάς την να πάψει να γυρίζει.
Το μπουκάλι του, είχε μισοαδειάσει, όταν ξαφνικά, πετάχτηκε σαν ελατήριο απ΄ την καρέκλα. Τα μάτια του είχαν πάρει αυτή τη γνώριμη γυαλάδα πούχουν τα μάτια των τρελών. Βούτηξε τη λασπωμένη τσάπα που βρισκόταν ακουμπισμένη στο τοίχο παραδίπλα από το τραπεζάκι του κι΄ άρχισε να τρέχει προς την ανηφοριά.
Που πάει ο Στέφανος, αναρωτήθηκαν οι συγχωριανοί του. Δε τέλειωσε καν τη ρετσίνα του. Έφυγε φουριόζος και ξαναμμένος, είπε κάποιος. Αφήστε τον! Όταν με το καλό γυρίσει, θα μαλακώσει, είπε ο πρόεδρος, χαμογελώντας με νόημα. Από τα χτες, τάχουμε μαζεμένα. 30 νοματαίοι είμαστε! Λίγο ο ένας λίγο ο άλλος, τα συγκεντρώσαμε! Όχι θα τον αφήναμε να του τον πάρουν!
Χωρίς να ξέρει το παραμικρό ο Στέφανος, λαχανιασμένος, με κομμένη την ανάσα, έφτασε στο μύλο. Στη πόρτα του, φάνταζε επιβλητική η κόκκινη ταινία που είχε τοποθετήσει ο δικαστικός κλητήρας σφραγίζοντάς την. Μια καρφωμένη ταμπέλα έγραφε: το παρόν, κατάσχεται! Τα μάτια του άστραψαν ακόμα πιο πολύ. Σχεδόν πέταξαν σπίθες. Με αργό, σταθερό και αποφασιστικό βήμα, κατευθύνθηκε προς τη μεγάλη φτερωτή. Την επόμενη στιγμή, κατέβαζε με λυσσασμένη δύναμη τη τσάπα του, πάνω στη ξύλινη σφήνα που μπλοκάριζε τη καρδιά της. Εκείνη την ώρα της απόγνωσης, ούτε καν πέρασε απ΄ το μυαλό του, τι μπορεί να σημαίνει νάχει κανείς στη ζωή φίλους!
zifl
H μεγαλύτερη ηθική ικανοποίηση είναι να βλέπεις τη φωτεινότητα που εκπέμπει ένα ευχαριστημένο πρόσωπο και να ξέρεις ότι έχεις συμβάλλει κι΄ εσύ σ΄ αυτό.