Σελίδα 7 από 47
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Τετ Ιαν 09, 2013 12:10 am
από Κώστας
Οι δύο άσπρες πλαστικές καρέκλες
Σχεδόν καθημερινά ο δρόμος μου μ΄ έφερνε απ΄ έξω. Δεν υπήρχε φορά που να μην σταματήσω για να θαυμάσω το παλιό αρχοντικό που έστεκε αγέρωχο, νικητής στην πάλη του με το χρόνο. Απρόσμενη παραφωνία ανάμεσα στα νεόκτιστα από γυαλί τσιμέντο και μέταλλο, αποτελούσε αισθητική ανάταση ψυχής και τέρψη οφθαλμών για όποιον το αντίκριζε. Κόντρα στα σύγχρονα υλικά, είχε ν΄ αντιπαραθέσει τους πλίνθους τα κεραμίδια και τα ξύλινα κουφώματα του. Το μεράκι των μαστόρων που το έκτισαν δεν κρυβόταν. Μικρά μπαλκονάκια, σοφίτες κάτω από κωνικές στέγες και τσίγκινες υδρορροές πραγματικά γλυπτά! Η μουσική που έπαιζαν κάθε φορά που έβρεχε, έκανε να σιωπήσει από ντροπή ακόμη κι ολόκληρη συμφωνική ορχήστρα!
Στο μπροστινό μέρος στο υπερυψωμένο ισόγειο, δέσποζε μια μεγάλη βεράντα, χωρίς κάγκελα, στρωμένη με περίτεχνο μωσαϊκό. Στο κέντρο της, πάνω στο μπροστινό τοίχο του σπιτιού, ορθωνόταν μια μεγάλη ξύλινη πόρτα που άφηνε το πέρασμα μέσα στο σπίτι. Αριστερά και δεξιά της, μόνιμα βαλμένες, υπήρχαν δυο άσπρες πλαστικές καρέκλες απ΄ αυτές που πουλάν οι γύφτοι με τα Datsun.
Όλο το κτήμα ήταν γεμάτο με ψηλά πεύκα, που χάριζαν τη σκιά τους τις καφτές καλοκαιρινές μέρες και γέμιζαν με πευκοβελόνες τον τόπο τριγύρω.
Ακόμα κι΄ η περίφραξη του αυλόγυρου, ήταν έργο τέχνης. Πέτρινη μάντρα στη βάση και πάνω της βαριά μασίφ σίδερα δουλεμένα και λυγισμένα με τρόπο ζηλευτό, θύμιζαν τη φινέτσα και τη καλαισθησία που έχουν σκοτώσει πλέον η τεχνολογία και η τυποποίηση.
Κάθε καλοκαιρινό απόγευμα, λίγο πριν σουρουπώσει, όταν πια είχε δροσίσει αρκετά, δύο γερόντια, μοναδικοί κάτοικοι του σπιτιού, έβγαιναν στη βεράντα και καθόντουσαν πάντα στις ίδιες θέσεις πάνω στις δύο άσπρες πλαστικές καρέκλες. Έμεναν εκεί ως αργά το βράδυ, παρατηρώντας που και που τους οδηγούς των αυτοκινήτων που περνούσαν από τον δρόμο και τον κόσμο που βολτάριζε στο απέναντι πάρκο.
Οι φιγούρες τους έμοιαζαν νάχουν δραπετεύσει από διήγημα του Παπαδιαμάντη. Άσπρα μαλλιά και μούσια, βαθειά σκαμμένα από τις ρυτίδες πρόσωπα, παλάμες οστέινες με πεταγμένες χοντρές φλέβες που ανέδυαν δύναμη και νεύρο, μαρτυρώντας πως έχουν δουλέψει σκληρά στα νιάτα τους. Το ντύσιμο τους απέριττο, πάντα φροντισμένο και καθαρό. Ένα λινό σκουρόχρωμο παντελόνι και ένα μακρυμάνικο βαμβακερό πουκάμισο, που στερούσε το γεύμα των βραδινών κουνουπιών. Αν το βραδάκι η καλοκαιρινή δροσούλα το παρατραβούσε, ένα λεπτό πουλοβεράκι τους χάριζε τη ζεστασιά του. Στα χέρια τους πάντα κρατούσαν, έστω και κλειστό, από ένα βιβλίο ο καθένας. Αναρωτιόμουνα τι προσπαθούν να χωρέσουν παραπάνω στο κεφάλι τους, μιας και η όλη τους φυσιογνωμία, απέπνεε καλλιεργημένα άτομα με σοφία και γνώση των τερτιπιών της ζωής. Κι΄ όμως, όποτε δεν παρατηρούσαν τη κίνηση στο δρόμο και τον κόσμο στο απέναντι πάρκο, κάτω από το φως μιας ασθενικής ηλεκτρικής λάμπας, βυθίζονταν με τις ώρες στη μελέτη, ο καθένας ταξιδεύοντας ξεχωριστά, έχοντας για εισιτήριο το βιβλίο του.
Πολλές κουβέντες μεταξύ τους δεν αντάλλασσαν. Μονάχα παρατηρούσαν και που και που σχολίαζαν κάποιον περαστικό ή τον τρόπο που φερόταν κάποιος γονιός στο παιδί του που έπαιζε στο πάρκο ή την ματαιοδοξία κάποιου οδηγού, όταν περνούσε οδηγώντας φουσκωμένος σαν παγώνι, επιδεικνύοντας το πανάκριβο αυτοκίνητό του. Όλες τις φορές απλά κοιτάζονταν μεταξύ τους, σηκώνοντας τα φρύδια, σουφρώνοντας τα χείλια και κουνώντας με απορία το κεφάλι, μη μπορώντας να κατανοήσουν πως είναι δυνατόν οι άνθρωποι πλέον να σκέφτονται και να πράττουν έτσι. Πως είναι δυνατόν ν΄ ασχολούνται μονάχα με το κυνήγι των υλικών αγαθών κάνοντάς τα αυτοσκοπό και να έχουν αφήσει το πνεύμα τους ακαλλιέργητο στη σιγουριά του ασάλευτου ύπνου! Αυτό το τελευταίο δεν μπορούσαν να το χωνέψουν με τίποτα. Πίστευαν πως ο πραγματικός πλούτος κάθε ανθρώπου, βρίσκεται στη ψυχή και στο νου που κουβαλά και σίγουρα όχι στον τρόπο που προσπαθεί να κάνει αισθητή τη παρουσία του, χρησιμοποιώντας τον υλικό του πλούτο! Αυτό που τους έκανε τρομερή εντύπωση, ήταν, πως όποτε περνούσε κάποιος τέτοιος, τα βλέμματα των υπολοίπων καρφώνονταν πάνω του πρώτα από φθόνο και ζήλεια και μετά από υποθάλποντα θαυμασμό, γι΄ αυτά που οι ίδιοι δεν θα μπορούσαν ποτέ ν΄ αποκτήσουν στη διάρκεια της σύντομης ζωής τους. Μα ακόμη περισσότερη εντύπωση τους έκανε το βλέμμα τους μετά από το οφθαλμόλουτρο τους αυτό. Ήταν περίλυπο και απογοητευμένο, καθρέφτης της αιτίας της καθημερινής τους δυστυχίας! Τότε κατέβαζαν τα μάτια, έβγαζαν το δάχτυλο από τη σελίδα που κρατούσαν μη χαθεί και συνέχιζαν να ρουφάνε το βιβλίο τους πιστεύοντας πως κάπου μέσα στις σελίδες του θα βρουν την απάντηση στα ερωτήματά τους.
Τα καλοκαίρια περνούσαν. Είχα πια συνηθίσει στην εικόνα τους κάθε φορά που περνούσα από εκείνο το σημείο. Πολλές φορές σκέφτηκα να σταματήσω και να πάω να τους πω μια καλησπέρα. Δεν το έκανα ποτέ γιατί κατά βάθος φοβόμουν το διάλογο μαζί τους. Ένοιωθα πολύ μικρός για να τους αντιμετωπίσω. Άλλωστε τι θα μπορούσα να τους πω;! Θα ήθελα όμως να καθίσω σιωπηλά δίπλα τους, ν΄ ακούσω τα λόγια τους και να προσπαθήσω να ρουφήξω όση από τη σοφία τους μπορούσε να χωρέσει το περιορισμένο μυαλό μου!
Κάποια στιγμή έπαψα να βλέπω τα δύο γερόντια. Δεν άργησα να καταλάβω τι απέγιναν.
Ακόμα και τώρα όταν περνάω από το σπίτι, αντικρίζω τις δύο άσπρες πλαστικές καρέκλες, ξεχασμένες στις ίδιες θέσεις, αδειανές, με πευκοβελόνες καθισμένες πάνω τους, ν΄ ατενίζουν ακούραστα το δρόμο και το πάρκο απέναντι, χειμώνα, καλοκαίρι…
zifl
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Τετ Ιαν 09, 2013 10:55 pm
από sofia13
AΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
'' Σκισμένο Ψαθάκι ''.
Μιά ζωή θυμάμαι τον εαυτό μου να φτιάχνει στέκια και καταφύγια για την ψυχή μου.
Κι εκεί που είναι όλα έτοιμα κι΄έχω αρχίσει να βολεύομαι, εκεί πού είναι τα πάντα τακτοποιημένα και κάθομαι λίγο να ξεκουραστώ και να κάνω τσιγαράκι, μπαίνει ο διάολος
μέσα μου και μού τήν ανάβει.
- Τι ΄ναι τούτα δω τα σκιάχτρα ; μου λέει. Δέν είναι για σένα η λούφα, κορίτσι μου.
Πάλι πλαστογραφίες κάνεις ;
Και βροντάω τότε ένα ασιχτίρ και τα κάνω όλα κεραμιδαριό.
Υστερα κάθομαι σταυροπόδι και γλείφω τις πληγές μου σαν το σκυλί.Δέν πειράζει , λέω.
Πάμε γι΄'αλλα, Οπως και νάχει το πράμα, η Ρόζυ γεννήθηκε με το βλέμμα καρφωμένο στο
ξημέρωμα. Όρτζα τα πανιά λοιπόν.
Ενα μικρό ψαροκά'ι'κο είναι η ζωή μου. Ενα μικρό φθαρμένο ψαροκάικο που έχει σμαραγδιά
φεγγάρια στο κατάρτι του κι έναν ξεσκούφωτο ήλιο αληταρά για τιμονιέρη. Ενα ψαροκάικο,
δίχως ρότα.
- Πού πάμε , καπετάνιο; με ρωτάει ο τιμονιέρης και μου κλείνει το μάτι.
- Οπου πάν΄τα κύματα! λέω επίσημα εγώ.
Και τα σμαραγδιά φεγγάρια που είναι στο κατάρτι, σκάνε σαν ρόδια στην κουβέρτα.
Κι ο ξεσκούφωτος ήλιος ο αληταράς παρατάει το τιμόνι του και χορεύει. Και η νύχτα γεμίζει
χιλιάδες 'ηλιους, αληταράδες. Και η ψυχή μου γεμίζει νύχτες πολύχρωμες. Γεμίζει σμαραγδιά
φεγγάρια και θαλασσινά πουλιά. Πού να χωρέσουν μέσα μου όλ΄αυτά ;
Πού να στριμωχτούν, π΄ανάθεμά τα ;-------------------------------------
Απο το ΣΚΙΣΜΕΝΟ ΨΑΘΑΚΙ , της ΑΛΚΥΟΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ.....
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Κυρ Ιαν 20, 2013 9:53 am
από κατερινα 55
Ο Aνδρας και η Γυναίκα
Ο άνδρας είναι το πιο ΕΞΥΨΩΜΕΝΟ των πλασμάτων.
Η γυναίκα είναι το ΥΨΙΣΤΟ των ιδανικών.
Ο Θεός έκανε για τον άνδρα ένα ΘΡΟΝΟ. Για τη γυναίκα ένα ΒΩΜΟ.
Ο θρόνος ΕΚΘΕΙΑΖΕΙ, ο βωμός ΑΓΙΑΖΕΙ.
Ο άνδρας είναι ο ....
ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ, η γυναίκα η ΚΑΡΔΙΑ.
Ο εγκέφαλος κατασκευάζει το ΦΩΣ, η καρδιά παράγει την ΑΓΑΠΗ.
Το φως ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΕΙ. Η αγάπη ΑΝΑΣΤΑΙΝΕΙ.
Ο άνδρας είναι ΔΥΝΑΤΟΣ με τη λογική. Η γυναίκα είναι ΑΝΙΚΗΤΗ με τα δάκρυα.
Η λογική ΠΕΙΘΕΙ. Τα δάκρυα ΣΥΓΚΙΝΟΥΝ.
Ο άνδρας είναι ικανός για όλους τους ΗΡΩΙΣΜΟΥΣ. Η γυναίκα για όλα τα ΜΑΡΤΥΡΙΑ.
Ο ηρωισμός ΕΞΕΥΓΕΝΙΖΕΙ, το μαρτύριο ΑΝΥΨΩΝΕΙ.
Ο άνδρας έχει την ΑΝΩΤΕΡΟΤΗΤΑ. Η γυναίκα την ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ.
Η ανωτερότητα σημαίνει τη ΔΥΝΑΜΗ, η προτεραιότητα αντιπροσωπεύει το ΔΙΚΑΙΩΜΑ.
Ο άνδρας είναι ένας ΜΕΓΑΛΟΦΥΗΣ, η γυναίκα ένας ΑΓΓΕΛΟΣ.
Ο μεγαλοφυής είναι ΑΠΕΙΡΟΣ. Ο άγγελος είναι ΑΚΑΘΟΡΙΣΤΟΣ.
Ο πόθος του άντρα είναι η ανωτάτη δόξα. Ο πόθος της γυναίκας είναι η άκρα αρετή.
Η δόξα κάνει όλο το ΜΕΓΑΛΟ. Η αρετή κάνει όλο το ΘΕΪΚΟ.
Ο άνδρας είναι ένας ΚΩΔΙΚΑΣ, η γυναίκα ένα ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ.
Ο κώδικας ΔΙΟΡΘΩΝΕΙ. Το ευαγγέλιο ΤΕΛΕΙΟΠΟΙΕΙ.
Ο άνδρας ΣΚΕΠΤΕΤΑΙ. Η γυναίκα ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ.
Το να σκέπτεται κανείς σημαίνει να έχει μια νύμφη στο κρανίο. Το να ονειρεύεσαι σημαίνει να έχεις ένα φωτοστέφανο στο μέτωπο.
Ο άνδρας είναι ένας ΩΚΕΑΝΟΣ. Η γυναίκα είναι μια ΛΙΜΝΗ.
Ο ωκεανός έχει το μαργαριτάρι που στολίζει, η λίμνη το ποίημα που θαμπώνει.
Ο άνδρας είναι ο ΑΕΤΟΣ που πετάει. Η γυναίκα είναι το ΑΗΔΟΝΙ που τραγουδάει.
Το να πετάς σημαίνει να κυριαρχείς στο ΔΙΑΣΤΗΜΑ. Το να τραγουδάς σημαίνει να κατακτήσεις την ΨΥΧΗ.
Ο άνδρας είναι ενός ΝΑΟΣ, η γυναίκα είναι το ΙΕΡΟ.
Μπροστά στο ναό ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΜΑΣΤΕ. Μπροστά στο ιερό ΓΟΝΑΤΙΖΟΥΜΕ.
Τελικά: ο άνδρας είναι τοποθετημένος εκεί που τελειώνει η γη. Η γυναίκα εκεί που αρχίζει ο ουρανός.
Ευλογημένη ας είναι η αγάπη. Ευλογημένα Τα όντα που ΛΑΤΡΕΥΟΝΤΑΙ
ΒΙΚΤΩΡ ΟΥΓΚΩ -
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Παρ Ιαν 25, 2013 1:37 pm
από Κώστας
το μπιτόνι
Στράγγιξε και το τελευταίο μπιτόνι πετρέλαιο στη δεξαμενή. Ήσυχος τώρα, κατέβηκε τη κοχλιωτή μαρμάρινη σκάλα για να πάει για ύπνο. Ήξερε πως με το καύσιμο αυτό, το φανάρι θα έμενε αναμμένο για τρεις μέρες ακόμη, να στριφογυρίζει ακούραστα, καθοδηγώντας τα πλοία. Μετά θαρχόταν το φαρόπλοιο να του φέρει καινούργιο και μαζί νέες προμήθειες. Ο φετινός χειμώνας ήταν από τους δυσκολότερους πού ΄χε συναντήσει εδώ και 30 χρόνια τώρα. Κατέβηκε στο μικρό του καμαράκι. Στο κέντρο της διπλανής σάλας, μια αναμμένη σόμπα πετρελαίου, αποτελούσε τη μοναδική πηγή θερμότητας για τον πέτρινο φάρο. Το σιδερένιο κρεβάτι, στρωμένο με δυο μπλε μάλλινες κουβέρτες του πολεμικού ναυτικού θα τον φιλοξενούσε χαρίζοντας του θαλπωρή και για τη σημερινή παγωμένη νύχτα. Προτού ξαπλώσει, πρόσθεσε λίγο πετρέλαιο στη σόμπα, για να την κρατήσει αναμμένη όλη τη νύχτα, αφήνοντας λίγο περίσσευμα, απ΄ το πολύτιμο υγρό στο πλαστικό μπιτόνι.
Ο κυρ Ανδρέας, είχε διοριστεί φύλακας σ΄ αυτό το φάρο πριν από 30 χρόνια. Μακριά απ΄τον κόσμο, είχε μοναδική καθημερινή συντροφιά, τα κρωξίματα των γλάρων, τον παφλασμό των κυμάτων, το σφύριγμα του αέρα και τον καπνό από τα φουγάρα των πλοίων που περνούσαν στ΄ ανοιχτά. Καθήκον του ήταν να συντηρεί και να κρατά αναμμένο το φανάρι. Μια – δυο φορές το χρόνο, κατέβαινε με άδεια στην πόλη. Μια φορά το μήνα, το φαρόπλοιο του πολεμικού ναυτικού, του έφερνε προμήθειες και πετρέλαιο για το φανάρι. Αυτές ήταν και οι μοναδικές του επαφές μ΄ ανθρώπους, που τον έκαναν να μην έχει ξεχάσει να μιλά. Οικογένεια δεν είχε. Γι΄ αυτόν γυναίκα και παιδί ήταν το φανάρι.
Ο φάρος ήταν πετρόκτιστος 8 μέτρα ψηλός. Στο κάτω μέρος του υπήρχαν ένα μικρό καμαράκι, μια κουζίνα και ένας χώρος που χρησίμευε για να κυλά ο περίσσιος χρόνος της ημέρας. Το καμαράκι σπαρτιάτικο! Ένα σιδερένιο κρεβάτι του ναυτικού και δίπλα του ένα κομοδίνο, μια ιματιοθήκη που φυλούσε την πολύτιμη περιουσία του κυρ Ανδρέα και μια πολύχρωμη κουρελού στρωμένη στο πάτωμα. Η κουζίνα λιτή με μια γκαζιέρα και ράφια στους τοίχους που φιλοξενούσαν τα σκεύη. Σ΄ ένα μεγάλο ταβανόπροκο κρεμόταν ο σύνδεσμος του κυρ Ανδρέα με τον έξω κόσμο. Μια καφέ δερμάτινη θήκη που αγκάλιαζε ένα ραδιοφωνάκι μπαταρίας. Στο διπλανό χώρο, ένα ξύλινο τετράγωνο τραπέζι στρωμένο με πλαστικό λουλουδάτο τραπεζομάντιλο και δυο ψάθινες καρέκλες, αποτελούσαν την τραπεζαρία. Από το χώρο αυτό ξεκινούσε η χωρίς κάγκελα κοχλιωτή μαρμάρινη σκάλα που ανέβαινε στο φανάρι. Ρεύμα δεν υπήρχε. Ήταν πολύ δύσκολο να φτάσει ως εκεί.
Το μέρος που λάτρευε ο κυρ Ανδρέας περισσότερο, ήταν το δώμα του φαναριού. Ψηλά στην κορφή του φάρου. Σωστό βιγλατώριο. Εκεί περνούσε πολλές ώρες της μέρας, ατενίζοντας το πέλαγος και τα ποντοπόρα πλοία που περνούσαν στ΄ ανοιχτά, συντροφιά μ΄ ένα ζευγάρι κιάλια. Κάθε έξι ώρες, έπρεπε να κουρδίζει το φανάρι, τραβώντας προς τα κάτω το βαρίδι που έδινε ζωή στο περιστροφικό του μηχανισμό. Οι περισσότεροι από τους σημερινούς φάρους δούλευαν πλέον με ρεύμα. Ο δικός του, παρέμενε να λειτουργεί με πετρέλαιο. Το καύσιμο, μούσκευε ένα παχύ φυτίλι, η φλόγα του οποίου με τη βοήθεια του χονδρού γυαλιού που το περιέβαλε και ενός περιστρεφόμενου κατόπτρου, χάριζε τη σωτήρια αναλαμπή στα περιδιαβαίνοντα πλοία. Η υπόλοιπη μέρα του κυρ Ανδρέα, όποτε δεν βρισκόταν στο βιγλατώριο του, κυλούσε με το ψάρεμα.
Στο μοναδικό απάγκιο σημείο, ανάμεσα στα κοφτερά γκρίζα βράχια, υπήρχε ένας μικρός τσιμεντένιος μόλος. Εκεί τον περίμενε δεμένη μια μικρή ξύλινη βάρκα, πάντα πρόθυμη για ψάρεμα. Όποτε η θάλασσα αποφάσιζε να του κάνει το τραπέζι, το γεύμα ήταν εκλεκτό, κατατροπώνοντας την γευστική μονοτονία της κονσέρβας. Τη μέρα εκείνη, είχε μουντό ουρανό. Ο βοριάς είχε αρχίσει να παρακάνει αισθητή τη παρουσία του. Μέχρι το μεσημέρι, σκέφτηκε ο κυρ Ανδρέας, θάχει βγάλει δεκάρι και σήμερα είναι κι΄ η μέρα της τροφοδοσίας. Με το μυαλό του στο φαρόπλοιο κι΄ όσο ακόμη ο βοριάς του χαριζόταν, ο κυρ Ανδρέας, έλυσε το μικρό βαρκάκι και ανοίχτηκε για να ψαρέψει.
Ίσα που πρόλαβε να δέσει στο μόλο. Ο βοριάς, αποφάσισε ξαφνικά να θεριέψει, στολίζοντας τη θάλασσα με κατάλευκες δαντέλες. Ανηφορίζοντας προς το φάρο, ξέσπασε δυνατή μπόρα. Ο ουρανός σκιζόταν από τις αστραπές. Κάθε φορά που δυο σύννεφα συναντιόταν, ηχηροί κεραυνοί έκαναν τα τύμπανα οποιασδήποτε συμφωνικής ορχήστρας να σιγούν ντροπιασμένα. Το κύμα σφυροκοπούσε τα βράχια σμιλεύοντάς τα. Χαλασμός Κυρίου. Είχε ζήσει καταιγίδες και καταιγίδες, μα σαν και τούτη, πρώτη φορά του λάχαινε. Μουσκεμένος μέχρι το κόκαλο, έφτασε στο φάρο. Άλλαξε τα ρούχα του με στεγνά και αφέθηκε για ώρα στη θαλπωρή της σόμπας. Όταν η πείνα άρχισε να τον προειδοποιεί, σηκώθηκε, κι΄ άνοιξε το ντουλάπι με τα τρόφιμα. Μέσα του, μέτρησε τρεις κονσέρβες που του ΄χαν απομείνει. Έπιασε αυτή με τα φασόλια. Έβγαλε τα μισά, τα έβαλε να ζεσταθούν στη σόμπα και φύλαξε τα υπόλοιπα. Ανεφοδιασμός, αν δεν καταλάγιαζε η αντάρα, δεν επρόκειτο να ΄ρθεί. Τράβηξε την καρέκλα του κοντύτερα στη σόμπα. Από το τζαμάκι της, παρατήρησε πως η φλόγα είχε αρχίσει να τρεμοπαίζει. Έριξε μια γρήγορη αγωνιώδη ματιά στη γωνία και χαλάρωσε στη θέα του μισογεμάτου μπιτονιού. Το δωμάτιο είχε αρχίσει να του φαίνεται σαν ψυγείο και η σόμπα, ήταν η μοναδική του ελπίδα για επιβίωση.
Μόλις απόσωσε το φαγητό του, ανέβηκε την μαρμάρινη σκάλα προς το δώμα που βρισκόταν το φανάρι. Άνοιξε να ελέγξει τη δεξαμενή του πετρελαίου και είδε πως το υγρό σωνόταν. Πατώντας γερά στα πόδια του και βάζοντας περίσσια δύναμη στο χέρι, έκανε να σηκώσει το μπιτόνι που βρισκόταν αφημένο δίπλα. Αιφνιδιασμένος από τη μηδαμινή του αντίσταση, βρέθηκε ανάσκελα σωριασμένος στο πάτωμα κρατώντας σφιχτά από τη λαβή του το άδειο δοχείο. Τότε θυμήθηκε, πως είχε βάλει το τελευταίο πετρέλαιο πριν τρεις μέρες. Πανικοβλήθηκε! Ο φάρος δεν είχε σβήσει ποτέ τριάντα χρόνια τώρα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, κατέβηκε δυο - δυο τα σκαλιά. Βούτηξε αγχωμένα από τη γωνία της κάμαρας το μισογεμάτο μπιτόνι και ξανανέβηκε τρέχοντας τη σκάλα.
Το άλλο πρωί, το σφύριγμα του φαρόπλοιου έκανε προσωρινά τα γλαροπούλια να σιγήσουν. Ένα άγημα από 6 ναύτες με αρχηγό έναν αρχικελευστή, καθέλκυσαν μια μεγάλη πλαστική λέμβο στη κοιμισμένη θάλασσα, γεμάτη με προμήθειες. Κωπηλατώντας, έφτασαν στον μικρό τσιμεντένιο μόλο. Αποβιβάστηκαν και μεταφέροντας στα χέρια τους τις προμήθειες, άρχισαν ν΄ ανηφορίζουν για το φάρο.
Ο αρχικελευστής άνοιξε την πόρτα και φώναξε το όνομα του κυρ Ανδρέα. Απάντηση δεν πήρε. Ανήσυχος κατευθύνθηκε προς την τραπεζαρία. Βρήκε τη σόμπα σβησμένη και δίπλα της αφημένο ένα άδειο πλαστικό μπιτόνι. Προχώρησε στο καμαράκι και αντίκρισε τον κυρ Ανδρέα στο κρεβάτι, κουκουλωμένο μέχρι τ΄ αυτιά κάτω από δύο μάλλινες κουβέρτες. Φανερά ταραγμένος, πλησίασε και ακούμπησε το χέρι του στο πρόσωπό του κοιμισμένου άνδρα. Ήταν παγωμένο! Ίσα που ένιωσε την ασθενική του ανάσα. Είχε πάθει υποθερμία! Διέταξε αμέσως δυο ναύτες να πάνε γρήγορα πίσω στο πλοίο και να φέρουν κουβέρτες. Αυτό που δεν μπορούσε με τίποτα να χωρέσει στο μυαλό του αρχικελευστή, ήταν, πως ο κυρ Ανδρέας είχε παγώσει ενώ τα χέρια του μύριζαν πετρέλαιο!...
zifl*
* ψευδώνυμο που μου απέδιδαν οι συμμαθητές μου στο λύκειο που φοιτούσα λόγω του παράξενου και ομολογουμένως ουδόλως εύηχου επώνυμού μου.
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Παρ Ιαν 25, 2013 2:16 pm
από sofia13
Ζifl ή όπως , τι σημασία έχει;
Θάλασσες , θαλασσορδαμένες αγάπες , νερένιες θάλασσες, έμεινα και καθηλώθηκα με το
γραφτό σου....

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Παρ Ιαν 25, 2013 4:06 pm
από κατερινα 55
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Παρ Ιαν 25, 2013 6:57 pm
από panos59
έχεις πολύ δυνατή πένα φίλε!
σου αξίζουν συγχαρητήρια!

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Παρ Ιαν 25, 2013 9:58 pm
από ΑΝΝΑ59
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Σάβ Ιαν 26, 2013 9:48 am
από eleni POL
Κώστα !
Καταπληκτικό !
Τα κατάφερες και μας ταξίδεψες , η μεταφορά σε τόπο και χρόνο στη διήγηση είναι μεγάλο ταλέντο .Με την αυστηρή περιγραφικότητά σου και την ωραία διάταξη του κειμένου ηταν αδύνατο να μη το ζήσουμε . Σχεδόν μυρίζει πετρέλαιο .
βγάλε κι αλλα απ το σεντούκι να τα δημοσιεύσεις .
μη τα κρατάς αυτά κρυμμένα.

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Σάβ Ιαν 26, 2013 3:14 pm
από Κώστας
Ανοίγω το σεντούκι κι΄ ότι γίνει. Έτσι κι΄ αλλιώς δε με πειράζει, το αντίθετο μάλιστα, να τα μοιραστώ μαζί σας!
Ο μικρός Ανδρέας
Η ακτίνα του ήλιου τρύπωσε γλιστρώντας με άνεση, όπως και κάθε μέρα, από τη μικρή σχισμή στα ταλαιπωρημένα κεραμίδια, φωτίζοντας τη σκοτεινή γαλήνη του μικρού Ανδρέα. Ο πατέρας του, του είχε πει πως αν σήμερα ήταν καλός ο καιρός, θ΄ ανέβαινε στη στέγη να τη κλείσει. Είχε έρθει η ώρα να σηκωθεί για το σχολείο. Πέταξε από πάνω του τη φλοκάτη που τον κράτησε ζεστό τη κρύα χειμωνιάτικη νύχτα που πέρασε και με μια αποφασιστική κίνηση σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μικρό τραπεζάκι στην άκρη της κάμαρας. Έπλυνε βιαστικά το πρόσωπο του με το κρύο νερό του λαβομάνου της γιαγιάς. Πάνω στο τραπέζι τον περίμενε ένα μουσκεμένο ξεροκόμματο πασπαλισμένο με λίγη ζάχαρη. Τις Κυριακές είχε και γάλα από τη κατσίκα. Η μάννα του είχε ήδη φύγει πριν ακόμη φέξει, για να προλάβει να φτάσει στο διπλανό μεγαλοχώρι με το ξημέρωμα και να πουλήσει το φρεσκοαρμεγμένο γάλα που κουβαλούσε μέσα στην κρεμασμένη καρδάρα στον ώμο της. Ο πατέρας του είχε φύγει κι΄ αυτός μαζί της, παίρνοντας τα ζώα για βοσκή.
Στο δρόμο για το σχολείο έπιασε νερόχιονο. Από μακριά ακούστηκε ο ήχος του κουδουνιού που καλούσε τα παιδιά στη πρωινή προσευχή προτού μπουν στη τάξη. Άρχισε να τρέχει. Ο δάσκαλος δε χαριζόταν όταν κάποιος καθυστερούσε κι΄ έχανε τη προσευχή. Σκέφτηκε τη βίτσα να κατεβαίνει με ορμή πάνω στα γυμνά παγωμένα του μπούτια και ένας κρύος ιδρώτας τον έλουσε. Μετά, χαλάρωσε στη σκέψη πως η μάνα του, του είχε υποσχεθεί πως τα Χριστούγεννα θα του έραβε ένα μακρύ παντελόνι. Είχε γίνει πια κοτζάμ άντρας…
Πάτερ υμών Ο εν τοις ουρανοίς,
αγιασθήτω τ΄ Όνομά σου,
ελθέτω η βασιλεία σου…
Φώναζε τα λόγια της προσευχής, λες και ήθελε να τον ακούσει ο δάσκαλος, κάνοντας όσο μπορούσε πιο αισθητή τη παρουσία του.
Σήμερα, πρώτα θα έκαναν μάθημα οι «μεγάλοι». Μετά θα ΄χόταν και η σειρά του. Έβγαλε και άνοιξε βιαστικά το βιβλίο του από το μικροσκοπικό του δισάκι και άρχισε να διαβάζει για μια φορά ακόμη την ανάγνωση που τους είχε βάλει την προηγούμενη μέρα ο δάσκαλος. Αν κόμπιαζε την ώρα της εξέτασης τον περίμενε σκληρή τιμωρία. Δυο βιτσιές στις παλάμες και όρθιος κοιτώντας τη γωνία με το ένα πόδι στον αέρα για το υπόλοιπο μάθημα.
Η φωνή του δασκάλου ακούστηκε να φωνάζει επιτακτικά τ΄ όνομά του.
Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει από τη ταχυκαρδία που της προκαλούσε η τεράστια αγωνία του. Το κορμί του έτρεμε σαν το ψάρι έξω απ΄ το νερό. Είχε έρθει η ώρα της εξέτασης. Στη τάξη επικρατούσε νεκρική σιγή. Η φωνή του Ανδρέα ακούστηκε σταθερή να διαβάζει δυνατά και αποφασιστικά το κείμενο από τη γυφτοπούλα του Παπαδιαμάντη.
Η λύτρωση, ήρθε σα δώρο από τον ουρανό, αναπάντεχα, από τον ήχο του κουδουνιού που ανήγγειλε το τέλος του μαθήματος. Τα λιγοστά παιδιά σηκώθηκαν γεμάτα ανυπομονησία από τα θρανία τους. Μαζί τους σηκώθηκε κι΄ ο Ανδρέας. Τακτοποίησε με ευλάβεια και τάξη το βιβλίο του στο μικρό του δισάκι, προσέχοντας να μη το τσαλακώσει. Έπρεπε να βιαστεί να γυρίσει στο σπίτι για να προλάβει να κάνει τις δουλειές του πριν νυχτώσει και να διαβάσει. Για κάποιο λόγο, που ο Ανδρέας δε μπορούσε να καταλάβει, η νύχτα το χειμώνα ερχόταν κάθε μέρα και πιο γρήγορα και δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου σίγουρος, πως θα είχαν περισσέψει χρήματα για φωτιστικό πετρέλαιο στη λάμπα.
Μόλις έφτασε στο σπίτι, έβγαλε τα ρούχα του σχολείου και τα δίπλωσε τοποθετώντας τα με τάξη πάνω στο κρεβάτι του. Φόρεσε τη μάλλινη φανέλα και το παντελονάκι της δουλειάς. Ο πατέρας του, του είχε πει από χτες, πως σήμερα θα έπρεπε να καθαρίσει το μαντρί προτού γυρίσουν τα ζώα. Η μάνα του δεν είχε φανεί ακόμη. Ο Ανδρέας ήταν σίγουρος πως κάτι θα έφερνε για φαγητό. Η αλήθεια είναι, πως ποτέ δεν τον είχε αφήσει νηστικό. Πάντα τα κατάφερνε και γυρνούσε με τη τσάντα της γεμάτη με κάτι φαγώσιμο. Υποτάσσοντας το στομάχι του που γουργούριζε ασταμάτητα, έπεσε με τα μούτρα να καθαρίσει το μαντρί. Με τη δύση θα γυρνούσαν και τα ζωντανά και έπρεπε να έχει τελειώσει.
Τα κουδούνια των προβάτων ακουστήκαν από μακριά, σημαίνοντας το τέλος της εργασίας του Ανδρέα. Σήμερα γύρισαν νωρίτερα. Μάλλον θα χαλούσε ο καιρός και ο πατέρας του βιαζόταν να τ΄ ασφαλίσει στο μαντρί. Μπήκε στη μικρή κάμαρα, άλλαξε τα ρούχα του, έπλυνε τα χέρια του και κάθισε να διαβάσει το αυριανό του μάθημα με όσο από το φως της μέρας είχε απομείνει. Όπου νάναι θα γυρνούσε και η μάνα του, που σήμερα είχε αργήσει πολύ κι ο Ανδρέας είχε αρχίσει ν΄ ανησυχεί. Όσες λέξεις έχουν μπροστά το άρθρο το, γράφονται στο τέλος με ι, ενώ αυτές που έχουν μπροστά το άρθρο η γράφονται στο τέλος με η. Ο Ανδρέας αποστήθισε τον κανόνα, ξέροντας τι τον περίμενε αν αύριο απαντούσε λάθος στο δάσκαλο.
Το τρίξιμο της πόρτας, φώτισε το πρόσωπο του. Επιτέλους ήρθε η μάνα του. Το χαμόγελό στο πρόσωπό της, φανέρωνε πως σίγουρα δεν είχε έρθει με αδειανά χέρια. Η τσάντα της φούσκωνε ασυνήθιστα κεντρίζοντας τη περιέργεια του. Τον πλησίασε, του χάιδεψε το κεφάλι και του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο. Έπειτα κοιτάζοντάς τον χαμογελαστά, έχωσε το χέρι της στην τσάντα. Η καρδιά του Ανδρέα χτυπούσε δυνατά. Μπροστά στο απρόσμενο θέαμα, ξέχασε με μιας τη πείνα του και χαμογέλασε πονηρά στη σκέψη της βίτσας του δασκάλου.
Η μάνα του, κρατούσε στα χέρια της ένα ολοκαίνουργιο μακρύ παντελόνι!