Σελίδα 44 από 47

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη

ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Τρί Αύγ 11, 2015 5:10 pm
από Κωνσταντίνα
μεταξωτοί άνθρωποι
Το είχε πει σε μια συνέντευξή του ο αείμνηστος Νίκος Καρούζος: «Μεταξωτοί άνθρωποι». Μιλούσε για κάποιους χωρικούς που είχε συναντήσει στη Λέσβο. Αγράμματοι ήταν, αλλά σοφοί. Και, προπάντων, τρυφεροί με τους άλλους. Απαλοί, χωρίς γωνίες που κόβουν, χωρίς καχυποψία, δίχως έπαρση και επιθετική ειρωνεία που πληγώνει. Μεταξωτοί άνθρωποι;
Μου ‘μεινε αυτός ο χαρακτηρισμός. Χαράχτηκε μέσα μου. Κι από τότε ένα νέο κριτήριο λειτουργεί στις αξιολογήσεις μου για τους ανθρώπους: η συμπεριφορά και η στάση τους σε «ασήμαντα» πεδία της καθημερινότητας. Αυτά που συνήθως τα προσπερνάμε ή δεν τα παρατηρούμε, γιατί δεν μας απασχόλησαν ποτέ οι εκφάνσεις της «μεταξωτής συμπεριφοράς».
Βέβαια οι άνθρωποι δεν συγκροτούν ως χαρακτήρες ένα συμπαγές όλον, αλλά ένα αντιφατικό σύνθεμα, στο οποίο συνυπάρχουν «μεταξωτά» στοιχεία και ακάνθινες απολήξεις. Γι’ αυτό και είναι κάπως παρακινδυνευμένα τα άμεσα και οριστικά συμπεράσματα για το «είναι» των ανθρώπων.
Παρ’ όλα αυτά, προσωπικά, διακινδυνεύω την εξαγωγή συμπερασμάτων παρατηρώντας μικρές «ασήμαντες» κινήσεις στις παρέες, στον εργασιακό χώρο και στο «δάσος» του καθε μέρα, όταν συγχρωτίζομαι με αγνώστους. Και συνήθως δεν πέφτω έξω. Διότι τα γνωρίσματα αυτά αποκαλύπτουν πειστικά τον εσωτερικό κόσμο του άλλου. Τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό…
Φερ’ ειπείν, «σκλαβώνομαι» από εκείνους που δεν ορμάνε να πιάσουν την καλύτερη θέση στο τραπέζι μιας ταβέρνας. Θεωρώ την κίνηση αυτή απότοκο καταγωγικής ευγένειας και γενναιοδωρίας, η οποία αδιαφορεί για το ιδιωφελές και συμφέρον. Αντίθετα, οι άνθρωποι που σπεύδουν φουριόζοι για μια καλή θέση καταχωρίζονται μέσα μου σαν αρπακτικά. Και -το ‘χω παρατηρήσει- έτσι συμπεριφέρονται, σαν αρπακτικά, και σε άλλα ζωτικά και κρίσιμα πεδία… Κάποτε βρέθηκα σ’ ένα τραπέζι, στο οποίο κυριαρχούσαν οι «επώνυμοι». Απέναντί μου καθόταν ένας πολύ γνωστός καλλιτέχνης, μεγάλο όνομα, ο οποίος ούτε φλυαρούσε ούτε ακκιζόταν όπως κάποιοι άλλοι στη συντροφιά. Όταν άρχισαν να καταφθάνουν τα πρώτα κοινά πιάτα, ήταν ο μόνος που δεν επέπεσε για να εξασφαλίσει τη μερίδα του, αλλά ρωτούσε τους διπλανούς του και μοίραζε πρώτα στους άλλους και μετά, ό,τι έμενε, κρατούσε για τον εαυτό του. «Μεταξωτός άνθρωπος», σκέφτηκα…
Η μεταξωτή συμπεριφορά δεν παραπέμπει απαραιτήτως -ή κυρίως- στο σαβουάρ βιβρ και στους «καλούς τρόπους» εν γένει. Τέμνεται σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά δεν αποτελεί αποτύπωμα διδαχθείσης μεθόδου για το φέρεσθαι.
Εδώ, το «μετάξι» είναι αυτοφυές ή προϊόν δουλεμένου χαρακτήρα. Είναι ο τρόπος που ο άλλος βλέπει τους συνανθρώπους του. Είναι η θέαση του κόσμου χωρίς τα εγωιστικά γυαλιά του προσωπικού ωφελιμισμού. Είναι, ευρύτερα, η υποταγή του ατομικού συμφέροντος στη συλλογικότητα, χωρίς βέβαια η «μεταξωτή συμπεριφορά» να φτάνει σε σημείο υπονόμευσης προσωπικών δικαιωμάτων και δικαίων. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αδικεί τον εαυτό του… Όμως, προσέξτε μια λεπτή απόχρωση: ποτέ ένας «μεταξωτός άνθρωπος» δεν νιώθει κορόιδο, όταν άλλοι τον προσπερνούν -στη σειρά μιας καντίνας ή στην ιεραρχία- χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα και μεθόδους.
Το «άφες αυτοίς» είναι ριζωμένο μέσα του. Αποτελεί μέρος του αξιακού του κώδικα. Ξέρει τι γίνεται στην «αγορά». Αλλά συνειδητά δεν συμμετέχει στο εξοντωτικό αυτό παιχνίδι. Απέχει χωρίς να κλαυθμηρίζει.
Γιατί, εκτός από μετάξι, τέτοιοι άνθρωποι διαθέτουν και ένα σκληρό κοίτασμα, που τους επιτρέπει να είναι ταυτόχρονα στωικοί και γρανιτένιοι.
Ένας από αυτούς έγινε φίλος μου – και το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή ότι θα συμβεί αυτό. Πρώτη μέρα στη μονάδα γύρισε από τη σκοπιά και μπήκε στη σειρά για φαγητό. Ήταν τρίτος από το τέλος. Τότε ακούστηκε ο μάγειρας να λέει ότι έμειναν μονάχα δύο μερίδες. Ο Κωστής πλησίαζε, ήταν ένας από τους δύο τυχερούς. Αλλά μόλις άκουσε τον μάγειρα, έφυγε αθόρυβα παραχωρώντας τη θέση του στον επόμενο. Έτσι. Αθόρυβα, αυτοθυσιαστικά, γενναιόδωρα, χωρίς να το κάνει θέμα…
Οι «μεταξωτοί άνθρωποι», λοιπόν. Που μιλούν ελάχιστα για τον εαυτό τους. Που χαίρονται με τις επιτυχίες των άλλων. Που δεν σπεύδουν χαιρέκακα να «κάνουν πλάκα», δήθεν χαριεντιζόμενοι, με εξωτερικά γνωρίσματα που πονάνε τους άλλους… Εκείνοι, που δεν σπερμολογούν διακινώντας φήμες. Εκείνοι που υπερασπίζονται σθεναρά κάποιον απόντα όταν λοιδορείται σε μια παρέα, χωρίς να είναι φίλος τους, αλλά επειδή νιώθουν ότι αδικείται…
Οι μεταξωτοί άνθρωποι. Όσοι προσέχουν τι λες, και δεν είναι ωσεί παρόντες στην κουβέντα, με το μυαλό τους στο τι θα πουν οι ίδιοι για να εντυπωσιάσουν. Άνθρωποι με ανοιχτούς πόρους και πλατιά καρδιά… Υπεράνθρωποι; Όχι. Απλώς, μεταξωτοί… Φαίνονται από μακριά. Αρκεί να προσέξεις «μικρές», «ασήμαντες» κινήσεις στο φέρεσθαι των ανθρώπων…

Του Γιάννη Τριάντη, πρωτοδημοσιεύθηκε στα Επίκαιρα.


Read more: http://enallaktikidrasi.com/2015/01/met ... z3iW0mxqae

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη

ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Τρί Αύγ 11, 2015 10:38 pm
από sofia13
:smile-clapping: :smile-clapping: :smile-clapping:

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη

ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Τετ Αύγ 12, 2015 6:20 am
από panos59
:handgestures-salute:

:smile-clapping: :smile-clapping: :smile-clapping:

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη

ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Κυρ Αύγ 16, 2015 3:27 pm
από Κωνσταντίνα
οι άνθρωποι που μας ενδιαφέρουν
Εικόνα
Γράφει ο Παναής Παλιάτσος
«Όποια και αν είναι η ερώτηση, η απάντηση είναι ο άνθρωπος» (Αντρέ Μπρετόν)
Μας ενδιαφέρουν οι άνθρωποι που έφτασαν αβίαστα σε μια προσωπική τους αλήθεια που δεν αποτελεί μέρος της πραγματείας τους για να την διαλαλούν παρά σαν μια ακαθόριστη ευλογία κυκλώνει το κεφάλι γύρω τους.
Μας ενδιαφέρουν αυτοί που αγόγγυστα υπομένουν αυτό που δεν μπορούν να αλλάξουν και συνεχίζουν να μειδιούν ακόμα και αν το διαβρωτικό μαχαίρι της μοίρας διαπερνάει τη σάρκα τους και φτάνει μέχρι τις πιο ανέγγιχτες αρτηρίες τους.
Όλοι αυτοί που κάνουν λάθη που τους φέρνουν κοντά σε κάποιες σχετικές αλήθειες και αλήθειες που τους ξαναφέρνουν πίσω στα ίδια λάθη. Αυτοί που η δράση τους τροφοδοτείται όχι από την εγκυρότητα των διαπιστώσεών τους αλλά από το ένστικτο που κοχλάζει μέσα τους, εφορμά από τα σωθικά τους και ενεργεί παντού.
Αυτοί οι παραξεγημένοι εξεγερμένοι που δεν βολεύονται στα κουστούμια που τους ράβουν, κινδυνεύουν να χαθούν γυρεύοντας το γαλάζιο ρόδο, χαμογελώντας σαρκαστικά στον παραλογισμό που τους κυκλώνει, σηκώνοντας μπαϊράκι απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό που τους διαφεντεύει.
Αυτοί που υπάρχει πολύς βοριάς μέσα τους και δεν τους επιτρέπει να ενταχθούν, που ‘μάθαν να τραβούν μπροστά με όρτσα τον καιρό φορώντας το βαρύ παλτό της μοναξιάς εμπρός στον εκτυφλωτικό ήλιο. Μας ενδιαφέρουν όλοι αυτοί οι υπέροχοι ηττημένοι, που δεν νικήθηκαν ποτέ, δεν συνθηκολόγησαν ποτέ, μήτε γύρεψαν να ζεσταθούν από την παγωνιά με το χιλιομπαλωμένο παλτό.
Είναι οι ίδιοι που έσκαψαν το ξερό χώμα και τοποθέτησαν με ευλάβεια τον εαυτό τους μέσα, του φίλησαν το προσκεφάλι και ξεκίνησαν πάλι τον ανηφορικό τους δρόμο, κουβαλώντας με υπομονή τον νεκρό στη πλάτη τους για να τον θάψουν ξανά στον επόμενο λόφο.
Όλοι αυτοί που αρνούνται να κρατούν στα χέρια τους τεφτέρι και να υπολογίζουν τα υπέρ και και τα κατά, μοναχά βουτούν με εμπιστοσύνη στο άγνωστο για να συναντήσουν τους κύκλωπες και τους λαιστυγόνες, και να τους εξομολογηθούν τα καμώματά τους.
Κυρίως αυτοί που φουσκώνουν τα στήθια τους από λαχτάρα αυτοί που θυσιάζονται όταν αγαπούν, που καίγονται για να σωθούν, που έχουν ράψει μια παιδική προσευχή στο μεσοφώρι τους και τη μονολογούν κρυφά τα βράδια.
Και άλλοι πολλοί μας ενδιαφέρουν που δεν είναι ούτε αισιόδοξοι, ούτε απαισίοδοξοι, θεοσεβούμενοι ή αγνωστικιστές, δεξιοί ή αριστεροί αλλά φωτεινά περιέργοι, που δεν καταλήγουν σε συμπεράσματα, πάρα περιφέρονται ανάλαφρα ανάμεσα στα στρατόπεδα των εμπειρογνωμόνων.
Είναι οι ίδιοι που φλέγονται ολάκεροι στο τώρα, πιστεύοντας ό,τι τους πουν, γουρλώνοντας τα μάτια τους εκεί που οι άλλοι χασμουριώνται. Μας γοητεύουν οι ανεξιχνίαστοι, αυτοί που αντανακλούν τις βαθειές αντιθέσεις που τους κυβερνούν, που ανοίγουν σαν βεντάλια φανερώνοντας τις αντιφατικές τους αποχρώσεις, που δεν υποκύπτουν στην άμεση κατηγοριοποίηση προς τέρψιν των απανταχού γραφειοκρατών.
Αυτοί που αποφεύγουν να παραστούν στα αποστειρώμενα σαλόνια της συναινετικής πραγματικότητας αλλά στεκόνται πιο πέρα στις γειτονιές που η φαντασία σμίγει ηδονιστικά με τη γήινη περασιά. Μας ενδιαφέρουν πάνω από όλα αυτοί που χαμογελούν και συνεχίζουν να αυτοσαρκάζονται βγάζοντας τη γλώσσα στις ανέραστες νευρώσεις ενός εγωκεντρικού πολιτισμού.
Μας συγκινούν οι αγωνιστές που δεν αποζητούν νίκες ούτε και δυσανεσχετούν με τα σάπια μήλα που κουβαλούν στο καλάθι τους, μοναχά αρματώνονται καθέ φορά με υπομονή και χώρις αλλαλαγμούς εισέρχονται επιμελώς στα χαρακώματα.
Μας ενδιαφέρουν oι διαφορετικοί, αυτοί που λένε όχι στην πληκτική ομοιομορφία και επιμένουν να κοιτούν τον κόσμο μέσα από τα παρατηρητήρια του εσωτερικού τους ουρανού, ανυψώνοντας την πραγματικότητα στο επίπεδο της προσωπικής τους αφήγησης.
Δεν μας ενδιαφέρουν οι ήρωες ή οι ταγοί, αυτοί που γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουμε για να σωθούμε, αυτοί που προσφέρουν έτοιμες συνταγές ωσάν η ζωή να ήταν εγχειρίδιο για σωστή χρήση. Λυπόμαστε για αυτούς που αντικατέστησαν το παιχνίδι με τη σοβαρότητα, που βασίζονται στην εγκυρότητα των διαπιστώσεών τους, που κυκλοφορούν κατάκοποι από μέρος σε μέρος από τα διπλώματα κατάρτισης που κουβαλούν στην πλάτη τους.
Αντιθέτως μας μαγνητίζουν αυτοί που φλερτάρουν αδιάκοπα με τον κόσμο, αυτοί που την ύπαρξή τους δονεί ο έρωτας για τη ζωή, που μάθαν από νωρίς να κρατούν το μαγικό ραβδί που μεταμορφώνει το καθημερινό σε ποιήση, το τετριμμένο σε γιορτή.
Είναι οι ίδιοι που δεν έμαθαν ποτέ να διασκεδάζουν αλλά μοναχά να γιορτάζουν, χορεύοντας εκείνο τον άχαρο τους χόρο, τραγουδώντας εκείνο το λυπητέρο τους τραγούδι. Πλήττουμε από τους άτεγκτους, από τους αλάνθαστους, αυτούς που δίνουν συμβουλές και βρίσκουμε σαγήνη στους αμαρτωλούς, αυτούς που καταδύθηκαν στη κόλαση και γυρίσαν πίσω με ένα φωτοστέφανο στο κεφάλι τους.
Δεν μας ενδιαφέρουν οι τυπικοί και εργασιομανείς, αυτοί που περάσαν σχοινί στα πόδια της χρυσόμυγας παρά αυτοί που γλιστράνε με χάρη μέσα στο μπέρδεμα και το λάθος, που σφυρίζουν αδιάφορα περνώντας μπροστά από τα φιλόδοξα στέκια, που μάθαν από νωρίς ευτυχώς ότι η ζωή είναι μια άπιαστη μελωδία που αδέξια προσπάθουμε να σκαρώσουμε τoν ρυθμό της.
Μας στεναχωρούν αυτοί που δεν κοιτούν τον άλλο στα μάτια, που μιλούν όταν δεν έχουν κάτι να πουν, που κάθονται δίπλα σε κάποιον μόνο και μόνο για να κερδίσουν κάτι, όλοι αυτοί που φεύγοντας πάντα παίρνουν κάτι μαζί τους.
Αντίθετα μας γιατρεύουν την ψυχή αυτοί που πάντα κάτι αφήνουν, που γεμίζουν όσο αφαιρούν, που σιωπούν όσο μεγαλώνουν που χωρίς προσπάθεια η ιστορία τους έρχεται και σμίγει με τη δική μας.
Μας ενδιαφέρουν οι μετανάστες, αυτοί οι αρχέγονοι ταξιδευτές που μέσα από την οδύσσεια τους, μας φιλεύουν με ευγένεια ένα κουρελιασμένο σημειώμα που γράψαμε και εμείς όταν ήμασταν παιδιά: βοήθησέ με να ονειρευτώ έναν καλύτερο κόσμο.
Βρίσκουμε αφοπλιστικούς εκείνους τους ταξιδευτές που δεν έφυγαν ποτέ από το χωριό τους, εκείνους τους ονειροπόλους που δεν βεβήλωσαν το όνειρο με την κατάκτησή του, μοναχά αρκέστηκαν στην εμπειρία της φανέρωσής του.
Και πάνω απ’ όλα τους άγνωστους ποιητές της ζωής που σκαλίζουν το ξημέρωμα στον τοίχο του φωτεινού τους κελλιού την ιστορία του εναγκαλισμού της ομορφιάς με την οδύνη για να τη σβήσουν το βράδυ και να ξαναρχίσουν από την αρχή το επόμενο πρωινό.
Μας συναρπάζουν αυτοί που πιάνουν την εξουσία στον ύπνο, τη ντύνουν με χαϊμαλιά και κρόσσια, της φοράνε κουδούνια και τις περνάνε τενεκέδες στο επιδέξιο της φράκο, ξεμπροστιάζοντας τη σοβαροφάνειά της, χλευάζοντας τη δύναμή της.
Μας ενδιαφέρουν αυτοί που βάζουν πινέζες στην καρέκλα του καθηγητή, που σκαρφαλώνουν πάνω στα δέντρα, που δίνουν σβουριχτά φιλιά, που γελούν με τον εαυτό τους μες στη μέση του δρόμου, που μιλούν για τα παιδικά τους χρόνια, που κλέβουν μούσμουλα από το δέντρο του γείτονα, που τους μεθάει η μυρωδιά του χώματος στα πρωτοβρόχια.
Που ανοίγουν τα χέρια για να αγκαλιάσουν το φεγγάρι, που ξαπλώνουν στη γη και κοιτούν τα αστέρια, που τρυγυρνούν ξυπόλητοι και κρύβουν σημειώματα κάτω από τις πέτρες, που σταματούν τους περαστικούς και τους φιλεύουν μεγάλα κόκκινα μήλα, που ξεκινούν τη μέρα τους με ένα δισάκι γεμάτο ποιήματα!
Mας εμπνέουν οι δονκιχωτικές ψυχές που όταν η αδικία τους κυκλώνει φτιάχνουν μια σφεντόνα τσάτρα πάτρα και σπεύδουν στου αδύναμου τα νώτα, και όταν η ψυχή τους πλαντάζει εμπρός στου κόσμου την ασχήμια σελώνουν ξανά τον καχεκτικό τους Ροθινάντε εφορμώντας στα πεδία των μαχών.
www.caravanproject.org


Read more: http://enallaktikidrasi.com/2015/03/oi- ... z3iyqOOVEg

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη

ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Κυρ Αύγ 16, 2015 7:14 pm
από Μιμικαμ
Kωνσταντίνα μου ευγε ... :smile-clapping: και για το προηγούμενο :smile-clapping: :smile-flower: :smile-flower:

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη

ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Κυρ Αύγ 30, 2015 3:09 pm
από Κωνσταντίνα
Η Μαμά πέθανε…
Εικόνα
Είχα μόλις γυρίσει σπίτι. Είχα μόλις θάψει τη μάνα μου. Είχα κλάψει πολύ. Μετά βγήκα να διασκεδάσω. Δεν είχα πει τίποτα σε κανέναν. Γύρισα στο σπίτι λίγο πριν το επόμενο μεσημέρι. Έπρεπε να ορίσω τον εαυτό μου σε σχέση με τη ζωή. Η μάνα μου ήταν το σημείο αναφοράς, έστω και εάν δεν την είχα σκεφτεί ποτέ σαν κάτι τέτοιο. Ήμασταν σαν τη Γη και το φεγγάρι. Σχέση απόστασης, εξάρτησης, μαγνητισμού και αμοιβαίας καταστροφής, αποστροφής. Ό,τι έκανα ήταν ως κάποιο βαθμό, με έναν αδιόρατο τρόπο, συναρτώμενο με εκείνη.

«Πέθανε η μαμά», επανέλαβα δακρύζοντας. Διπλώθηκα στο κρεβάτι της σαν βρέφος. Επαναλάμβανα τη λέξη συλλαβιστά και ασταμάτητα: «ΜΑ-ΜΑ, ΜΑ-ΜΑ, ΜΑ-ΜΑ!» Στον ήχο αυτής της λέξης εκείνη εμφανιζόταν πάντοτε σαν το τζίνι, έτοιμη να ικανοποιήσει κάθε παραλογισμό μου. «Μα ήταν τόσο αδύναμη! Πως μπορούσε και έκανε ότι της ζητούσα; Γιατί έπρεπε να ζητώ από εκείνη;» αναρωτιόμουν ενοχικά.

Το βλέμμα μου έπεσε στις ντουλάπες της. Φαντάστηκα το περιεχόμενο τους. Στην τέρμα αριστερά έβαζε μικροπράγματα. Την άνοιξα με την φαντασία μου και είδα το κουτί με τα ραφτικά, με το οποίο επιδιόρθωνε τα ρούχα μας. Δεν είχα δώσει ποτέ σημασία σε αυτή τη διαδικασία και όμως τώρα που την αναλογιζόμουν μπορούσα να διακρίνω στοιχεία μαγείας. Επισκεύαζε το τίποτα! Ποτέ δεν είχε αποτύχει και όμως ποτέ δεν της είχα πει μπράβο. Μπράβο μου έλεγε μόνο εκείνη. «Πόση φαντασία, πόσο πείσμα», αναρωτήθηκα βλέποντας μέσα από τον καθρέφτη εκείνη, να στέκει στην άκρη του κρεβατιού ράβοντας. Δεν μου έδινε σημασία, έκανε σαν να μην υπάρχω.

Κάτω θα πρέπει να είναι το ατμοσίδερο και κάποια από τα παπούτσια της. Μου άρεσε να κρύβομαι εκεί μέσα. Ίσως επειδή δεν με άφηνε εκείνη. «Μου ανακατεύεις τα πράγματα», μου παραπονιόταν. Δεν σεβόμουν καμιά της επιθυμία ή ανάγκη ιδιωτικότητας. Μπορεί για αυτήν, συγγνώμη, για την μαμά ήθελα να πω, η συγκεκριμένη ντουλάπα να ήταν ένας χώρος ιερός, προσωπικά δικός της. Δεν μου είχε περάσει από το μυαλό σαν ενδεχόμενο. Στην μεσαία ντουλάπα είχε τα ρούχα της. Μέσα σε πλαστικές σακούλες. Παλιομοδίτικα ταγέρ από την εποχή που ήταν νέα. Ποτέ δεν έγινε μοντέρνα σαν την Άννα την Βίσση. Ο χρόνος για εκείνη είχε σταματήσει τη στιγμή που γεννηθήκαμε. Τριάντα χρόνια πριν.

Στην ακριανή είχε τα σεντόνια μας. Δεν μου άρεσαν. Ήταν όλα αγορασμένα από πλανόδιους έμπορους. Ήταν όλα κουρασμένα από μια ζωή τόσο μικροαστική και τόσο απρόσμενα σύντομη. Στο σπίτι μου είχα μόνο ντιζαινάτα σεντόνια, σε μια προσπάθεια να δείξω πως το γούστο μου διαφοροποιήθηκε από αυτό εκείνης. Με ενοχλούσε η επιθυμία της να επιβάλει την αισθητική της πάνω μου. Μέχρι και τα δώδεκά μου, με έντυνε όπως ήθελε αυτή. Σαν τον άντρα που θα ήθελε να έχει.

Στη συνέχεια το βλέμμα μου έπεσε στην ανοιχτή πόρτα, η οποία έβλεπε μέχρι το παιδικό μου δωμάτιο. «Κοιμόταν πάντοτε από αυτή την πλευρά, μάλλον για να μας βλέπει, να μας ελέγχει», ψιθύρισα. Κρατούσε την πόρτα ανοιχτή με ένα δοχείο μεταλλικό νερό για το σιδέρωμα, δεκαετίες τώρα. Ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσε να κοιμάται με την πόρτα κλειστή. Όχι ψέματα, το έκανε κάποιες φορές όταν ήθελε να κοιμηθεί και εγώ είχα δυνατά την τηλεόραση.

Και όταν εμείς φύγαμε για σπουδές στην Αγγλία, το δοχείο για πάντα εκεί, να κρατά ανοιχτή την πόρτα! Όλα εκείνα τα χρόνια μας περίμενε ανυπόμονα λες και θα γυρνούσαμε από βραδινή έξοδο. Όλα εκείνα τα μοναχικά βράδια θα κοιτούσε ακόμα πιο επίμονα. Πόσες φορές δεν θα σηκώθηκε μέσα στο μισοσκόταδο και το κρύο του χειμώνα για να μας σκεπάσει και αντιλαμβανόμενη πως λείπουμε θα έβαλε τα κλάματα; Ίσως τότε να έμενε ξύπνια μέχρι το ξημέρωμα περιμένοντας μια «λογική» ώρα για να μας τηλεφωνήσει. Εμείς ή μάλλον εγώ, διαμαρτυρόμουν για το ακατάλληλο της ώρας, της μιλούσα κουρασμένα και ανόρεχτα.

«Τι ώρα είναι αυτή που παίρνεις, είστε 2 ώρες μπροστά!» Το έκλεινε χωρίς να πει λέξη. Μας αγαπούσε με πάθος. Όπως όλες οι μαμάδες άλλωστε. Η δικιά μου όμως δεν είχε ζωή εκτός από εμάς. Μας αγαπούσε γιατί δεν είχε τι άλλο να κάνει. Ήταν μια διαρκής απαγόρευση. Ποτέ δεν καθίσαμε στο σαλόνι. Το φύλαγε «καινούριο» για τους γάμους μας, που ήλπιζε να είναι πιο τυχερότεροι από τον δικό της. Πάντα γκρίνιαζε για να κλείσουμε τον θερμοσίφωνα, να μην τρέχουμε στο μπαλκόνι, να μην βάζουμε τα πόδια στον καναπέ, να μην παίζουμε μαξιλαροπόλεμο, μπουγέλο …

Ήμασταν όλη της η ζωή και τώρα που δεν υπάρχει, τι είμαστε; Όλος της ο θάνατος; Υπήρχαν φορές που ντρεπόμουν για αυτή. Δεν ήταν όσο μορφωμένη μου άξιζε, όσο νέα έπρεπε, όσο όμορφη ήθελα. Δεν ξέρω εάν το καταλάβαινε. Την σκέφτηκα σαν γυναίκα. Ποτέ δεν μπόρεσα να αντιληφθώ πως ήταν τέτοια. Ήταν η μαμά μου. Για κάποιους όμως υπήρξε γυναίκα.

Την σκέφτηκα σαν φίλη κάποιων ανθρώπων, σαν συγγενή άλλων. Θα λείψει και σε αυτούς άραγε; Μάλλον όχι, δεν ήταν ιδιαίτερα γοητευτικός άνθρωπος. Ήταν απλή…ήταν σαν όλους. Τρεις μέρες μετά. Περιφερόμουν τώρα στους χώρους του σπιτιού μας και περισυνέλεγα μνήμες, εστίαζα στις πιο αδιόρατες λεπτομέρειες ότι δεν είχα εντοπίσει ως τότε. Είδα μουτζούρες στις γωνίες των τοίχων από τα λάστιχα των ποδηλάτων, ξεφτισμένες κλωστές στις μοκέτες από το κυνηγητό, γρατσουνισμένα πλακάκια από την μπάλα μέσα στο σπίτι, όσο έλειπε.

Σε αυτές τις επιμέρους λεπτομέρειες, σε αυτά τα λάθη, θα μπορούσε κάποιος να διαβάσει τη ζωή αυτού του σπιτιού. Του δικού μου σπιτιού. Ήταν ενδείξεις πως κάτι συνέβαινε, μην φανταστείτε τίποτα τρομερό, όχι ότι σας πέρασε από το μυαλό. Χάιδευα με την παλάμη μου τους τοίχους του χολ. Σε κάποιο σημείο ένιωσα το χέρι μου να αγγίζει μια ρωγμή η οποία δεν ήταν πια εκεί. Είχε κάποια στιγμή διορθωθεί, όχι όμως για τη μνήμη του σώματος. Η μνήμη της αφής την εντόπισε και την αναπαρήγαγε στο ακέραιο. Για εμένα όσα στρώματα μπογιάς και εάν την καλύψουν σε αυτό το σημείο θα υπάρχει πάντοτε μια πληγή. Είναι σαν να προσπαθεί μια υπεραιωνόβια γυναίκα να κρύψει την φθορά του βίου της με παχιές στρώσεις make up. Impossible!

Έμεινα στο σπίτι μέρες. Υπό άλλες συνθήκες θα το είχα κάνει μπουρδέλο και όμως δεν υπήρχε η παραμικρή ένδειξη της παρουσίας μου. Τώρα πια το φρόντιζα σαν να ήταν εκείνη. Οι γείτονες με έβλεπαν μέσα από τα τζάμια να πηγαινοέρχομαι από δωμάτιο σε δωμάτιο, σαν χρυσόψαρο σε γυάλα.

Έπλενα τα ποτήρια και τα στέγνωνα όπως εκείνη, σφουγγάριζα με επιμέλεια. Της άναβα το καντηλάκι, πράγμα για το οποίο κάποτε την κορόιδευα. «Δεν υπάρχει θεός, όλα αυτά είναι βλακείες. Είσαι ηλίθια!», της φώναζα. Προσπάθησα να μαγειρέψω. Είχε συνταγές μόνο για γλυκά. Τα φαγητά η μαμά τα έκανε από μνήμης. Το ίδιο και εγώ. Έφτιαξα το αγαπημένο μου. Έστρωσα το συνηθισμένο εμπριμέ τραπεζομάντιλο. Σέρβιρα στον εαυτό μου και προσπάθησα να φάω.

Όχι, δεν θα κατάφερνα να πετύχω το αποτέλεσμά της. Δεν είχε σημασία που δεν ήταν η πιο καλή μαγείρισσα. Ήταν το φαγητό της μαμάς μου. Μου ήρθε να κάνω εμετό. Το απεγνωσμένο μου βλέμμα γύρεψε βοήθεια. Μα δεν υπήρχε κανείς να συντρέξει. Άνοιξα την τηλεόραση. Έβαλα να δω ότι θα έβλεπε εκείνη. Όλα όσα κορόιδευα. Ήθελα με αυτόν τον τρόπο να την διατηρώ παρούσα.

Ο ήχος τέλους της σειράς σήμαινε πως θα μπορούσα να πάω στο μπάνιο. Επέστρεψα, διέκρινα με την άκρη του ματιού μου την ημιτελή προσπάθεια κάποιου να κατεβάσει τις κουρτίνες. Μάλλον είχε αποπειραθεί αλλά δεν πρόλαβε. Έφερα τη σκάλα, τις κατέβασα. Δεν την είχα βοηθήσει ποτέ να το κάνει. Ήταν τόσο βαριές είχε δίκιο! Τις έβαλα σε μια λεκάνη. Τις πήγα στο μπάνιο. Επέστρεψα και πάλι. Ποτέ δεν τελειώνουν οι δουλειές σε αυτό το σπίτι διαμαρτυρήθηκα στον παρουσιαστή της τηλεόρασης. Ήταν ο καθημερινός συνομιλητής της, ερήμην μου ασφαλώς.

«Η μαμά ήταν πολύ περήφανη για την καριέρα μου», σκέφτηκα. Δεν ήξερε βέβαια πόσο μ@λ@κ@ς και σκληρός ήμουν με τους άλλους ή μάλλον υποψιαζόταν. Και όμως δεν θα με μάλωνε που πούλησα τη ζωή του πιτσιρικά που ήμουν για μια μεζονέτα και ένα αυτοκίνητο. Οι μανάδες είναι οι πιο συμβιβασμένοι άνθρωποι. Να ένα λάθος που κάνουν!

Εγώ ήθελα να είμαι πιο γαμάτος από τους άλλους. Ποιους άλλους; Αυτούς που θα με πουλούσαν για ένα αυτοκίνητο και μια προαγωγή, ίσως και για απείρως λιγότερα. Και εδώ που τα λέμε καλά θα μου έκαναν γιατί εάν δεν το έκαναν αυτοί θα τους πουλούσα εγώ. Μόνο μετά την συντριβή μπορείς να αισθανθείς συμπόνια. Τώρα πια καταλαβαίνω γιατί ανησυχούσε για το εάν είμαι καλό παιδί. Όλοι πρέπει να είμαστε καλά παιδιά για να βρεθεί κάποιος να μας αγαπήσει όταν εκείνες πεθάνουν.

Ποιος θα με αγαπάει τώρα που δεν υπάρχει αυτή; Μάλλον κανείς! Κοίταξα μέσα από το παράθυρο μια μαργαρίτα που άνθιζε στο περιθώριο του μπαλκονιού. Τόσο παλιό ήταν το σπίτι και τόση η επιθυμία αυτού του λουλουδιού που άνθισε στο τίποτα. Στην σκιά από τα κάγκελα.

Χτύπησε το τηλέφωνο. Πήγα να το σηκώσω.

– «Παρακαλω», είπα. «Παρακαλώ», επανέλαβα… «Ποιος είναι μιλήστε μου», φώναξα κλαίγοντας.

– «Πήρα να δω αν έφαγες το φαγητό σου», νομίζω πως άκουσα.

Του Ιωάννη Παπαναγιώτου

http://www.newsitamea.gr/i-mama-pethane

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη

ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Κυρ Αύγ 30, 2015 7:38 pm
από panos59
υπέροχο και συγκινητικό!

και πώς με τρομαζει αυτή η στιγμή όταν θάρθει....

μόνο η λογική μέσα μου την περιμένει......

όλο μου το υπόλοιπο ''είναι'' την αρνείται... ουρλιάζει... εκλιπαρεί.... κλαίει........

όχιιιιιιι.... όχι αύριο... όχι φέτος... ΜΗ Σε παρακαλώ... μήηηηηη......!!!

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη

ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Κυρ Αύγ 30, 2015 8:33 pm
από Κωνσταντίνα
panos59 έγραψε:υπέροχο και συγκινητικό!

και πώς με τρομαζει αυτή η στιγμή όταν θάρθει....

μόνο η λογική μέσα μου την περιμένει......

όλο μου το υπόλοιπο ''είναι'' την αρνείται... ουρλιάζει... εκλιπαρεί.... κλαίει........

όχιιιιιιι.... όχι αύριο... όχι φέτος... ΜΗ Σε παρακαλώ... μήηηηηη......!!!
Αχ βρε Πανούλη μου πόσο δεδομένη μας φαίνεται η παρουσία της στη ζωή μας.
Όταν διάβασα όμως το κείμενο αυτό, σα να πανικοβλήθηκα από την ρεαλιστικότητα των περιγραφών και βιάστηκα να μας υπενθυμίσω να τις χορτάσουμε, να "ξεχρεώσουμε" ό,τι καλό μας έδωσαν άνευ όρων, να πούμε τα ανείπωτα, να τις αναγνωρίσουμε, να τις τιμήσουμε, να προλάβουμε να τακτοποιήσουμε την ψυχούλα μας και εντέλει να τις ευχαριστήσουμε!!! :smile-flower:

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη

ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Δευ Αύγ 31, 2015 7:20 pm
από ΧΑΡΙΤΩΝΑΣ_15
Κωνσταντίνα έγραψε:Η Μαμά πέθανε…
Ποιος θα με αγαπάει τώρα που δεν υπάρχει αυτή;
Μάνα είναι ό,τι ιερό, συνεχές και μεγαλειώδες θεμελιώδες εξ υπαρχής χρόνου. Τώρα το καταλαβαίνω κι εγώ δυστυχώς!

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη

ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Δευ Σεπ 14, 2015 5:03 pm
από Κώστας
Τα δύο τρυγόνια
(αληθινή ιστορία)

Χαράματα στη περιοχή του φάρου. Οι ακούραστές του αναλαμπές, καρτερούσαν να συναγωνιστούν το φως του ήλιου. Αν και κατακαλόκαιρο, η βραδινή υγρασία περόνιαζε. Το τοπίο τριγύρω άγριο. Γεμάτο με βράχια και θυμάρια που αρωμάτιζαν μεθυστικά τον αέρα. Ψηλά στον ουρανό, ένα γεράκι αιωρούταν ακίνητο, σαν βαλσαμωμένο, με ανοιγμένα τα φτερά, βιγλάροντας το έδαφος εξονυχιστικά για να εντοπίσει τροφή. Η θάλασσα κοιμόταν βαθειά, σε αντίθεση με τη φύση που είχε ξυπνήσει για τα καλά. Τη μεγαλειώδη ησυχία διέκοπτε ευχάριστα, το μονότονο κελάρυσμα του νερού που ανέβλυζε από μια μικρή πηγή κάτω από ένα βράχο. Μα δεν ήταν το μόνο! Βουητό από μέλισσες, που ρουφούσαν με ακούραστη βουλιμία τους χυμούς των θυμαριών, γέμιζε τον αέρα. Κι΄ όλα αυτά σιγοντάριζαν τα συναυλιακά κρωξίματα των βατραχιών. Ο λόφος παραδίπλα, ήταν αρκετά ψηλός ώστε να σκιάζει την ανατολή προστατεύοντας στο κόρφο του το πρωινό πούσι. Γύρω από τη ρεματιά μυριάδες καλαμιές, πικροδάφνες και μυρτιές, σχημάτιζαν ένα μακρύ πράσινο φίδι, που απλωνόταν ως τη θάλασσα, προδίδοντας το δρόμο του νερού, συντροφεύοντας το στο σύντομο ταξίδι του μέχρι να αλμυρίσει. Που και που, ακουγόταν το ρυθμικό γουργουρητό της μηχανής από κανένα ξενυχτισμένο ψαροκάικο που περνούσε ανοιχτά απ΄ τον φάρο, επιστρέφοντας στο λιμάνι. Πίσω του ακολουθούσαν μιλιούνια οι γλάροι, λεηλατώντας με βουτιές στ΄ απόνερα, τα σκάρτα ξεψαρίσματα των διχτυών. Ήταν η ώρα που η πηγή γέμιζε ζωή. Κάθε λογής ζώο, πήγαινε να ξεδιψάσει.

Ο Γιάννης, άφησε τ΄ αμάξι ψηλά στο δρόμο και συνέχισε με τα πόδια κατεβαίνοντας προσεκτικά τη κακοτράχαλη πλαγιά για ν΄ ανταμώσει τη πηγή. Στον ώμο του κρεμόταν από το δερμάτινό της λουρί η καλογυαλισμένη του καραμπίνα. Μια Benelli για την οποία είχε δώσει ότι είχε και δεν είχε. Τη μέση του, αγκάλιαζε μια ζώνη με δυο σειρές από πολύχρωμα φυσίγγια. Με ψιλά και πιο χονδρά σκάγια, ανάλογα με το θήραμα. Αγιάτρευτο μεράκι το κυνήγι. Μα πιότερο, του άρεσε η επαφή με τη φύση. Αυτό το γαλήνεμα που ένοιωθε του νου και της ψυχής, κάθε φορά που βρισκόταν κοντά της, πλημμυρίζοντας τις αισθήσεις του, με χρώματα, αρώματα και ήχους.

Κρύφτηκε καλά κι΄ έστησε καρτέρι μέσα στις καλαμιές. Άναψε τσιγάρο και ήπιε μια γουλιά ζεστό καφέ από το μικρό θερμός που κουβαλούσε στο σακίδιό του. Το όπλο το είχε αφημένο με την ασφάλεια τραβηγμένη, ανάμεσα στα πόδια του με την μπούκα του να κοιτάζει την πηγή. Το ισορροπούσε ζυγίζοντάς το, πάνω σε δυο πέτρες. Μια στην άκρη της κάνης και μια στο κοντάκι. Έτσι, μπορούσε να το αρπάξει στη στιγμή, χωρίς να χαθεί χρόνος.

Δεν άργησαν να φανούν δύο τρυγόνια που προσγειώθηκαν ταυτόχρονα δίπλα στο ρυάκι. Ο Γιάννης ξεφύσησε δυνατά τον καπνό της ρουφηξιάς πούχε χωρέσει στα πνευμόνια του. Έσβησε βιαστικά το μισοτελειωμένο του τσιγάρο, άφησε το θερμός κι΄ άρπαξε τη καραμπίνα. Σημαδεύοντας σκέφτηκε πόσο τυχερός ήταν. Με μια βολή θάπαιρνε δύο! Με την κόρη του ματιού ευθυγραμμισμένη στην ακίδα της κάνης, χάιδεψε με το δάχτυλο πιέζοντας ανεπαίσθητα τη σκανδάλη. Ήταν έτοιμος να πυροβολήσει, μα τελευταία στιγμή δίστασε.

Τα τρυγόνια πάτησαν μέσα στο νερό κι΄ αντί να πιουν, άρχισαν να ερωτοτροπούν πετώντας με τα φτερά τους, νερά το ένα στο άλλο. Κάθε λίγο, πλησίαζαν κι΄ ακουμπούσαν μεταξύ τους, τρυφερά τα κεφάλια στους λαιμούς τους. Ήταν ζευγάρι! Το ένα, το αρσενικό, που ήταν και μεγαλύτερο, άρχισε να σκαλίζει μέσα στη λάσπη και σύντομα σήκωσε το κεφάλι του, κρατώντας στο ράμφος του ένα μικρό σκουλήκι. Πλησίασε το άλλο και του το έδωσε μέσα στο στόμα. Μετά, πέταξε μακριά και κρύφτηκε μέσ΄ τα θυμάρια. Το θηλυκό, έμεινε στη θέση του ν΄ απολαμβάνει το γεύμα που μόλις του είχαν προσφέρει. Ξαφνικά, μ΄ ένα δυνατό φτερούγισμα, το πουλί, σηκώθηκε απότομα μέσα απ΄ το κρησφύγετο του λες και τόχε ξετρυπώσει κανένα κυνηγόσκυλο. Πέταξε βιαστικά προς το ρυάκι σκάζοντας με δύναμη μέσα στο νερό, καταβρέχοντας με τα φτερά του το θηλυκό. Ο αέρας είχε γεμίσει από τα δυνατά και χαρούμενά τους τιτιβίσματα. Με ανυποψίαστη χαρά, απολάμβαναν αυτό το παιχνιδιάρικό τους κρυφτό για ώρα. Κάποια στιγμή, σηκώθηκαν και τα δύο μαζί και πέταξαν μπαίνοντας στη φυλλωσιά μιας πικροδάφνης. Χωρίς να φαίνονται, ακουγόντουσαν μέσα από τα φύλλα, μοναχά τα δυνατά τους τρυγονίσματα που σκέπαζαν όλους τους τριγύρω ήχους. Ξαφνικά, πετάχτηκαν ψηλά στον ουρανό ταυτόχρονα και τα δύο και πέταξαν πλάι-πλάι μέχρι το ρυάκι μπαίνοντας με δύναμη μέσα στο νερό καταβρέχοντας το ένα το άλλο.

Ο Γιάννης, κατέβασε το όπλο. Έβγαλε από τη θαλάμη το φυσίγγι και από την πάπια τα άλλα δύο, τα πέρασε στη ζώνη του και το ακούμπησε στο έδαφος. Έμεινε μαγεμένα αποσβολωμένος να χαζεύει τα δύο πουλιά. Όταν πια πέταξαν μακριά, ανηφόρησε την πλαγιά, πήρε το αυτοκίνητο και γύρισε στο χωριό. Πήγε κατ΄ ευθείαν στο μαγαζί του Σταύρου με τα κυνηγετικά. Άνοιξε την πόρτα και με αποφασιστικές κινήσεις ακούμπησε πάνω στον πάγκο την καραμπίνα. Χωρίς καν να καλημερίσει, του είπε πως θέλει να την πουλήσει. Ο Σταύρος έκπληκτος κι΄ απορημένος του γύρεψε το λόγο. Του απάντησε, πως υπάρχουν θαύματα στο κόσμο, που δεν πρέπει να χαλάμε για κανένα λόγο. Άφησε το όπλο στον πάγκο, γύρισε την πλάτη και χωρίς να κοιτάξει ούτε μία φορά πίσω, άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού και βγήκε. Ο Σταύρος έμεινε πίσω να τον κοιτάζει αποσβολωμένος χωρίς νάχει καταλάβει με ανοιχτό το στόμα, ενώ τα δάχτυλα του, χάιδευαν ασυναίσθητα το περίτεχνα λιασμένο ξύλινο κοντάκι. Τέτοιο όπλο δεν τόβρισκες εύκολα! Άσε πούθελες ένα σκασμό φράγκα για να το αποκτήσεις. Θα το κρατούσε αυτός! Άλλωστε θάπιανε αμέσως τόπο, μιας κι΄ ήταν η εποχή που είχε πολλά τρυγόνια.

zifl