Σελίδα 34 από 47
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Τετ Δεκ 11, 2013 1:20 pm
από Κώστας
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Τετ Δεκ 11, 2013 1:38 pm
από Κωνσταντίνα
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Τετ Δεκ 11, 2013 2:33 pm
από panos59
Υπέροχο μαντάμ!
και με απρόβλεπτη και ευρηματική κατάληξη!

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Τετ Δεκ 11, 2013 3:20 pm
από κατερινα 55
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Πέμ Δεκ 12, 2013 12:38 am
από sofia13
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Δευ Ιαν 20, 2014 12:37 pm
από Κώστας
Από το βιβλίο γλώσσας της 6ης δημοτικού.
καφ11.jpg (287.65 KiB) Προβλήθηκε 116 φορές
καφ22.jpg (283.4 KiB) Προβλήθηκε 116 φορές
Υσ. Η ποιότητα της εικόνας δεν είναι πολύ καλή αλλά με λίγη προσπάθεια διαβάζεται.
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Δευ Ιαν 20, 2014 5:26 pm
από sofia13
Κώστα , μπράβο !!!
Και για τη Βιβλιοθήκη πού επανέφερες (ψιλοατόνησε τελευταία

Αλλά και τα πολύ όμορφα κείμενα που πέρασες !

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Τρί Ιαν 21, 2014 12:02 am
από Κώστας
Νίκησε η καρδιά...
Της Αναστασίας Χουρσανίδου
Φοβερός πονοκέφαλος με κρατάει εδώ και τρεις ημέρες. Πιάνω το κεφάλι μου, ξαπλώνω στο κρεβάτι, αγωνιώ, οργίζομαι που δεν μπορώ να τον αντιμετωπίσω. Κλείνω τα μάτια, με ανακουφίζει κάπως. Δεν ξέρω τι άλλο μπορώ να κάνω. Υποφέρω. Γιατί;
Μήπως δεν έχω άλλα προβλήματα στο κεφάλι μου και αναγκάζομαι να ασχολούμαι μαζί του; Και όταν του ζήτησα εξηγήσεις γιατί με απασχολεί από τις καθημερινές μου έννοιες, μου απάντησε ότι χωρίς αυτό δε θα είχα έννοιες. Άρα πρέπει και να το ευχαριστώ που μου δίνει τη δυνατότητα να έχω τις έννοιες μου και εγώ σαν φυσιολογικός άνθρωπος.
- Ποιος πιστεύεις, μου είπε, ότι σου δίνει τη δυνατότητα να σκέφτεσαι, να συλλογίζεσαι, να κρίνεις, να αισθάνεσαι, να έχεις έννοιες; Εγώ!!! Τώρα, αν εσύ δεν μπορείς να διαχειριστείς όλες αυτές τις φυσιολογικές εγκεφαλικές λειτουργίες, αν εσύ έχεις πονοκέφαλο, αυτό είναι δικό σου πρόβλημα. Εμένα δε θα μου ρίχνεις ευθύνες.
- Και σε ποιον θα ρίξω τις ευθύνες; τόλμησα να το ρωτήσω, ξέροντας από πριν την απάντηση. Ήθελα όμως να δω τι θα μου πει. Πάντα ήμουν σε θέση να βρω απαντήσεις. Χωρίς να ρωτώ και χωρίς να ζητώ εξηγήσεις. Τώρα τελευταία όμως αισθάνομαι αδύναμη να βρω την απάντηση. Όχι μόνο στο γιατί με πονάει το κεφάλι μου αλλά και σε ποιο σύνθετα ερωτήματα, όπως για παράδειγμα στο γιατί οι άνθρωποι είναι άδικοι με τους άλλους ανθρώπους.
- Οι ευθύνες είναι υπόθεση ανθρώπινη, μου απάντησε και διέκρινα στη φωνή του μία υποψία χαιρεκακίας. Εγώ δεν αποδίδω ευθύνες, σου ζητάω μόνο να σκεφτείς για αυτές. Αλλού να ψάξεις τον ένοχο.
Δεν μπορώ να καταλάβω τι μου λέει. Το ρωτώ: Τί εννοείς;
Σιωπή. Γιατί δε μου μιλάει τώρα; Μήπως με εκδικείται γιατί κάποτε που είχαμε ξαναπιάσει συζήτηση για ένα παρόμοιο θέμα του είχα πει πως οι αποφάσεις της καρδιάς είναι ισχυρότερες από τις αποφάσεις του μυαλού; Τότε δεν είχε δείξει να θυμώνει, αντίθετα είχε συμφωνήσει εν μέρει μαζί μου πως η καρδιά είναι αυτό που φοβάται περισσότερο από όλα τα άλλα. Είχε αναγνωρίσει ένα είδος ανωτερότητας σε αυτήν. Τώρα, όμως μοιάζει να έχει μεταστρέψει την πρότερή του άποψη.
- Αν το εξετάσεις το ζήτημα θα δεις ότι εκεί που σε οδηγεί η καρδιά, εκεί και θα βρεις τις περισσότερες ευθύνες. Ενώ εγώ νοιάζομαι για σένα. Το μόνο που σου προκαλώ είναι ένας πονοκέφαλος και για αυτόν δε φέρω και την αποκλειστική ευθύνη. Τα είπαμε και πριν. Κοίτα όμως την καρδιά. Σε οδηγεί πάντα σε κακοτράχαλα μονοπάτια, στα ριζά του γκρεμού και κάτω σου απλώνεται η χαράδρα. Αν πέσεις, δε θα σε σώσει. Και μετά θα ψάχνεις να ρίξεις ευθύνες σε άλλους. Λάθος.
- Ναι, ψέλλισα, αλλά η καρδιά μου δίνει και την αγάπη.
- Σου δίνει την αγάπη...και όταν στην παίρνει πίσω;
- Θα έχει τους λόγους της.
- Χα! φώναξε με ορμή. Η καρδιά δεν έχει λογική για να έχει και τους λόγους της να κάνει κάτι. Σκέψου: Λόγος ίσον αιτία. Λόγος ίσον λογική. Σε ποιον ανήκει η λογική;
- Είναι εγκεφαλική λειτουργία...
- Σωστά. Είναι δική μου. Μην μπλέκεις λοιπόν την καρδιά.
Δεν ξέρω αν έχει δίκιο. Τόσα χρόνια είχα μάθει να μπλέκω και την καρδιά στις αποφάσεις μου. Μάλιστα, δεν ξέρω αν βασιζόμουν μόνο σε αυτήν για αυτές. Μήπως έχω κάνει λάθος; Μήπως έχει δίκιο;
-Έχω δίκιο, βεβαίως, έχω δίκιο...Σκέψου και σταμάτα να ακούς τις Σειρήνες της καρδιάς σου. Μόνο έτσι θα φτάσεις στη δική σου Ιθάκη, όπως ο Οδυσσέας.
-Τώρα ακούς και τις σκέψεις μου;
-Πόσο ανόητη είσαι τελικά, μου απάντησε γελώντας κοροϊδευτικά. Οι σκέψεις σου είμαι εγώ. Εγώ σε κυριαρχώ, όσο και αν θέλεις να πιστεύεις το αντίθετο...χαχαχαχαααα
Ξύπνησα σχεδόν τρομαγμένη. Όνειρο ήταν, ας το καλό, αναστατώθηκα. Σηκώθηκα, με ένα ελαφρό πετάρισμα στην καρδιά. Μου μιλούσε και εγώ την άκουγα με προσοχή. Δε θα σας πω τι μου είπε, θα σας πω όμως το αποτέλεσμα: φτερούγισαν μακριά οι κακές σκέψεις και μαζί με αυτές ο πονοκέφαλος. Έδωσα τόπο στην οργή, έδιωξα μακριά την αγωνία, σκέφτηκα τους αγαπημένους μου ανθρώπους, ένιωσα την αγάπη τους. Χαμογέλασα πλατιά. Νίκησε η καρδιά...
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Τετ Ιαν 22, 2014 12:07 am
από Κώστας
Tο μηχανημα
(Ευγένιος Τριβιζάς)
Το έφεραν ένα πρωί στο κτίριο που ήταν τα γραφεία μας και το τοποθέτησαν κοντά στη σκάλα του τρίτου ορόφου.
Ο Γιάννης ο καφετζής, σαν από ένστικτο, κατάλαβε την απειλή. Έμεινε με τον δίσκο μετέωρο να κοιτά φιλύποπτα τον εχθρό. Η λειτουργία του ήταν απλή. Κανόνιζες μ' έναν διακόπτη το ποτό που ήθελες, έριχνες ένα δίφραγκο και περίμενες να γεμίσει το πλαστικό ποτήρι.
Ο Γιάννης συνέχισε ν' ανεβαίνει σκεφτικός. Στο κατέβασμα βρήκε το μηχάνημα τριγυρισμένο απ' τους πρώτους θαυμαστές. Χωρίς να χάσει καιρό, πήγε να παραπονεθεί στον προσωπάρχη. Ο προσωπάρχης τού εξήγησε ότι το μηχάνημα εξυπηρετούσε. Η δουλειά θα μοιραζόταν. Έπρεπε να συμβιώσουν.
«Δε φαντάζομαι να μου κάνει μεγάλη ζημιά το μηχάνημα» προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ο Γιάννης. «Γιατί να σηκώνεται ο κόσμος απ' τα γραφεία και να πηγαίνει να προσκυνά; Άλλωστε το μηχάνημα δεν ξέρει να χαμογελά».
Άρχισε να πυκνώνει τις βόλτες, να γίνεται πιο σβέλτος και χαμογελαστός, ώστε να προλαβαίνει να τους εξυπηρετεί, προτού επιθυμήσουν κάτι παγωμένο και πάνε στο μηχάνημα. Αλλά παρ' όλα αυτά, όταν κάτι έλειπε από το δίσκο του, οι δυσαρεστημένοι δεν περίμεναν να τους το φέρει! Έσπευδαν στο μασίνι. Ξέχασα να σας πω ότι έτσι το λέγανε χαϊδευτικά «μασίνι».
Ο Γιάννης αναγκάστηκε ν' αλλάξει τακτική. Άρχισε μία άνευ προηγουμένου συκοφαντική δυσφήμιση κατά του εχθρού του. Η πρώτη διάδοση, που έβαλε σε κυκλοφορία, έλεγε ότι το μηχάνημα τρώει τα κέρματα. Αυτό αναχαίτισε για κάμποσο τα κύματα των πιστών. Αποδείχτηκε όμως τελικά ότι κάτι τέτοιο γινόταν πολύ σπάνια για να το πάρει κανείς σοβαρά υπόψη. Τα συνθήματα «ανακατεύει την πορτοκαλάδα με τον καφέ» και «ρίχνει σκουριά στο κακάο» δεν έπιασαν καθόλου, κι ας ξενύχτησε ο Γιάννης για να τα σοφιστεί.
Το μηχάνημα του έγινε εφιάλτης. Οι σκάλες τού φαίνονταν ατελείωτες. Τα γνώριμα πρόσωπα των γραφείων, μάσκες εχθρικές. Κάθε φορά που περνούσε μπροστά απ' το μασίνι, το 'βλεπε με το μάτι να λάμπει θριαμβικά, τη σχισμή του να χαμογελά. Ο ακέραιος χαρακτήρας του λύγισε.
Άρχισε να ρίχνει κρυφά στη σχισμή του μηχανήματος δίφραγκα που τα στράβωνε στο πεζούλι του καφενείου. Το μηχάνημα χάλαγε βέβαια, αλλά οι δούλοι του έσπευδαν να το διορθώσουν. «Μα γιατί; συλλογιζόταν. Γιατί;» Τον έπνιγε το δίκιο.
«Τόσα χρόνια να ιδρώνεις, να τρέχεις, να λες την πρώτη καλημέρα, να χαμογελάς και να 'ρχεται ξαφνικά ένα μασίνι να σου τρώει το ψωμί; Άτιμο πράμα!»
Ώσπου μια μέρα πήρε τη μεγάλη απόφαση: Το μεσημέρι του Σαββάτου, όταν θα 'φευγε ο κόσμος, θα 'μενε στα γραφεία και θα κανόνιζε τους λογαριασμούς του με το μηχάνημα. Θα του 'κοβε τις χοντρές, μαύρες αρτηρίες! Θα 'σβηνε το απαίσιο κίτρινο μάτι! Θα ξεβίδωνε τα σωθικά του! Θα ανάδευε τα σπλάχνα του! Θα 'βρισκε την καρδιά του! Και θα 'δινε εκεί το θανάσιμο πλήγμα!
Το πρωί του Σαββάτου ήταν κεφάτος. Το μηχάνημα ανύποπτο μοίραζε καφέ, κακάο και αναψυκτικά.
Ήρθε μεσημέρι. Τα γραφεία άδειασαν. Ο Γιάννης έμεινε μόνος. Άφησε να περάσει μισή ώρα, τρία τέταρτα. Άρχισε να κατεβαίνει αργά τις σκάλες, κρατώντας τα όργανα του θανάτου: μια τανάλια κι ένα παλιό κατσαβίδι.
Έφτασε στο πλατύσκαλο. Εκεί βρέθηκαν αντιμέτωποι. Ο Γιάννης και το μηχάνημα! Αναμετρήθηκαν! Το μηχάνημα αστραφτερό, με το κίτρινο μάτι να λάμπει! Ο Γιάννης με τα καλαμάκια στο τσεπάκι, σκυφτός, κουρασμένος, μα αποφασισμένος! Παράξενη ησυχία απλωνόταν γύρω. Απόμακρα ακουγόντουσαν όπως σε όνειρο οι θόρυβοι της πόλης.
Ο Γιάννης προχώρησε, έσπρωξε το βαρύ μηχάνημα δαγκώνοντας τα χείλη και ξεβίδωσε με το κατσαβίδι τη λεία πλάτη. Βρέθηκε μπροστά σ' ένα λαβύρινθο από πυκνά, μπλεγμένα καλώδια…Ποιο απ' όλα οδηγούσε στην καρδιά;
Ζαλίζεται παρακολουθώντας τη δαιδαλώδη διαδρομή τους. Τα καλώδια σαλεύουν απειλητικά. Μοιάζουν με φίδια. Αναδεύονται, θαρρείς και ζωντανεύουν. Ένας βόμβος στ' αυτιά του. Η ανάσα του κοφτή. Σφίγγει τα δόντια. Απλώνει το χέρι…
Εκεί έπαθε ηλεκτροπληξία ο Γιάννης. Τινάχτηκε! Γονάτισε! Τον βρήκαν κάρβουνο τ' άλλο πρωί, πλάι στο μηχάνημα.
Στη θέση του Γιάννη έφεραν ένα μηχάνημα ακόμα.
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Τετ Ιαν 22, 2014 9:34 pm
από Κώστας
Το σύννεφο και ο αμμόλοφος – Paulo Coelho
Ένα νεαρό σύννεφο γεννήθηκε στο μέσο μιας μεγάλης καταιγίδας στη Μεσόγειο. Αλλά δεν πρόλαβε να μεγαλώσει εκεί, ένας δυνατός άνεμος έσπρωξε όλα τα σύννεφα προς την Ανατολή.
Μόλις έφτασαν στην ήπειρο, το κλίμα άλλαξε. Στον ουρανό έλαμπε ένας γενναιόδωρος ήλιος και από κάτω τους εκτεινόταν η χρυσαφένια άμμος της ερήμου Σαχάρα. Ο άνεμος συνέχισε να τα σπρώχνει προς τα δάση του Νότου, καθώς στην έρημο δε βρέχει σχεδόν ποτέ.
Ωστόσο, τα νεαρά σύννεφα είναι σαν τους νεαρούς ανθρώπους. Το σύννεφό μας λοιπόν αποφάσισε ν' απομακρυνθεί από τους γονείς του και τους μεγαλύτερους φίλους του για να γνωρίσει τον κόσμο.
- Τι κάνεις εκεί; Φώναξε ο άνεμος. Η έρημος είναι όλη ίδια! Γύρνα στο σμήνος και θα πάμε στο κέντρο της Αφρικής, όπου υπάρχουν εκθαμβωτικά βουνά και δέντρα!
Αλλά το νεαρό σύννεφο, ανυπότακτο από τη φύση του, δεν υπάκουσε. Χαμήλωσε σιγά-σιγά, έως ότου κατάφερε να αιωρηθεί σε μια γενναιόδωρη και γλυκιά αύρα και να πλησιάσει τη χρυσαφένια άμμο. Αφού τριγύρισε αρκετά, πρόσεξε ότι ένας από τους αμμόλοφους του χαμογελούσε. Είδε ότι κι εκείνος ήταν νέος, πρόσφατα σχηματισμένος από τον άνεμο που μόλις είχε περάσει. Την ίδια στιγμή ερωτεύτηκε τη χρυσή του κόμη.
- Καλημέρα, είπε. Πώς είναι η ζωή εκεί κάτω;
- Έχω τη συντροφιά των άλλων αμμόλοφων, του ήλιου, του ανέμου και των καραβανιών που περνούν από δω πότε-πότε. Μερικές φορές κάνει πολλή ζέστη, όμως είναι υποφερτή. Και πώς είναι η ζωή εκεί πάνω;
- Κι εδώ υπάρχει άνεμος και ήλιος, αλλά το πλεονέκτημα είναι ότι μπορώ και τριγυρνάω στον ουρανό και να μαθαίνω πολλά πράγματα.
- Για μένα η ζωή είναι σύντομη, είπε ο αμμόλοφος. Όταν ο άνεμος επιστρέψει από τα δάση, θα εξαφανιστώ.
- Και αυτό σου προκαλεί θλίψη;
- Μου δίνει την εντύπωση ότι δε χρησιμεύω σε τίποτα.
- Κι εγώ αισθάνομαι το ίδιο. Μόλις περάσει ο επόμενος άνεμος, θα πάω στο Νότο και θα μεταμορφωθώ σε βροχή. Αυτή είναι η μοίρα μου ωστόσο.
Ο αμμόλοφος δίστασε, αλλά τελικά είπε:
- Ξέρεις ότι εμείς εδώ στην έρημο τη βροχή την λέμε «παράδεισο»;
- Δεν ήξερα ότι μπορούσα να μεταμορφωθώ σε κάτι τόσο σημαντικό, είπε το σύννεφο γεμάτο περηφάνια.
- Έχω ακούσει πολλούς μύθους από γέρικους αμμόλοφους. Λένε ότι μετά τη βροχή καλυπτόμαστε από χλόη και λουλούδια. Εγώ όμως ποτέ δε θα μάθω τι είναι αυτό, γιατί στην έρημο βρέχει πολύ σπάνια.
Ήταν η σειρά του σύννεφου να διστάσει. Αμέσως μετά όμως του χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο.
- Αν θέλεις, μπορώ να ρίξω πάνω σου βροχή. Αν και μόλις έφτασα, σ' έχω ερωτευθεί και θα ήθελα να μείνω εδώ για πάντα.
- Όταν σε είδα για πρώτη φορά στον ουρανό κι εγώ σε αγάπησα, είπε ο αμμόλοφος. Αν όμως μεταμορφώσεις την ωραία λευκή κόμμη σου σε βροχή, θα πεθάνεις.
- Η Αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ, είπε το σύννεφο. Μεταμορφώνεται. Κι εγώ θέλω να σου δείξω τον παράδεισο.
Άρχισε λοιπόν να χαϊδεύει τον αμμόλοφο με μικρές σταγόνες και παρέμειναν μαζί μέχρι που εμφανίστηκε το ουράνιο τόξο. Την επόμενη μέρα ο μικρός αμμόλοφος ήταν καλυμμένος με λουλούδια. Κάποια σύννεφα που περνούσαν με προορισμό την Αφρική νόμισαν ότι εκεί ήταν ένα κομμάτι του δάσους που έψαχναν κι έριξαν κι άλλη βροχή. Λίγα χρόνια μετά, ο αμμόλοφος είχε μεταμορφωθεί σε όαση, η οποία δρόσιζε τους ταξιδιώτες με τη σκιά των δέντρων της.
Και όλα αυτά επειδή κάποια μέρα ένα ερωτευμένο σύννεφο δε φοβήθηκε να δώσει τη ζωή του για την αγάπη.