Σελίδα 15 από 47
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Τετ Μαρ 13, 2013 1:34 pm
από panos59
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Πέμ Μαρ 14, 2013 7:11 am
από Κωνσταντίνα
κατερινα 55 έγραψε:Υπάρχουν ακόμα παιδιά των λουλουδιών;Ρέα Βιτάλη

Οι άνδρες θα έλεγαν «κόκκινο» και θα ξένοιαζαν. Οι γυναίκες, «κοραλί». Και η Μοιραράκη θα ξεπέταγε δέκα χρώματα σε μια λέξη. Όπως και να 'χει, μιλάμε για το χρώμα που έχει το γεράνι. Μα, όπως και να το χαρακτηρίσεις, το γεράνι θα με ταξιδέψει στα παιδικά μου χρόνια. Τότε που μαδούσαμε τα πέταλά του… Ένα-ένα πεταλάκι. Το σαλιώναμε και το κολλάγαμε πάνω στο νύχι. Και μέχρι να κολλήσεις το ένα, ξεκόλλαγε το άλλο. Μα, για το ένα δευτερόλεπτο βουτάς στη θηλυκότητα, άξιζε τον κόπο. Για 'κείνο το λαθραίο ταξίδι στον κόσμο των «μεγάλων». Για τον ψεκασμό «γυναίκας» στην ατμόσφαιρά μας. Από πού σκάει μύτη η θηλυκότητα; Πόσο φαντασία παράγει το παιδικό μυαλό ενώ φοράει τακούνια δέκα νούμερα μεγαλύτερα και τα σέρνει; Τόσα γεράνια που ξέκανα στα μικράτα μου, τόσο απέφυγα τα μακριά βαμμένα νύχια στα ενήλικά μου. Σχεδόν με τρόμαζαν. Τζάμπα πήγαν τόσα γεράνια! Και εκείνα τα κραυγαλέα στοιχεία θηλυκότητας… Όσο και τα κραυγαλέα στοιχεία ανδρισμού. Τι θλιβερή αστειότητα. Σε ένα φύλο, τελικά, κατέληξα. Των γοητευτικών ή μη, ανθρώπων.
Αμ, οι παπαρούνες! Αγριολούλουδο. Αγαπημένες. Για το καθαρό κόκκινο. Το κατακόκκινό τους. Μα πιο πολύ για την ανεξαρτησία τους. Κόψε μια να τη βάλεις σε ανθοδοχείο, αν τολμάς. Θα μαραθεί στο δευτερόλεπτο. Θα γύρει ατιμασμένη. Δεν θα σου κάτσει η παπαρούνα. Δεν της πάει να γίνει διακοσμητικό σε βάζο. Μην το παλέψεις.
Τελευταίες αφήνω τις μαργαρίτες. Έχω θέμα. Πεθαίνω για μαργαρίτα. Μια συγκεκριμένη. Κάθε χρόνο την περιμένω. Σήμερα έκοψα την πρώτη. Εδώ είναι, δίπλα μου, τώρα που σου γράφω. Σ' ένα ποτήρι, με λίγο νεράκι. Η απόλυτή μου! Ξέρεις για ποια μιλάω; Για τη μαργαρίτα με τα άσπρα πέταλα και το κίτρινο στη μέση, που ξεφεύγει από το πλαίσιο και στάζει μια σταγόνα κίτρινο στο άσπρο των πετάλων. Μελέτησέ το! Με συνεπαίρνει. Το πώς ξεφεύγει, το πώς δραπετεύει γλυκά, χύνεται απαλά, για να αξιωθεί τα δικά της όρια. Όχι άναρχα, όχι ανεξέλεγκτα… Ξεγλιστράει σχεδόν ηδονικά. Γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Γιατί αν μείνει στα περιφρουρούμενα, απλώς θα πεθάνει. Δηλαδή, δεν θα πεθάνει. Θα πάθει χειρότερα. Θα μαραζώσει.
Λουλούδια… Αγριολούλουδα της άνοιξης. Πας καλά; Τόσα που συμβαίνουν γύρω μας! Τόσα δράματα που εκτυλίσσονται. Τόσες ειδήσεις που τρέχουν… Τρέχουν; Τόσες φωνές. Τόσες απελπισίες μαζεμένες. Τόσα αδιέξοδα. Μα, για λουλούδια εσύ θα γράψεις; Τα 'παιξες;
Κάθε άνοιξη… Ο κόσμος να χαλάει, θα τον θυμάμαι. Σε μια καρέκλα νοσοκομείου. Σε μια πολυθρόνα βολική για τους συνοδούς το βράδυ. Με πονάνε αυτές οι καρέκλες… Εκεί καθόταν. Είχα μπει φουριόζα. Ίσως από συνήθεια, ίσως για να μην κοντοσταθώ στα μάτια του. Τελικά, το δεύτερο. Έβαλα λουλούδια σε ένα ανθοδοχείο. Αγριολούλουδα. Και μετά ένα cd με τον Γιάννη Σπάρτακο να παίζει πιάνο. Του παρέδωσα ακουστικά να βάλει στα αφτιά κι έφυγα κάτι για να φέρω. Γύρισα δέκα λεπτά αργότερα, μπορεί και έντεκα. Κι είχε κλειστά τα μάτια, το κεφάλι γερμένο πίσω, σαν να ταξίδευε σε μαγικό προορισμό, ένα γαλήνιο χαμόγελο και μια μαργαρίτα που κουνούσε πέρα δώθε στο ένα χέρι. Με διαισθάνθηκε. Άνοιξε τα μάτια, έβγαλε το ένα ακουστικό από το αφτί, με κοίταξε «Ααααχ! Ευχαριστήθηκε η ψυχή μου», μου είπε και έλαμψε. «…η ψυχή μου». Σίγουρα η τηλεόραση θα διατυμπάνιζε ειδήσεις. Στα νοσοκομεία πάντα παίζει και μια τηλεόραση, παρηγοριά της συμφοράς. Σίγουρα θα ανέλυαν απελπισίες. Διεκδικήσεις, αιτήματα, «πεινάω» ανθρώπων. Μα, στο δικό μου τελευταίο πλάνο μένει ένα ανθοδοχείο με αγριολούλουδα, ένας ρυθμός από πιάνο και η φράση «ευχαριστήθηκε η ψυχή μου» με ένα Αχχχχ αργόσυρτο… Λίγες μέρες μετά, ταξίδεψε. Έμεινε η πολυθρόνα για τον επόμενο.
Μα, για λουλούδια θα μιλάμε τώρα; Ναι, ψυχή μου.
ένα άρθρο των πρωταγωνιστών
Κατερίνα μου ξυπνάς συναισθήματα από εκείνα που σε λυτρώνουν

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Πέμ Μαρ 14, 2013 7:48 am
από κατερινα 55
Κωνσταντίνα
μου,η ΡΕΑ το κάνει...Σ'αυτήν το χρωστάμε...
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Παρ Μαρ 15, 2013 2:15 am
από sofia13
Θα ήταν άραγε πολύ , να ξαναβάλεις Κώστα , τις '' ΔΥΟ ΑΣΠΡΕΣ ΠΛΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΡΕΚΛΕΣ'' ;
Zifl υπέγραφε. Το περάσαμε τότε ντούκου.
Τώρα που ξέρουμε όλοι, μπορείς να το κάνεις;
Κάντο Κώστα , παρακαλούμε όλοι πιστεύω !!!

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Παρ Μαρ 15, 2013 9:41 am
από eleni POL
If...
Rudyard Kipling
If you can keep your head when all about you
Are losing theirs and blaming it on you,
If you can trust yourself when all men doubt you,
But make allowance for their doubting too;
If you can wait and not be tired by waiting,
Or being lied about, don't deal in lies,
Or being hated, don't give way to hating,
And yet don't look too good, nor talk too wise:
If you can dream - and not make dreams your master;
If you can think - and not make thoughts your aim;
If you can meet with Triumph and Disaster
And treat those two impostors just the same;
If you can bear to hear the truth you've spoken
Twisted by knaves to make a trap for fools,
Or watch the things you gave your life to broken,
And stoop and build 'em up with wornout tools:
If you can make one heap of all your winnings
And risk it on one turn of pitch-and-toss,
And lose, and start again at your beginnings
And never breathe a word about your loss;
If you can force your heart and nerve and sinew
To serve your turn long after they are gone,
And so hold on when there is nothing in you
Except the Will which says to them: 'Hold on!'
If you can talk with crowds and keep your virtue,
Or walk with kings - nor lose the common touch,
If neither foes nor loving friends can hurt you,
If all men count with you, but none too much;
If you can fill the unforgiving minute
With sixty seconds' worth of distance run -
Yours is the Earth and everything that's in it,
And - which is more - you'll be a Man my son!
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Παρ Μαρ 15, 2013 10:22 am
από Κώστας
Οι δύο άσπρες πλαστικές καρέκλες
Σχεδόν καθημερινά ο δρόμος μου μ΄ έφερνε απ΄ έξω. Δεν υπήρχε φορά που να μην σταματήσω για να θαυμάσω το παλιό αρχοντικό που έστεκε αγέρωχο, νικητής στην πάλη του με το χρόνο. Απρόσμενη παραφωνία ανάμεσα στα νεόκτιστα από γυαλί τσιμέντο και μέταλλο, αποτελούσε αισθητική ανάταση ψυχής και τέρψη οφθαλμών για όποιον το αντίκριζε. Κόντρα στα σύγχρονα υλικά, είχε ν΄ αντιπαραθέσει τους πλίνθους τα κεραμίδια και τα ξύλινα κουφώματα του. Το μεράκι των μαστόρων που το έκτισαν δεν κρυβόταν. Μικρά μπαλκονάκια, σοφίτες κάτω από κωνικές στέγες και τσίγκινες υδρορροές πραγματικά γλυπτά! Η μουσική που έπαιζαν κάθε φορά που έβρεχε, έκανε να σιωπήσει από ντροπή ακόμη κι ολόκληρη συμφωνική ορχήστρα!
Στο μπροστινό μέρος στο υπερυψωμένο ισόγειο, δέσποζε μια μεγάλη βεράντα, χωρίς κάγκελα, στρωμένη με περίτεχνο μωσαϊκό. Στο κέντρο της, πάνω στο μπροστινό τοίχο του σπιτιού, ορθωνόταν μια μεγάλη ξύλινη πόρτα που άφηνε το πέρασμα μέσα στο σπίτι. Αριστερά και δεξιά της, μόνιμα βαλμένες, υπήρχαν δυο άσπρες πλαστικές καρέκλες απ΄ αυτές που πουλάν οι γύφτοι με τα Datsun.
Όλο το κτήμα ήταν γεμάτο με ψηλά πεύκα, που χάριζαν τη σκιά τους τις καφτές καλοκαιρινές μέρες και γέμιζαν με πευκοβελόνες τον τόπο τριγύρω.
Ακόμα κι΄ η περίφραξη του αυλόγυρου, ήταν έργο τέχνης. Πέτρινη μάντρα στη βάση και πάνω της βαριά μασίφ σίδερα δουλεμένα και λυγισμένα με τρόπο ζηλευτό, θύμιζαν τη φινέτσα και τη καλαισθησία που έχουν σκοτώσει πλέον η τεχνολογία και η τυποποίηση.
Κάθε καλοκαιρινό απόγευμα, λίγο πριν σουρουπώσει, όταν πια είχε δροσίσει αρκετά, δύο γερόντια, μοναδικοί κάτοικοι του σπιτιού, έβγαιναν στη βεράντα και καθόντουσαν πάντα στις ίδιες θέσεις πάνω στις δύο άσπρες πλαστικές καρέκλες. Έμεναν εκεί ως αργά το βράδυ, παρατηρώντας που και που τους οδηγούς των αυτοκινήτων που περνούσαν από τον δρόμο και τον κόσμο που βολτάριζε στο απέναντι πάρκο.
Οι φιγούρες τους έμοιαζαν νάχουν δραπετεύσει από διήγημα του Παπαδιαμάντη. Άσπρα μαλλιά και μούσια, βαθειά σκαμμένα από τις ρυτίδες πρόσωπα, παλάμες οστέινες με πεταγμένες χοντρές φλέβες που ανέδυαν δύναμη και νεύρο, μαρτυρώντας πως έχουν δουλέψει σκληρά στα νιάτα τους. Το ντύσιμο τους απέριττο, πάντα φροντισμένο και καθαρό. Ένα λινό σκουρόχρωμο παντελόνι και ένα μακρυμάνικο βαμβακερό πουκάμισο, που στερούσε το γεύμα των βραδινών κουνουπιών. Αν το βραδάκι η καλοκαιρινή δροσούλα το παρατραβούσε, ένα λεπτό πουλοβεράκι τους χάριζε τη ζεστασιά του. Στα χέρια τους πάντα κρατούσαν, έστω και κλειστό, από ένα βιβλίο ο καθένας. Αναρωτιόμουνα τι προσπαθούν να χωρέσουν παραπάνω στο κεφάλι τους, μιας και η όλη τους φυσιογνωμία, απέπνεε καλλιεργημένα άτομα με σοφία και γνώση των τερτιπιών της ζωής. Κι΄ όμως, όποτε δεν παρατηρούσαν τη κίνηση στο δρόμο και τον κόσμο στο απέναντι πάρκο, κάτω από το φως μιας ασθενικής ηλεκτρικής λάμπας, βυθίζονταν με τις ώρες στη μελέτη, ο καθένας ταξιδεύοντας ξεχωριστά, έχοντας για εισιτήριο το βιβλίο του.
Πολλές κουβέντες μεταξύ τους δεν αντάλλασσαν. Μονάχα παρατηρούσαν και που και που σχολίαζαν κάποιον περαστικό ή τον τρόπο που φερόταν κάποιος γονιός στο παιδί του που έπαιζε στο πάρκο ή την ματαιοδοξία κάποιου οδηγού, όταν περνούσε οδηγώντας φουσκωμένος σαν παγώνι, επιδεικνύοντας το πανάκριβο αυτοκίνητό του. Όλες τις φορές απλά κοιτάζονταν μεταξύ τους, σηκώνοντας τα φρύδια, σουφρώνοντας τα χείλια και κουνώντας με απορία το κεφάλι, μη μπορώντας να κατανοήσουν πως είναι δυνατόν οι άνθρωποι πλέον να σκέφτονται και να πράττουν έτσι. Πως είναι δυνατόν ν΄ ασχολούνται μονάχα με το κυνήγι των υλικών αγαθών κάνοντάς τα αυτοσκοπό και να έχουν αφήσει το πνεύμα τους ακαλλιέργητο στη σιγουριά του ασάλευτου ύπνου! Αυτό το τελευταίο δεν μπορούσαν να το χωνέψουν με τίποτα. Πίστευαν πως ο πραγματικός πλούτος κάθε ανθρώπου, βρίσκεται στη ψυχή και στο νου που κουβαλά και σίγουρα όχι στον τρόπο που προσπαθεί να κάνει αισθητή τη παρουσία του, χρησιμοποιώντας τον υλικό του πλούτο! Αυτό που τους έκανε τρομερή εντύπωση, ήταν, πως όποτε περνούσε κάποιος τέτοιος, τα βλέμματα των υπολοίπων καρφώνονταν πάνω του πρώτα από φθόνο και ζήλεια και μετά από υποθάλποντα θαυμασμό, γι΄ αυτά που οι ίδιοι δεν θα μπορούσαν ποτέ ν΄ αποκτήσουν στη διάρκεια της σύντομης ζωής τους. Μα ακόμη περισσότερη εντύπωση τους έκανε το βλέμμα τους μετά από το οφθαλμόλουτρο τους αυτό. Ήταν περίλυπο και απογοητευμένο, καθρέφτης της αιτίας της καθημερινής τους δυστυχίας! Τότε κατέβαζαν τα μάτια, έβγαζαν το δάχτυλο από τη σελίδα που κρατούσαν μη χαθεί και συνέχιζαν να ρουφάνε το βιβλίο τους πιστεύοντας πως κάπου μέσα στις σελίδες του θα βρουν την απάντηση στα ερωτήματά τους.
Τα καλοκαίρια περνούσαν. Είχα πια συνηθίσει στην εικόνα τους κάθε φορά που περνούσα από εκείνο το σημείο. Πολλές φορές σκέφτηκα να σταματήσω και να πάω να τους πω μια καλησπέρα. Δεν το έκανα ποτέ γιατί κατά βάθος φοβόμουν το διάλογο μαζί τους. Ένοιωθα πολύ μικρός για να τους αντιμετωπίσω. Άλλωστε τι θα μπορούσα να τους πω;! Θα ήθελα όμως να καθίσω σιωπηλά δίπλα τους, ν΄ ακούσω τα λόγια τους και να προσπαθήσω να ρουφήξω όση από τη σοφία τους μπορούσε να χωρέσει το περιορισμένο μυαλό μου!
Κάποια στιγμή έπαψα να βλέπω τα δύο γερόντια. Δεν άργησα να καταλάβω τι απέγιναν.
Ακόμα και τώρα όταν περνάω από το σπίτι, αντικρίζω τις δύο άσπρες πλαστικές καρέκλες, ξεχασμένες στις ίδιες θέσεις, αδειανές, με πευκοβελόνες καθισμένες πάνω τους, ν΄ ατενίζουν ακούραστα το δρόμο και το πάρκο απέναντι, χειμώνα, καλοκαίρι…
zifl
Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Παρ Μαρ 15, 2013 10:32 am
από panos59
Κώστα, και πάλι

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Παρ Μαρ 15, 2013 12:12 pm
από sofia13

Μοναδικός τρόπος γραφής και σκέψης !

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Παρ Μαρ 15, 2013 7:31 pm
από Κωνσταντίνα
Τελικά Κώστα μου αυτό το "περιορισμένο" μυαλό σου είναι τόσο απεριόριστα συναισθηματικό!!!!

Re: Δανειστική βιβλιοθήκη
ΔημοσίευσηΔημοσιεύτηκε:Κυρ Μαρ 17, 2013 12:40 pm
από Κώστας
Ο Ροφός
Ανοιχτά της Σαλαμίνας, η πολυτελής θαλαμηγός, έπλεε ασάλευτη πάνω στη κοιμισμένη θάλασσα. Δε κουνιόταν φύλλο. Το ολόγιομο φεγγάρι φρόντιζε για τη βραδινή πανδαισία, βάφοντας ασημένια τα νερά. Πάνω στο ντεκ από ακριβό ξύλο τικ, σε δύο αναπαυτικές σεζ λονγκ, πιασμένοι χέρι – χέρι, ένα νεαρό ζευγάρι απολάμβανε την όμορφη βραδιά πίνοντας γαλλική σαμπάνια μέσα σε ακριβά κρυστάλλινα ποτήρια. Ένα μικρό ιστιοπλοϊκό, με κατεβασμένα τα πανιά, μόνο με τη βοήθεια της μηχανής, πέρασε σε κοντινή απόσταση, διακόπτοντας προσωρινά τη ρομάντζα του ζευγαριού. Σηκώθηκαν κι΄ ακούμπησαν στη κουπαστή χαζεύοντας το δρόμο του φεγγαριού πάνω στα νερά. Εκείνος έβγαλε από τη τσέπη του ένα μικρό βελούδινο κουτί.
- Για σένα! Μεθαύριο έχουμε την επέτειό μας, αλλά δε μπορούσα να περιμένω, είπε και τη φίλησε τρυφερά.
Εκείνη γεμάτη έκπληξη και χαρά πήρε το μικρό βελούδινο κουτί στα χέρια της και το άνοιξε. Ένα επιφώνημα έκπληξης, χαράς και θαυμασμού, ξέφυγε από τα χείλη της.
- Μα αυτό είναι ένα δαχτυλίδι με ένα καταπράσινο σμαράγδι!
- Είναι το λιγότερο που μπορούσα να σκεφτώ για να σου δείξω πόσο σε αγαπώ. Φόρεσέ το!
Η κοπέλα, έβγαλε το δαχτυλίδι από το κουτί και το κράτησε στην ανοιχτή της παλάμη θαυμάζοντάς το.
Εκείνη τη στιγμή, φτάσανε στη θαλαμηγό τ΄ απόνερα από το μικρό σκάφος που είχε περάσει πριν από λίγο. Η κοπέλα ξαφνιάστηκε, χάνοντας την ισορροπία της και το δαχτυλίδι βρέθηκε να ταξιδεύει προς το πάτο της θάλασσας.
Περιπολούσε εδώ και ώρα, ψάχνοντας απεγνωσμένα κάποιο μικρό ψάρι. Κατά βάθος ήξερε πως με φεγγάρι τα πράγματα γίνονται δύσκολα, αλλά επέμεινε, ελπίζοντας στο ανέλπιστο. Το βλέμμα του τράβηξε η πράσινη αναλαμπή πάνω στην άμμο του βυθού. Δε σκέφτηκε δεύτερη φορά. Ο 25κιλος ροφός άνοιξε διάπλατα το στόμα του. Την επόμενη στιγμή το σμαραγδένιο δαχτυλίδι αναπαυόταν στο σκοτεινό του στομάχι.
Στο κατάλευκο σπιτάκι με τα τρία δωμάτια, ζούσε με τους γονείς του ο μικρός Νικόλας. Ήταν από κείνα τα παστρικά φτωχόσπιτα της Σαλαμίνας, που λαμποκοπούν εκτυφλωτικά κάτω απ΄ τον ήλιο, καθώς τον αντιγυρίζει ο φρεσκοβαμμένος ασβέστης! Μπροστά του, μια μικρή χωμάτινη αυλή, πνιγμένη στις γλάστρες, με τα γεράνια τους να μη τσιγκουνεύονται τα χρώματα! Στην ακρούλα, κολλητά στο σπίτι, πάνω σε μια μικρή επιφάνεια στρωμένη με πλακάκια, ένα μεγάλο τραπέζι κάτω από μια κληματαριά, φιλοξενούσε τα Κυριακάτικα γλέντια του καλοκαιριού. Αυτά που στήνονται από το τίποτα! Χωρίς λεφτά, παρά μόνο με τη καρδιά, το μεράκι, τη φαντασία, το κέφι και τη καλή διάθεση αυτών που συμμετέχουν.
Είχε φέξει από ώρα και ο Νικόλας ανυπομονούσε να βγει στην αυλή όπου τον περίμενε ο μεγάλος γκαζοντενεκές που είχε μετατρέψει σε πειρατικό καράβι. Σφηνωμένα πάνω του, σε μια σειρά από τρυπούλες, μικρά στρογγυλά ξυλάκια έπαιζαν το ρόλο των κανονιών.
- Μαμά άσε με να βγω έξω. Κοντεύει μεσημέρι!
Εκείνη δε μπόρεσε να του αρνηθεί και ο μικρός Νικόλας έτρεξε γεμάτος λαχτάρα στο γκαζοντενεκέ του, που τον περίμενε αραγμένος κάτω από τη σκιά της κληματαριάς, δίπλα από το τραπέζι.
-Μακάρι να ήσουν αληθινή ξύλινη πειρατική γαλέρα!
Όση ώρα ο Νικόλας αρμένιζε με τους πειρατές του, ο πατέρας του ετοίμαζε τον εξοπλισμό του για το ψαροντούφεκο. Σε δυο μέρες ήταν δεκαπενταύγουστος κι΄ αν έπιανε κάτι καλό, θα στρώνανε γιορτινό τραπέζι και θα περίσσευαν και χρήματα για δώρα στη γυναίκα του και στο Νικόλα.
Η μικρή ξύλινη ψαρόβαρκα, τον περίμενε σφιχτοδεμένη στο τσιμεντένιο μολάκι, που αξιοθαύμαστα αντιστεκόταν, χρόνια τώρα στη λύσσα του θαλασσινού νερού, έχοντας στο κορμί του διάσπαρτες τις λαβοματιές από τις καθημερινές τους μάχες.
Γύρισε δυνατά δυο φορές τη μανιβέλα και η Perkins ξύπνησε γουργουρίζοντας ευχαριστημένη για το πετρέλαιο που πότιζε τους κυλίνδρους της. Εδώ και καιρό είχε σταμπάρει ένα καλό θαλάμι, κάπου στ΄ ανοιχτά, καμιά 20αριά μέτρα βάθος. Τόχε μαρκάρει καλά, βάζοντας για σημάδι τη φυκιάδα μπροστά του, που δεν θα δυσκολευόταν να ξαναβρεί.
Πασπάλισε με πούδρα το κορμί του για να γλιστράει και φόρεσε τη φθαρμένη στολή που θα τον κρατούσε ζεστό στη κατάδυσή του. Τέντωσε κοντράροντας στο στήθος του το λάστιχο του ψαροντούφεκου. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες και άφησε τα βαρίδια να τον παρασύρουν αθόρυβα προς το βυθό. Για καλή του τύχη ο ροφός ήταν μέσα, έχοντας ακουμπισμένο το πτερύγιο της πλάτης του στην οροφή. Ισορρόπησε με την κοιλιά ν΄ ακουμπά στο βυθό προσέχοντας να μη σηκώσει άμμο, ζύγισε τη βολή του και έριξε. Η βέργα διαπέρασε το ροφό ανάμεσα στα μάτια, στερώντας του κάθε ελπίδα για το αύριο. Με όσο αέρα του ΄χε απομείνει στα πνευμόνια, τράβηξε με δύναμη το ανήμπορο ψάρι έξω από το θαλάμι. Ήξερε πολύ καλά πως αν ανέβαινε πάνω χωρίς αυτό, δεν θα ΄χε δεύτερη ευκαιρία.
Νικητής και τροπαιούχος έδειξε με περηφάνια το ψάρι στο Νικόλα και τη γυναίκα του.
Καθάρισέ το, όσο πιο καλά μπορείς της είπε. Ειδικά τα εντόσθια. Φρόντισε να μη μείνει τίποτα. Είναι παραγγελία από ένα «κοτερά» κάπου στο Καλαμάκι. Θα κάνει λέει πάρτι για την επέτειο του γάμου του και θέλει κάποιο καλό ψαρικό για τους καλεσμένους του. Πληρώνει καλά!
Μπαμπά έλα έξω γρήγορα. Θα χάσεις τη μάχη, τον φώναξε ο μικρός.
Ο Νικόλας είχε γεμίσει το γκαζοντενεκέ με πέτρες και ο σαματάς που έκανε καθώς τον έσερνε ήταν απίστευτος. Λες και βαρούσαν αληθινά κανόνια!
Ξημέρωσε δεκαπενταύγουστος. Ο Νικόλας όπως κάθε μέρα, έκατσε στο τραπέζι για να πιει το πρωινό του γάλα. Η συμφωνία με τη μάνα του σκληρή κι΄ αδιαπραγμάτευτη. Αν δε τόπινε πρώτα, έξω δεν έβγαινε! Όπως έσκυψε να του το ακουμπήσει πάνω στο τραπέζι, το ασημένιο μενταγιόν, δώρο του άνδρα της, που κρεμόταν από το λαιμό της, βούτηξε μεσ΄ το ποτήρι με το γάλα του Νικόλα. Ήταν καινούργιο και δε είχε μάθει ακόμη να το προσέχει. Ο μικρός, ακούμπησε το άδειο ποτήρι πάνω στο τραπέζι και όρμισε γεμάτος λαχτάρα στην αυλή. Με δυσκολία κατάφερε να κλείσει το ορθάνοιχτο από την έκπληξη στόμα του. Στη μέση της αυλής, στεκόταν περήφανα στημένη, μια μεγάλη ξύλινη πειρατική γαλέρα μ΄ ανοιγμένα τα πανιά. Δέκα μπούκες από μια σειρά μικρά σιδερένια κανονάκια, περίμεναν το πρόσταγμά του για ν΄ αρχίσει η μάχη! Πάνω στο κατάστρωμά, ένα ανοιγμένο σεντουκάκι γεμάτο καταπράσινα πλαστικά σμαράγδια, φεγγοβολούσε εκτυφλωτικά στο φως του ήλιου!
zifl